Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ; ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ; ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
Τα Τέμπη δεν ήταν μόνο μια εθνική τραγωδία ή ένα κρατικό έγκλημα.
Ήταν ίσως η μοναδική στιγμή των τελευταίων δεκαετιών κατά την οποία η ελληνική κοινωνία έδειξε ότι μπορούσε να υπερβεί, έστω και προσωρινά, τους πολυσχιδείς -πραγματικούς ή ψευδαισθητικούς- διαχωρισμούς της. Για λίγο, άνθρωποι που δεν μοιράζονταν τις ίδιες πολιτικές ιδέες, τις ίδιες ιδεολογίες ή ακόμη και την ίδια ανάγνωση των γεγονότων, βρέθηκαν να διεκδικούν κάτι κοινό: την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, τη λογοδοσία των υπευθύνων και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Για λίγο συνέβη κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Άνθρωποι που διαφωνούσαν σχεδόν σε όλα βρέθηκαν στον ίδιο δρόμο. Δεξιοί και αριστεροί, νέοι και ηλικιωμένοι, άνθρωποι που μέχρι χθες δεν εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον, ενώθηκαν γύρω από ένα αίτημα που ξεπερνούσε τις κομματικές τους ταυτότητες.
Ήταν ίσως η πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια που η κοινωνία έμοιαζε να αποκτά ξανά μια κοινή ηθική γλώσσα.
Κι όμως, αυτή η ενότητα δεν κράτησε.
Σήμερα, δύο χρόνια αργότερα, δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι εκείνη η πρωτοφανής κοινωνική κινητοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε μια αντίστοιχα βαθιά συλλογική και πολιτική μεταβολή. Τι απέγινε λοιπόν το Κίνημα των Τεμπών; Ή μάλλον γιατί μια τόσο ισχυρή κοινωνική αφύπνιση δεν κατάφερε να μετασχηματιστεί σε μια διαρκή δύναμη κοινωνικής αλλαγής;
Η εύκολη απάντηση είναι να αναζητήσουμε τους υπεύθυνους. Να κατηγορήσουμε την κυβέρνηση, το σύστημα ή από την άλλη πλευρά, να αποδώσουμε την αποδυνάμωση του κινήματος σε λάθη της ηγεσίας του. Ίσως, όμως, αυτή η συζήτηση να χάνει το ουσιώδες. Γιατί τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα δεν ηττώνται ποτέ από έναν μόνο αντίπαλο. Όταν υποχωρούν, αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντοτε επειδή συναντούν βαθύτερες αδυναμίες της ίδιας της κοινωνίας που τα γέννησε.
Ασφαλώς έγιναν και στρατηγικά λάθη. Ίσως το σημαντικότερο ήταν ότι το ηθικό κεφάλαιο του κινήματος άρχισε σταδιακά να συγχέεται με μια νεφελώδη πολιτική εκπροσώπησή του.
Η δύναμή του ήταν ότι ανήκε σε όλους. Η αδυναμία του ήταν ότι κάποια στιγμή άρχισε να μοιάζει πως ανήκει σε ορισμένους. Παράλληλα, ένα τόσο σύνθετο κοινωνικό ρεύμα δεν απέκτησε ποτέ μια συλλογική δομή που να υπερβαίνει τα πρόσωπα. "Ποιος φοβάται τον Λαό;" αναρωτιόμουν τότε.
Και όταν ένα κίνημα εξαρτάται υπερβολικά από τις επιλογές, τις δυνατότητες ή και τις εύλογες αδυναμίες λίγων ανθρώπων, γίνεται αναπόφευκτα πιο ευάλωτο.
Όμως, νομίζω πως αυτά δεν είναι τα βαθύτερα αίτια της ήττας.
Το Κίνημα των Τεμπών συνάντησε κάτι πολύ μεγαλύτερο από την εκάστοτε κυβέρνηση και τους πανίσχυρους προφανώς μηχανισμούς της . Το Κίνημα των Τεμπών συνάντησε μια κοινωνία εξαντλημένη. Μια κοινωνία που έχει περάσει οικονομική κρίση, μνημόνια, πανδημία, αλλεπάλληλες διαψεύσεις και που σταδιακά έχει χάσει την πίστη της ότι η συλλογική δράση μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα.
Κάπου εκεί αρχίζει να γεννιέται ο κυνισμός. Εκείνη η εσωτερική φωνή που λέει: «Δεν αλλάζει τίποτα.» Και όταν ο κυνισμός γίνει ισχυρότερος από την ελπίδα, τα κινήματα αρχίζουν να κουράζονται.
