Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙ ΝΑ Σ' ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ;

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

ΕΙΝΑΙ ΕΝΤΑΞΕΙ ΝΑ Σ' ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ;
Η αγάπη μετά την εξιδανίκευση
Σε κάθε σημαντική σχέση εμφανίζεται εκείνη η άβολη στιγμ'η που σπάνια περιγράφεται στα ποιήματα και σχεδόν ποτέ στις ερωτικές ταινίες. Είναι η στιγμή που ο άλλος παύει να είναι τέλειος ή -πιο προσωπικά- η στιγμή με κατεβάζει από το βάθρο μου.
Η στιγμή που αρχίζουμε να βλέπουμε όχι τον άνθρωπο που φανταστήκαμε, αλλά τον άνθρωπο που πραγματικά είναι. Τις αδυναμίες του, τις αντιφάσεις του, τις μικρότητές του, τους φόβους του, τα τραύματά του, τα σκοτεινά του υπόγεια και τις...μαλακίες του.
Είναι οι στιγμές που δεν στέκεται στο ύψος όσων περιμέναμε. Οι στιγμές που μας απογοητεύει, που μας πληγώνει. Και τότε εμφανίζεται ένα σπουδαίο ερώτημα: Τι συμβαίνει στην αγάπη όταν τελειώνει η εξιδανίκευση;
Τι κρίμα που οι περισσότεροι άνθρωποι "εκπαιδεύονται" να πιστεύουν ότι ο θυμός και η αγάπη είναι αντίθετα συναισθήματα.
Ότι αν αγαπώ πραγματικά κάποιον δεν θα έπρεπε να θυμώνω μαζί του. Κι αν θυμώνω πολύ, ίσως αυτό να σημαίνει ότι η αγάπη έχει χαθεί.
Όμως η πραγματική ζωή είναι πολύ πιο περίπλοκη. Ο θυμός δεν είναι το αντίθετο της αγάπης. Το αντίθετο της αγάπης είναι η αδιαφορία. Και βέβαια, ο θυμός γεννιέται συχνά ακριβώς επειδή ο άλλος έχει σημασία, επειδή μας επηρεάζει, επειδή η παρουσία του μετρά, επειδή οι πράξεις του έχουν τη δύναμη να μας αγγίξουν, να μας πληγώσουν, να μας μετακινήσουν.
"Κανονικά" δεν θυμώνουμε έτσι με έναν άγνωστο, μ' ένα περαστικό, δεν θυμώνουμε έτσι με τον σερβιτόρο-εκτός κι αν το τραύμα μας μας ωθεί συνέχεια στη θέση ενός τσαμπουκαλεμένου έφηβου που διαμαρτύρεται προκλητικά γιατί δεν τον αγαπούν.
Όπως και να έχει θυμώνουμε πολύ με αυτούς που κατοικούν μέσα μας, μ' αυτούς που έχουν γίνει μέρος της ιστορίας μας, μ' αυτούς που έχουν αποκτήσει τη δύναμη να μας επηρεάζουν βαθιά.
Η αλήθεια είναι πως κάτω από τον θυμό κρύβεται συχνά μια πληγωμένη μορφή αγάπης. Μια ανάγκη που δεν συναντήθηκε, μια προσδοκία που διαψεύστηκε, μια απογοήτευση, μια απώλεια που δεν πενθήθηκε όπως της άξιζε.
Κάτω από τον θυμό κρύβεται ένα ανείπωτο: «Σε χρειαζόμουν.», «Με πλήγωσες.», «Περίμενα κάτι άλλο από εσένα.»
Και το πρόβλημα δεν είναι ο θυμός. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν μπορούμε να αντέξουμε την ταυτόχρονη ύπαρξη αγάπης και θυμού. Όταν νιώθουμε ότι πρέπει να διαλέξουμε. Ή αγαπώ ή θυμώνω. Ή είσαι καλός ή κακός. Ή είσαι άγγελος ή τέρας. Και τότε αρχίζει ο διχασμός. Είτε εξιδανικεύουμε τον άλλον αρνούμενοι κάθε απογοήτευση. Είτε τον δαιμονοποιούμε για να προστατευτούμε από την "απειλητική" αγάπη που συνεχίζουμε να νιώθουμε.
