Πόσα πρέπει να υποστεί. Πόσα πρέπει να ανεχτεί. Πόσα πρέπει να αρνηθεί. Πόσα "πρέπει" θέλει να αρνηθεί.
Από μικρό κορίτσι μαθαίνει ότι το σώμα του δεν του ανήκει ολοκληρωτικά. Είναι ταυτόχρονα πεδίο επιθυμίας, αξιολόγησης, ελέγχου, φόβου και προβολής.
Πρέπει να είναι όμορφο αλλά όχι υπερβολικά όμορφο. Επιθυμητό αλλά όχι προκλητικό. Σεξουαλικό αλλά όχι «πολύ». Νέο αλλά και ώριμο. Αδύνατο αλλά όχι αδύναμο. Δυνατό, αλλά όχι απειλητικό.
Πρέπει να είναι ελκυστικό αλλά να μη γεννά επιθυμίες που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Να είναι ελεύθερο αλλά να προσέχει. Να είναι αυτόνομο αλλά να μην τρομάζει. Να είναι μητέρα αλλά να μην εγκαταλείπει τον εαυτό του. Να είναι εργαζόμενη αλλά να μην ξεχνά και να φροντίζει τους άλλους.
Και κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις αντιφατικές εντολές, το σώμα καλείται να συνεχίσει να κατοικείται από μια ψυχή.
Να αιμορραγεί κάθε μήνα. Να επιθυμεί. Να φοβάται. Να γεννά.
Να θηλάζει. Να "νοικουρεύει". Να πενθεί. Να γερνά. Να συνεχίζει.
Το γυναικείο σώμα κουβαλά πάνω του, μέσα του, μια ολόκληρη ιστορία. Κουβαλά τα βλέμματα που το μέτρησαν. Τα χέρια που το διεκδίκησαν. Τις φωνές που του είπαν πως είναι υπερβολικό ή ανεπαρκές. Τις προσδοκίες που το έκαναν να ντρέπεται για τη φυσικότητά του.
Κουβαλά γενιές γυναικών που έμαθαν να μικραίνουν για να χωρέσουν. Να σωπαίνουν για να μην ενοχλούν. Να προσφέρουν χωρίς να ζητούν. Να φροντίζουν χωρίς να φροντίζονται. Και κυρίως να μην "γκρινιάζουν" ποτέ, να μην διαμαρτύρονται "υστερικά".
Για αιώνες ολόκληρους το γυναικείο σώμα έμαθε να υπάρχει μέσα από τα μάτια των άλλων. Να αξιολογείται. Να συγκρίνεται.
Να επιθυμείται. Να κρίνεται. Να γίνεται αντικείμενο πριν προλάβει να γίνει υποκείμενο. Σώμα προς θέαση. Σώμα προς κατανάλωση. Σώμα προς διεκδίκηση και κυριαρχία. Σώμα προς έλεγχο.
Σαν η αξία του να βρισκόταν διαρκώς έξω από το ίδιο. Στο βλέμμα που το εγκρίνει. Στην επιθυμία που το επιλέγει. Στην αγορά που το εμπορεύεται. Στην κοινωνία που το αξιολογεί.
Κι έτσι πολλές γυναίκες έμαθαν να κοιτάζουν τον εαυτό τους από έξω. Σαν να κατοικεί μέσα τους ένας αόρατος κριτής. Μια μάνα, ένας πατέρας ή ένας γκόμενος, κύριος οίδε.
Πολλές γυναίκες έμαθαν να περπατούν και ταυτόχρονα να παρατηρούν τον εαυτό τους να περπατά. Να γελούν και ταυτόχρονα να αναρωτιούνται πώς φαίνονται όταν γελούν. Να μεγαλώνουν και να φοβούνται μήπως το σώμα τους πάψει να είναι επιθυμητό.
Λες και το σώμα δεν είναι τόπος ζωής αλλά δημόσιο έκθεμα.
Αυτή κι αν είναι μία από τις πιο αόρατες μορφές βίας. Όχι όταν κάποιος σου "παίρνει" το σώμα. Αλλά όταν σε πείθει να πάψεις να το κατοικείς εσύ. Όταν αρχίζεις να βλέπεις το σώμα πρωτίστως ως εικόνα και όχι ως σπίτι. Ως εμφάνιση και όχι ως εμπειρία. Ως αντικείμενο προς αξιολόγηση ή ακόμη χειρότερα ως τρόπαιο προς κατάκτηση και όχι ως ιερό τόπο ύπαρξης.
Γι’ αυτό πολλές γυναίκες γνωρίζουν κάτι για το σώμα που πολλοί άνδρες αργούν να μάθουν, Ότι το σώμα είναι μνήμη. Θυμάται τα χάδια. Θυμάται τις απουσίες. Θυμάται τη βία. Θυμάται τη φροντίδα. Θυμάται ποιος το κοίταξε με κυριαρχική επιθυμία και ποιος με τρυφερότητα.
Και ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία της εποχής μας να είναι ότι ζητάμε συνεχώς από το γυναικείο σώμα να είναι όμορφο, λειτουργικό, διαθέσιμο, παραγωγικό, αιώνια νέο. Αλλά πολύ σπάνια του επιτρέπουμε απλώς να είναι. Να αναπνέει. Να ξεκουράζεται. Να συγκινείται. Να γερνά. Να ερωτεύεται. Να υπάρχει χωρίς να απολογείται.
Γιατί, το σώμα -προφανώς- δεν γεννήθηκε για να γίνεται θέαμα. Γεννήθηκε για να αισθάνεται. Να ανατριχιάζει. Να επιθυμεί. Να αγκαλιάζει. Να γεννά. Να χορεύει. Να κουράζεται. Να γερνά. Να αγαπά.
Και ίσως τελικά, ύστερα από αιώνες όπου το γυναικείο σώμα υπήρξε πεδίο διεκδίκησης, ελέγχου, φόβου, επιθυμίας και εξουσίας, το πιο σημαντικό που θα άξιζε να του πουν οι άνδρες είναι:
«Συγγνώμη για όλες τις φορές που σε κοιτάξαμε χωρίς να σε δούμε.»
«Συγγνώμη για όλες τις φορές που ζητήσαμε από εσένα να κουβαλήσεις βάρη που δεν σου ανήκαν.»
«Συγγνώμη για όλες τις φορές που απαιτήσαμε να είσαι ποθητή αντί να είσαι ελεύθερη.»
Και ύστερα κάτι ακόμη πιο σημαντικό:
«Σε βλέπω. Σε ευχαριστώ. Μπορείς τώρα να ακουμπήσεις λίγο το βάρος που κουβαλούσες τόσο καιρό. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα για να αξίζεις.»
Λιγότερα