Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης 1 ώρ. · ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΕΜΟ

 


ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΕΜΟ

Αντώνης Ανδρουλιδάκης   1 ώρ.    ·

ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΡΕΜΟ

Ποιος μας έμαθε για ποια πράγματα αξίζει να τρέχουμε;

Η εικόνα είναι σχεδόν αλληγορική. Οι μπάρες ανοίγουν και εκατοντάδες άνθρωποι αρχίζουν να τρέχουν. Τρέχουν πραγματικά, με όση δύναμη έχουν, για να προλάβουν μια καλύτερη θέση στη συναυλία, να βρεθούν λίγο πιο κοντά στη σκηνή, εκεί όπου συμβαίνει το γεγονός.

Θα ήταν πολύ εύκολο να τους ειρωνευτούμε. Και θα ήταν λάθος.

Γιατί το ενδιαφέρον στην εικόνα δεν είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι τρέχουν. Είναι ότι μπορούν ακόμη να τρέξουν. Μπορούν να επιθυμήσουν κάτι τόσο πολύ ώστε να περιμένουν ώρες, να στριμωχτούν, να κινητοποιηθούν, να συγκεντρωθούν κατά χιλιάδες στον ίδιο τόπο.

Άρα το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία μας έχασε την επιθυμία της. Το ερώτημα είναι άλλο: Ποιος έμαθε μια κοινωνία για ποια πράγματα αξίζει να τρέχει; Γιατί καμία κοινωνία δεν γεννιέται γνωρίζοντας τι είναι σημαντικό. Μαθαίνει τι αξίζει να θαυμάζει, να επιθυμεί, να αγοράζει, να φοβάται, για ποιο πράγμα αξίζει να περιμένει, να ταξιδέψει, να συγκινηθεί ή να θυμώσει. Και αυτή η εκπαίδευση δεν γίνεται μόνο στο σχολείο. Γίνεται καθημερινά από τις οθόνες, τη διαφήμιση, την τηλεόραση, τις πλατφόρμες, από τα πρόσωπα που προβάλλονται αδιάκοπα και από εκείνα που δεν προβάλλονται ποτέ.

Μια κοινωνία εκπαιδεύεται κυρίως από αυτά στα οποία μαθαίνει να στρέφει την προσοχή της. Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο αθέατες λειτουργίες του σύγχρονου καπιταλισμού. Δεν χρειάζεται να σου απαγορεύσει να σκέφτεσαι. Δεν χρειάζεται καν να σου πει τι να σκέφτεσαι. Αρκεί να επηρεάζει αποφασιστικά για ποια πράγματα θα σκέφτεσαι. Η εξουσία πάνω στην προσοχή προηγείται συχνά της εξουσίας πάνω στη σκέψη.

Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει μέσα σε έναν πρωτοφανή μηχανισμό παραγωγής προσοχής και επιθυμίας: κοίτα εδώ, θύμωσε γι' αυτό, συγκινήσου μ' εκείνο, αγόρασε αυτό, φοβήσου το άλλο, δες το επόμενο, συνέχισε να σκρολάρεις. Δεν χρειάζεται κάποιο σκοτεινό κέντρο που τα σχεδιάζει όλα. Αρκεί η σύγκλιση ενός οικονομικού και πολιτισμικού συστήματος που ευνοεί έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου: έναν άνθρωπο με αστείρευτη επιθυμία για κατανάλωση και εξασθενημένη επιθυμία για συμμετοχή και ευθύνη.