Όμως και στις δύο περιπτώσεις χάνουμε την πραγματικότητα. Γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η Melanie Klein υπήρξε από τους πρώτους ανθρώπους που κατανόησαν βαθιά αυτή την αλήθεια, υποστηρίζοντας ότι η ψυχική ωρίμανση αρχίζει όταν το παιδί ανακαλύπτει ότι τόσο η «καλή μητέρα» όσο και η «κακή μητέρα» είναι το ίδιο πρόσωπο. Ότι ο άνθρωπος που το αγαπά είναι ταυτόχρονα και ο άνθρωπος που το ματαιώνει.
Ότι η πηγή της χαράς και η πηγή της απογοήτευσης δεν είναι δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Είναι ένας.
Και προφανώς, αυτό που ισχύει για το παιδί ισχύει και για τον ενήλικα. Η ωριμότητα αρχίζει όταν μπορούμε να αντέξουμε ότι το πρόσωπο που αγαπάμε δεν είναι ούτε τέλειο ούτε αποκρουστικό, ούτε απόλυτα καλό ούτε απόλυτα κακό, αλλά απλά ανθρώπινο.
Κοντά σε αυτή την ιδέα κινήθηκε αργότερα και ο D. Winnicott, που πίστευε ότι η ωριμότητα μιας σχέσης εξαρτάται από την ικανότητα του άλλου να «επιβιώνει» από την επιθετικότητά μας.
Δηλαδή, να μπορούμε να θυμώνουμε, να απογοητευόμαστε, να βιώνουμε ακόμη και στιγμές έντονης εχθρότητας, χωρίς να χρειάζεται να καταστρέψουμε τον δεσμό, χωρίς να χρειάζεται να διαγράψουμε την αγάπη, χωρίς να χρειάζεται να εξαφανίσουμε τον άνθρωπο.
Τότε είναι που η αγάπη ωριμάζει. Όχι όταν εξαφανίζεται ο θυμός, αλλά όταν σταματάει ο διχασμός. Όταν μπορούμε να κρατήσουμε μέσα μας δύο φαινομενικά αντιφατικές αλήθειες. Και ότι αγαπώ και Και ότι θυμώνω. Και ότι εκτιμώ και ότι απογοητεύομαι. Και ότι θαυμάζω και ότι βλέπω καθαρά τις αδυναμίες. Ίσως μάλιστα αυτή να είναι η μεγαλειώδης στιγμή που που τελειώνει ο έρωτας της φαντασίας και αρχίζει η αγάπη του πραγματικού ανθρώπου.
Γιατί ενώ η εξιδανίκευση αγαπά ένα είδωλο, η αγάπη αγαπά ένα πρόσωπο. Η εξιδανίκευση αγαπά αυτό που θα ήθελε να υπάρχει, ενώ η αγάπη αγαπά αυτό που όντως υπάρχει. Με τις πληγές του, με τις ελλείψεις του, με τις αντιφάσεις του, με τις στιγμές μεγαλείου και τις στιγμές μικρότητας, με το φως και τη σκιά του.
Και ίσως εδώ να βρίσκεται η βαθύτερη μετάβαση κάθε μεγάλης σχέσης. Η μετάβαση από τον φαντασιακό στον πραγματικό Άλλο.
Από τον άνθρωπο που δημιουργήσαμε μέσα στο μυαλό μας στον άνθρωπο που στέκεται απέναντί μας.
Και τότε συμβαίνει το παράδοξο της Αγάπης. Της αγάπης που βαθαίνει, που παύει να στηρίζεται στην τελειότητα και αρχίζει να πατά γερά στην ανθρώπινη αλήθεια.
Συνεπώς μπορεί να πει κανείς πως η πιο ώριμη μορφή έρωτα α είναι εκείνη όπου δύο άνθρωποι μπορούν να πουν ο ένας στον άλλον: «Αυτή τη στιγμή είμαι θυμωμένος μαζί σου. Και όμως εξακολουθώ να σε βλέπω. Εξακολουθώ να αναγνωρίζω ποιος είσαι για μένα. Εξακολουθώ να επιλέγω να μείνω μέσα στη σχέση μαζί σου.»
Γιατί εκεί αρχίζει η αγάπη μετά την εξιδανίκευση, εκεί αρχίζει η αγάπη του πραγματικού ανθρώπου, που είναι "φτιαγμένος από σκατά και αίμα" όπως ορίζει ο μεγάλος μας ερωτευμένος Αλέκος Παναγούλης. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η αγάπη που μπορεί πραγματικά να αντέξει στον χρόνο.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)