Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης,

  




Cultural News - Πολιτιστικά Νέα.


Οἱ στίχοι αὐτοί.
Οἱ στίχοι αὐτοὶ μπορεῖ καὶ νά ῾ναι οἱ τελευταῖοι
οἱ τελευταῖοι στοὺς τελευταίους ποὺ θὰ γραφτοῦν
Γιατί οἱ μελλούμενοι ποιητὲς δὲ ζοῦνε πιὰ
αὐτοὶ ποὺ θὰ μιλούσανε πεθάναν ὅλοι νέοι
Τὰ θλιβερὰ τραγούδια τους γενήκανε πουλιὰ
σὲ κάποιον ἄλλον οὐρανὸ ποὺ λάμπει ξένος ἥλιος
Γενῆκαν ἄγριοι ποταμοὶ καὶ τρέχουνε στὴ θάλασσα
καὶ τὰ νερά τους δὲν μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις
Στὰ θλιβερὰ τραγούδια τους φύτρωσε ἕνας λωτὸς
νὰ γεννηθοῦμε στὸ χυμό του ἐμεῖς πιὸ νέοι.
---


Τὸ σκάκι
Ἔλα νὰ παίξουμε...
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου.
(Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη)
Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
(Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει καιρὸ πρὶν ἀπὸ μένα)
Κι ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
(Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω)
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
Ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
Δρασκελώντας τὴν μιὰ ἄκρη ὣς τὴν ἄλλη
Γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
Ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις.
Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα...

---


13.12.43.
Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾λεγα
Ὅταν σφυρίζουν τὰ πλοῖα μὴν εἶσαι στὸ λιμάνι.
Μὰ ἡ μέρα ποὺ ἔφευγε ἤτανε δικιά μας
καὶ δὲ θὰ θέλαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε
Ἕνα μαντήλι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνίατου γυρισμοῦ
Κι ἔβρεχε ἀλήθεια πολὺ κι ἤτανε ἔρημοι οἱ δρόμοι
Μὲ μιὰ λεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οἱ ἄνθρωποι τόσο λησμονημένοι -
Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι;
Κι ἕσφιγγα τὰ χέρια σου Δὲν εἶχε τίποτα τ᾿ ἀλλόκοτο ἡ κραυγή μου.
Θὰ φύγουμε κάποτε ἀθόρυβα καὶ θὰ πλανηθοῦμε
Μὲς στὶς πολύβοες πολιτεῖες καὶ στὶς ἔρημες θάλασσες
Μὲ μιὰν ἐπιθυμία φλογισμένη στὰ χείλια μας
Εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ γυρέψαμε καὶ μᾶς τὴν ἀρνήθηκαν
Ξεχνοῦσες τὰ δάκρυα, τὴ χαρὰ καὶ τὴ μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκὰ πανιὰ π᾿ ἀνεμίζονται.
Ἴσως δὲ μένει τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ αὐτὸ νὰ θυμόμαστε.
Μὲς στὴν ψυχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγώνιο Γιατί,
Ρουφῶ τὸν ἀγέρα τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἐγκατάλειψης
Χτυπῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου
καὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς
καὶ τῆς θλίψης μου.
Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.
---

Ποιητική.
-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.
-Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;
Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.
Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις
Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.
---

Ὁ Οὐρανός.
Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.
Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.
Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.
---

Νέοι της Σιδῶνος.

Κανονικὰ δὲν πρέπει νἄχουμε παράπονο
Καλὴ κι ἐγκάρδια ἡ συντροφιά σας, ὅλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- ἀρτιμελῆ ἀγόρια
Γεμάτα πάθος κι ἔρωτα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ γιὰ τὴ δράση.
Καλά, μὲ νόημα καὶ ζουμὶ καὶ τὰ τραγούδια σας
Τόσο, μὰ τόσο ἀνθρώπινα, συγκινημένα,
Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ πεθαίνουν σ᾿ ἄλλην Ἤπειρο
Γιὰ ἥρωες ποὺ σκοτωθῆκαν σ᾿ ἄλλα χρόνια,
Γιὰ ἐπαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Γιὰ τὸν καημὸ τοῦ ἐν γένει πάσχοντος Ἀνθρώπου.
Ἰδιαιτέρως σᾶς τιμᾷ τούτη ἡ συμμετοχὴ
Στὴν προβληματικὴ καὶ στοὺς ἀγῶνες τοῦ καιροῦ μας
Δίνετε ἕνα ἄμεσο παρὼν καὶ δραστικό- κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιοῦσθε μὲ τὸ παραπάνω
Δυὸ δυό, τρεῖς τρεῖς, νὰ παίξετε, νὰ ἐρωτευθεῖτε,
Καὶ νὰ ξεσκάσετε, ἀδελφέ, μετὰ ἀπὸ τόση κούραση.
(Μᾶς γέρασαν προώρως Γιῶργο, τὸ κατάλαβες;)
---

Ἐπιτύμβιον.