Κι εδώ εμφανίζεται ο Ρέμος. Όχι ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Ο κάθε Ρέμος. Ο Ρέμος ως πολιτισμικό σημείο, ως θέαμα, ως «εμπειρία», ως οργανωμένη συγκίνηση. Μόνο που αυτή η συγκίνηση έχει συχνά κάτι το πλαστικό. Όχι επειδή είναι ψεύτικη. Οι άνθρωποι μπορεί πράγματι να συγκινούνται, να κλαίνε, να θυμούνται έναν έρωτα, έναν άνθρωπο που έχασαν, μια εποχή της ζωής τους. Το πλαστικό δεν βρίσκεται στην αλήθεια του αισθήματος αλλά στη βιομηχανική του μορφή. Είναι μια συγκίνηση προκατασκευασμένη, σκηνοθετημένη, επαναλήψιμη και έτοιμη προς κατανάλωση.

Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε π λ α σ τ ι κ ό σ υ ν α ί σ θ η μ α: ένα συναίσθημα που μπορεί να είναι απολύτως αληθινό τη στιγμή που βιώνεται, αλλά έχει οργανωθεί έτσι ώστε να καταναλωθεί χωρίς να αφήσει πίσω του υποχρεώσεις. Γιατί το πραγματικό συναίσθημα έχει συνέπειες. Η αγάπη ζητά παρουσία. Η θλίψη ζητά μνήμη. Η οργή απέναντι στην αδικία ζητά θέση. Η συμπόνια ζητά να πλησιάσεις τον άλλον. Το πλαστικό συναίσθημα ζητά κυρίως… το επόμενο συναίσθημα. Όπως, άλλωστε, συμβαίνει συχνά και στις σύγχρονες "ερωτικές" μας σχέσεις.

Συγκινούμαι χωρίς να δεσμεύομαι. Θυμώνω χωρίς να πράττω. Πενθώ χωρίς να θυμάμαι. Συμμετέχω χωρίς να αναλαμβάνω ευθύνη. Ένταση χωρίς διάρκεια. Συγκίνηση χωρίς συνέπεια. Συμμετοχή χωρίς ευθύνη.

Και ίσως αυτή να είναι η ιδανική συναισθηματική κατάσταση του καταναλωτικού υποκειμένου: όχι ένας άνθρωπος που δεν αισθάνεται τίποτε, αλλά ένας άνθρωπος που αισθάνεται διαρκώς και δεν προλαβαίνει να μεταβολίσει τίποτε. Το ώριμο συναίσθημα χρειάζεται χρόνο και σιωπή. Χρειάζεται να αντέξεις αυτό που ένιωσες αρκετά ώστε να αναρωτηθείς τι σημαίνει για τη ζωή σου. Το πλαστικό συναίσθημα δεν σου δίνει αυτόν τον χρόνο. Σου δίνει το επόμενο συναίσθημα, όπως τα προϊόντα στο ράφι ενός σούπερ μαρκετ.

Η βιομηχανία του θεάματος έχει καταλάβει κάτι θεμελιώδες: ο άνθρωπος δεν καταναλώνει μόνο πράγματα. Καταναλώνει αισθήματα. Συγκίνηση, ταύτιση, νοσταλγία, ερωτισμό, ένταση, συλλογικότητα, ακόμη και την αίσθηση ότι ανήκει κάπου. Το γεγονός γίνεται εικόνα, η εικόνα περιεχόμενο και το περιεχόμενο επιστρέφει στις πλατφόρμες για να παραγάγει νέα προσοχή, νέα επιθυμία και νέα κατανάλωση.

Και κάπου εδώ αρχίζει η νηπιοποίηση του δυτικού υποκειμένου.

Όχι επειδή όποιος διασκεδάζει είναι νήπιο. Αυτό θα ήταν ανόητο και περιφρονητικό. Η νηπιοποίηση βρίσκεται αλλού. Το νήπιο κατοικεί σε έναν κόσμο που έχει κατασκευαστεί από άλλους. Δεν αποφασίζει τους κανόνες του, δεν οργανώνει τους θεσμούς του, δεν αναλαμβάνει ευθύνη για το μέλλον του. Κάποιος άλλος φροντίζει γι' αυτά. Εκείνο επιθυμεί, ζητά, καταναλώνει, δυσανασχετεί, χαίρεται, θυμώνει και περιμένει την επόμενη ικανοποίηση.

