Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

5 ώρ. 

·

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ

Με αφορμή ακόμη μία γυναικοκτονία, η δημόσια συζήτηση γέμισε ξανά με τις γνωστές κυρίαρχες και απενοχοποιητικές στρεβλώσεις του εγκλήματος. Λέξεις όπως ζήλια, πάθος, ψυχολογικά προβλήματα, τοξική σχέση, έγκλημα εν βρασμώ. Και όλες αυτές οι ερμηνείες εμφανίζονται απλά για να μην τολμήσουμε να αγγίξουμε -κυρίως εμείς οι άντρες- το βαθύτερο πολιτισμικό ερώτημα: Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να πιστεύει ότι έχει δικαίωμα πάνω στη ζωή ενός άλλου;

Ίσως ένα μέρος της απάντησης να βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να φανταζόμαστε τον έρωτα.

Για αιώνες ο δυτικός πολιτισμός ύμνησε τον έρωτα ως κατάκτηση. Η γλώσσα μας το μαρτυρά ακόμη: «την κέρδισε», «την έριξε», «την κατέκτησε», «την έκανε δική του» ή ακόμη χειρότερα «την πήδηξε». Ο άνδρας παρουσιάζεται ως κυνηγός και η γυναίκα ως έπαθλο. Η επιμονή, η διεκδίκηση και συχνά η άρνηση αποδοχής του «όχι» εμφανίζονται, μάλιστα, ως αποδείξεις πάθους και αφοσίωσης.

Η αντίληψη αυτή συνδέεται και με έναν ακόμη τρόπο με τον οποίο η κουλτούρα μας έμαθε να βλέπουμε τη γυναίκα. Για αιώνες το γυναικείο σώμα αντιμετωπίστηκε πρωτίστως ως αντικείμενο της ανδρικής επιθυμίας και πολύ λιγότερο ως φορέας μιας αυτόνομης υποκειμενικότητας. Η αξία του συχνά οριζόταν από το πόσο ποθητό, διαθέσιμο ή αποκλειστικό ήταν για τον άνδρα και όχι από το γεγονός ότι αποτελούσε την ενσώματη έκφραση μιας ελεύθερης ανθρώπινης ύπαρξης.

Ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία του γυναικείου σώματος να είναι ότι για αιώνες αντιμετωπίστηκε ως αντικείμενο της ανδρικής ηδονής πριν αναγνωριστεί ως υποκείμενο ζωής. Η γυναίκα ήταν εκεί -πρωτίστως- για να "ανακουφίζει" την ανδρική ορμή ως δοχείο εκτόνωσης.

Και βέβαια όταν το σώμα του άλλου γίνει πρωτίστως αντικείμενο ηδονής, είναι ευκολότερο να γίνει και αντικείμενο κατοχής.

Έτσι ο έρωτας παύει να είναι συνάντηση και μετατρέπεται σε μορφή συμβολικής ιδιοκτησίας. Ο άλλος δεν βιώνεται ως ένα ελεύθερο πρόσωπο που μπορεί να επιλέξει, αλλά ως κάτι που πρέπει να αποκτηθεί, να διατηρηθεί και να μην χαθεί. Κάτι σαν ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα όπου νικάει ο πιο ισχυρός.

Οπότε όταν η γυναίκα φύγει, δεν βιώνεται μόνο η απώλεια μιας σχέσης. Βιώνεται η απώλεια ενός κτήματος. Η κατάρρευση μιας αίσθησης κυριότητας. Και ταυτόχρονα η κατάρρευση της εικόνας του ισχυρού "αρσενικού" που είναι αρσενικό επειδή κυριαρχεί και "γαμάει".

Γι' αυτό και είναι σημαντικό να πούμε κάτι που συχνά ξεχνιέται. Η γυναικοκτονία δεν είναι η ακραία μορφή του έρωτα. Είναι η ακραία μορφή της λογικής της κατάκτησης που μεταμφιέστηκε σε έρωτα. Μια ακόμη μάσκα στα διάφορα προσωπεία ισχύος που διατίθενται στο κοινωνικό παζάρι.

Αλλά η κατάκτηση, η κυριαρχία, η ισχύς, δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με την αγάπη. Μάλλον είναι το ακριβές αντίθετο της.

Η κατάκτηση γεννιέται από την αδυναμία αποδοχής της ελευθερίας του άλλου. Από την αδυναμία αποδοχής ότι η γυναίκα δεν είναι προέκταση του εαυτού μας. Δεν είναι ιδιοκτησία μας.

Δεν είναι τρόπαιο μας. Δεν είναι η επιβεβαίωσή μας. Δεν μας ανήκει.

Γιατί ο έρωτας, στην πιο βαθιά και ανθρώπινη μορφή του, δεν λέει «Είσαι δική μου.» Λέει «Είσαι ελεύθερη, κι όμως επιλέγεις να είσαι μαζί μου.»

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές προκλήσεις της εποχής μας. Να μάθουμε να αγαπάμε χωρίς να κατέχουμε. Να επιθυμούμε χωρίς να κυριαρχούμε. Να σχετιζόμαστε χωρίς να μετατρέπουμε τον άλλον σε προέκταση του εαυτού μας. Να απαλλαγούμε επιτέλους από την θανατηφόρα κουλτούρα της Ισχύος, που μολύνει ολόκληρο το συλλογικό μας σώμα.

Γιατί η αγάπη αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει η ιδιοκτησία.

Και η ελευθερία του άλλου δεν είναι η απειλή του έρωτα. Είναι η σημαντικότερη προϋπόθεσή του

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)