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.
Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.
(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.
---

Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!
Δὲ χάσαμε μόνο τὸν τιποτένιο μισθό μας
Μέσα στὴ μέθη τοῦ παιχνιδιοῦ σᾶς δώσαμε καὶ τὶς γυναῖκες μας
Τὰ πιὸ ἀκριβὰ ἐνθύμια ποὺ μέσα στὴν κάσα κρύβαμε
Στὸ τέλος τὸ ἴδιο τὸ σπίτι μας μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα.
Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;
Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!
---


Ἐπίλογος.

Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.
Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς
προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη
Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν
μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ.
«Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»
Ἔστω.
Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου. Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.




Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, - ”Ο ποιητής της ήττας”-άφησε την τελευταία του πνοή #ΣανΣήμερα τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου του 2005 ταλαιπωρημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιοαγγειακά προβλήματα, αλλά κατάφερε να μετατρέψει την ποίησή του σε εφαλτήριο για τις επόμενες γενιές.


Ένας ποιητής που σε δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς δεν σώπασε, αλλά ενέπνευσε και στιγμάτισε μέσω της ποίησής του μια ολόκληρη εποχή. Όταν έκρινε απαραίτητο να υποχωρήσει το έκανε, όχι όμως από αδυναμία ή φόβο αλλά προκειμένου να δώσει τη δυνατότητα σε νέες φωνές να εκφραστούν. Λόγω της αντιστασιακής του δράσης συνελήφθη και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά δε θανατώθηκε. Η ποίησή του ενείχε την ελπίδα, το φως, που στο τέλος θα έλαμπε και θα φώτιζε καθετί σκοτεινό και ανήλιο. Λανθασμένα θεωρήθηκε ότι εξέφρασε την απελπισία και την ήττα μέσω της ποίησής του. Εξέφρασε την αβεβαιότητα και την αποξένωση που γεννά ο πόλεμος για το αύριο.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννιέται στη Θεσσαλονίκη στις 10 Μαρτίου 1925 (αν και ανεπιβεβαίωτες φήμες αναφέρουν ότι γεννήθηκε στις 9 Μαρτίου).
Οι γονείς του είχαν καταγωγή από το Ρέθυμνο (το πατρικό του σπίτι υπάρχει ακόμα στην Κρήτη) ενώ ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι ο παππούς του ποιητή διετέλεσε βουλευτής της κυβέρνησης Βενιζέλου.

Ο Αναγνωστάκης παρά την αδιαμφισβήτητη κλίση του στη λογοτεχνία και δη στην ποίηση, αρχικά σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κι έλαβε την ειδικότητα του ακτινολόγου. Το 1955 μετέβη στη Βιέννη, προκειμένου να συμπληρώσει το γνωστικό πεδίο του γύρω από την ειδικότητά του κι έναν χρόνο αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως ακτινολόγος.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου συμμετείχε στην ΕΠΟΝ ως μέλος του φοιτητικού κινήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Λόγω της πολιτικής του δράσης συνελήφθη και καταδικάστηκε από έκτακτο στρατοδικείο σε θάνατο αλλά η εκτέλεση της ποινής του δεν πραγματοποιήθηκε.

Στην πορεία των χρόνων κατάφερε να παρουσιάσει πλούσιο λογοτεχνικό έργο στρεφόμενος αποκλειστικά στην ποίηση ενώ συμμετείχε σε αρκετά λογοτεχνικά περιοδικά είτε δημοσιεύοντας ποιήματά του είτε ως αρχισυντάκτης. Έλαβε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας και αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 23 Ιουνίου 2005 λόγω καρδιαγγειακών και αναπνευστικών προβλημάτων.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στα λογοτεχνικά δρώμενα το 1942 μέσω της συμμετοχής του στο λογοτεχνικό περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα».