Κάπως έτσι εκπαιδεύεται και ο σύγχρονος πολίτης. Του ζητούν να είναι απολύτως ενήλικος όταν πρόκειται να εργαστεί, να πληρώσει φόρους και δάνεια, να ανταγωνιστεί, να αυτοβελτιωθεί, να αναλάβει την «ατομική του ευθύνη». Όταν όμως πρόκειται για τον κοινό κόσμο, του ζητείται να παραμένει παιδί. Κάποιος άλλος θα αποφασίσει για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, τον πόλεμο και την ειρήνη, την παιδεία, την εργασία, το μέλλον των παιδιών του. Κι εκείνος θα επιλέξει κυρίως ανάμεσα σε προϊόντα, πλατφόρμες, κόμματα, πρόσωπα και εμπειρίες που έχουν ήδη τοποθετηθεί μπροστά του.

Ενηλικιώνεται ως καταναλωτής και νηπιοποιείται ως πολίτης.

Εδώ ακριβώς η διασκέδαση αποκτά πολιτική σημασία. Όχι επειδή υπάρχει κάτι κακό στο τραγούδι, στον χορό ή στη χαρά. Ένας πολιτισμός χωρίς γιορτή θα ήταν νεκρός. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η γιορτή δεν είναι πια ανάπαυση από τη συμμετοχή στον κοινό κόσμο, αλλά υποκατάστατό της. Όταν εκπαιδευόμαστε να είμαστε θεατές παντού: στη συναυλία, στην τηλεόραση, στην πολιτική, στον πόλεμο, στην καταστροφή, ακόμη και στην ίδια μας τη ζωή. Και ο θεατής έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα για κάθε σύστημα εξουσίας: μπορεί να είναι εξαιρετικά συγκινημένος χωρίς να είναι καθόλου επικίνδυνος. Μπορεί να φωνάζει, να κλαίει, να εξοργίζεται, να χειροκροτεί, να κάνει like και share. Μπορεί ακόμη και να πιστεύει ότι συμμετέχει. Αρκεί η συγκίνησή του να μην αποκτήσει διάρκεια. Να μη γίνει οργάνωση, κρίση, συλλογική βούληση, πράξη.

Η σύγχρονη εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε να σου πει «σώπα».

Μπορεί να σου πει: «Φώναξε όσο θέλεις. Αρκεί να παραμείνεις θεατής».

Δεν με ενοχλεί, λοιπόν, που τρέχουν για τον Ρέμο. Με ανησυχεί το ενδεχόμενο ότι μια κοινωνία φαίνεται να έχει ξεχάσει για τι άλλο αξίζει να τρέξει. Πότε τρέξαμε τελευταία φορά έτσι για ένα σχολείο; Για ένα νοσοκομείο; Για έναν δημόσιο χώρο; Για μια αδικία που δεν συνέβη προσωπικά σ' εμάς; Για έναν θεσμό που καταρρέει; Για το δικαίωμα να αποφασίζουμε εμείς για το μέλλον μας;

Γι' αυτό το ερώτημα δεν είναι γιατί έτρεξαν στον Ρέμο. Ούτε αν έπρεπε να πάνε στη συναυλία. Ούτε αν η διασκέδασή τους ήταν «ποιοτική» ή «ευτελής». Το δύσκολο ερώτημα είναι άλλο: Ποιος έμαθε μια κοινωνία για ποια πράγματα αξίζει να τρέχει; Και το ακόμη δυσκολότερο: Ποιος ωφελείται όταν δεν τρέχει πια για τίποτε άλλο; Γιατί ίσως η πιο αποτελεσματική εξουσία δεν είναι εκείνη που ακινητοποιεί τους ανθρώπους. Είναι εκείνη που τους αφήνει να τρέχουν όσο θέλουν - αφού πρώτα τους έχει μάθει προς τα πού.

Λιγότερα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)