Υπάρχει όμως ακόμη κάτι που, κατά τη γνώμη μου, υποτιμούμε.
Η κρίση της εμπιστοσύνης. Το Κίνημα των Τεμπών προσπάθησε να οικοδομήσει συλλογική δράση -χωρίς μάλιστα να οικοδομήσει τις αναγκαίες δομές - μέσα σε μια κοινωνία που εδώ και χρόνια δυσκολεύεται να εμπιστευθεί τους θεσμούς, τα κόμματα, τα μέσα ενημέρωσης, τη Δικαιοσύνη, αλλά κυρίως τον ίδιο της τον εαυτό.
Και χωρίς εμπιστοσύνη δεν υπάρχει κοινότητα. Χωρίς κοινότητα δεν υπάρχει κίνημα. Υπάρχουν μόνο στιγμιαίες εκρήξεις οργής. Η οργή όμως, όσο δίκαιη κι αν είναι, δεν αρκεί, δεν οικοδομεί θεσμούς, δεν παράγει διάρκεια, δεν δημιουργεί πολιτισμό. Χρειάζεται να μετασχηματιστεί σε εμπιστοσύνη, συνεργασία και συλλογική ευθύνη.
Υπήρξε όμως, κατά τη γνώμη μου, και μια ακόμη βαθύτερη αδυναμία. Το Κίνημα των Τεμπών δεν κατάφερε ποτέ να παραγάγει ένα νέο, συνεκτικό όραμα για την ελληνική κοινωνία. Διατύπωσε με καθαρότητα αυτό που αρνιόταν, δεν διατύπωσε όμως με την ίδια καθαρότητα αυτό που επιθυμούσε να οικοδομήσει. Και αυτό έχει σημασία. Γιατί οι κοινωνίες δεν κινητοποιούνται για πολύ μόνο από την οργή. Χρειάζονται μια εικόνα του μέλλοντος που να αξίζει να τις τραβήξει προς τα εμπρός. Ένα Όραμα!
Ένα όραμα δεν είναι μια συλλογή ευχών. Δεν είναι μια συρραφή διακηρύξεων περί δικαιοσύνης, δημοκρατίας ή διαφάνειας και άλλων "αυτονόητων". Αυτές είναι αναγκαίες αξίες, αλλά δεν συγκροτούν από μόνες τους μια νέα συλλογική αφήγηση. Όραμα είναι μια συνεκτική πρόταση για το ποιοι θέλουμε να γίνουμε ως κοινωνία, ποιες σχέσεις θέλουμε να οικοδομήσουμε, ποια εμπιστοσύνη θέλουμε να αποκαταστήσουμε και ποιο μέλλον αξίζει να παραδώσουμε στα παιδιά μας.
Τα μεγάλα κινήματα δεν αλλάζουν την ιστορία μόνο επειδή καταγγέλλουν το παλιό. Την αλλάζουν επειδή κ ά ν ο υ ν τ ο υ ς α ν θ ρ ώ π ο υ ς ν α ε ρ ω τ ε υ τ ο ύ ν έ ν α ν έ ο μ έ λ λ ο ν και όχι να το "σιχτιρίζουν".
Ίσως λοιπόν το Κίνημα των Τεμπών να μην ηττήθηκε από τους αντιπάλους του. Ίσως να ηττήθηκε από το βαθύτερο τραύμα της ελληνικής κοινωνίας. Από τη δυσκολία της να παραμείνει ενωμένη όταν περάσει η πρώτη συγκίνηση. Από την αδυναμία της να μετατρέψει τη συλλογική οδύνη σε συλλογικούς θεσμούς.
Από τον φόβο της ότι, στο τέλος, τίποτε δεν αλλάζει. Από τη δυσκολία της να οραματιστεί και να ερωτευτεί ένα δικό της ολοκαίνουργιο αύριο.
Κι όμως, αν κάτι άφησε πίσω του αυτό το κίνημα, δεν είναι μόνο η μνήμη μιας μεγάλης διαμαρτυρίας ή μια μεγάλη ματαίωση. Είναι ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα.
Αν μια κοινωνία δεν μπορεί να μετατρέψει τη μεγαλύτερη συλλογική της οδύνη σε μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των ανθρώπων της και των θεσμών της, τότε ίσως το πρόβλημα να μην είναι το ίδιο το κίνημα. Ίσως το πρόβλημα να είναι πολύ βαθύτερο. Ίσως να αφορά την ίδια την ψυχοκοινωνική υγεία της δημοκρατίας μας.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)