Δύο χρόνια αργότερα, στην καρδιά του πολέμου συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» από το πόστο του αρχισυντάκτη. Επρόκειτο για ένα περιοδικό το οποίο στόχευε να εμπνεύσει τους Έλληνες και να αναπτερώσει το ηθικό τους αίσθημα, ώστε να συμμετέχουν στον πόλεμο, κυρίως μέσω της λογοτεχνίας.

Το 1945 αποφασίζει να εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές» και μάλιστα με δικά του έξοδα. Για 35 (!) χρόνια ο ποιητής θα εκδίδει όλες τις ποιητικές συλλογές του ιδία δαπάνη. Το 1979 όμως, είναι το έτος κατά το οποίο ο ποιητής θα εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή χωρίς να καταβάλλει δικά του χρήματα για την έκδοσή της.

Ο Θεσσαλονικιός λογοτέχνης προκειμένου τα ποιήματά του να λάβουν μεγαλύτερη προβολή, ώστε να νιώσουν οι Έλληνες την ελπίδα ότι τίποτα δεν χάθηκε, συνήθιζε να τα δημοσιεύει σε περιοδικά γράφοντας παράλληλα και αρκετά κριτικά σημειώματα. Συγκεκριμένα, δημοσίευσε ποιήματά του (λογοτεχνικά και πολιτικά) στην εφημερίδα «Αυγή», στα «Νέα Κείμενα», στη «Συνέχεια» (1973), ενώ ήταν μέλος στην εκδοτική ομάδα των «Δεκαοχτώ κειμένων» (1970). Την τριακονταετία 1941-1971 δημοσίευσε 88 ποιήματα και το 1979 εκδόθηκε συλλογικός τόμος με όλα του ποιήματα. Από το 1983 κι έπειτα, μετά το ιδιωτικό του σχόλιο «Υ.Γ.», αποφάσισε να σωπάσει. Τους λόγους εξήγησε αργότερα ο ίδιος:


«Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», […] «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή».

Είχε ξεκαθαρίσει σε μια σπάνια συνέντευξή του ότι «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».

Ο Αναγνωστάκης έμμεσα είχε προαναγγείλει την σιωπή του μέσω του ποιήματος «Στόχος» (1970):


Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες.

Αρκετά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από κορυφαίους συνθέτες όπως είναι οι: Θάνος Μικρούτσικος, Μίκης Θεοδωράκης, Μιχάλης Γρηγορίου, Γιάννης Μαρκόπουλος, και Δημήτρης Παπαδημητρίου. Μάλιστα, το πιο γνωστό ποίημα του Αναγνωστάκη «Μιλώ» μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Λόγω της εξαιρετικής του ποίησης τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο ποίησης (1986), Το Μεγάλο βραβείο λογοτεχνίας (2002) και αναγορεύθηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο Αναγνωστάκης ανήκε λογοτεχνικά στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Χαρακτηρίστηκε ως «ποιητής της ήττας», καθώς τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι ποιητές συνάδελφοί του ένιωσαν ή και συνειδητοποίησαν ότι τα όνειρα και οι στόχοι της Αριστεράς διαψεύστηκαν με το χειρότερο τρόπο. Η ποίησή του στηρίχτηκε στην αξία της μνήμης, στις αναφορές για τα παιδικά του χρόνια, τη φιλία και την ταύτιση ποίησης-ζωής.

Δεν υποχώρησε, παρά μόνο για να στραφεί στον εσωτερικό του κόσμο, προκειμένου να προστατέψει τα συναισθήματα και τις αξίες που στη σύγχρονη εποχή κινδυνεύουν να χαθούν. Δε σιώπησε, αλλά έδωσε την ευκαιρία να εκφραστούν νέες φωνές μέσω της ποίησης.
Ο ίδιος δεν ήταν απαισιόδοξος ούτε κι απελπισμένος. Ούτε και η ποίησή του πρέπει να χαρακτηρίζεται απαισιόδοξη κι ας σπάει τα όρια της απελπισίας κι ας δημιουργεί την αίσθηση του μάταιου. Είναι λογικό να γράφει τέτοιους στίχους εν καιρώ πολέμου.

Κατά βάθος η ποίησή του κρύβει την ελπίδα, το φως που θα λάμψει πάλι και θα γεμίσει με αισιοδοξία τον καθένα διαλύοντας καθετί σκοτεινό και ανοίκειο.

Φωτογραφία: Χρήστος Ζουλιάτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)