Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Eugenia Sarigiannidi - «λουμπενοποίηση των πάντων».

 

Η παρακμή της ελληνικής κοινωνίας είναι συνδεδεμένη με ένα ευρύτερο φαινόμενο πολιτισμικής, ηθικής και κοινωνικής εξαθλίωσης – ούτως ειπείν, «λουμπενοποίησης των πάντων». Πρόκειται για ένα ψυχοπολιτικό, κοινωνιοπολιτισμικό φαινόμενο το οποίο διασχίζει την κοινωνία οριζοντίως και καθέτως προσβάλλοντας σχεδόν το σύνολό της. Προφανώς και υπάρχουν εξαιρέσεις. Προφανώς και όλοι συγκυριακά μπορεί να «φάνε γλύστρα» στον κατήφορο της ψυχο-κοινωνιο-πολιτικής παρακμής της εποχής που ζουν: όλα τα άτομα ζουν κάτω από την ομπρέλα της ιστορίας που τους επηρεάζει και τους καθορίζει. Προφανώς, η συνειδητοποίηση και η εγρήγορση αναφορικά με αυτόν τον κίνδυνο είναι μια πράξη αντίστασης και ψυχοδιανοητικής ενάργειας.
Παρατηρώντας αυτήν την πορεία λουμπενοποίησης, θα σημειώναμε πως κυρίως κατά τη διάρκεια της περιόδου κόβιντ και λίγο μετά παρατηρήθηκε εκ μέρους της κοινωνίας μια προσπάθεια ενεργοποίησης, συνειδητοποίησης των κακώς κειμένων, ανησυχία για το κοινωνιοπολιτικό μέλλον κλπ. Από την άλλη μεριά όμως, «έσκασε το απόστημα» που αποτελούσε τμήμα της «μόλυνσης του κοινωνικού σώματος» από τα μνημόνια και ύστερα. Η ανυπαρξία «θεραπείας», η κακοδιαχείριση και η σφαλιάρα που έφαγαν οι όποιες τότε αντιδράσεις και αγώνες, χειροτέρευσαν την κλινική εικόνα του «ασθενούς». Βεβαίως, οι προϋποθέσεις του «σαπίσματος» είχαν ήδη προηγηθεί, τις «καλές εποχές» που «έπεφτε και έρρεε» το χρήμα και εξαγοράζονταν συνειδήσεις, ηθικές υποστάσεις, νοοτροπίες κλπ. Και φτάνουμε στην μετά κόβιντ περίοδο, όπου το «πύον» πλέον ρέει άφθονο και κάνει ακόμα πιο ολισθηρό το έδαφος της ψυχοκοινωνιοπολιτικής και πολιτισμικής κατηφόρας.
Λουμπενοποίηση λοιπόν, χωρίς σαφή ταξικά σύνορα, μορφωτικά όρια, ιδεολογικές περιχαρακώσεις κλπ. Την βλέπεις παντού: Στον γιο Ελλήνων μεταναστών που είναι ο «πατέρας» της υπόθεσης στην Κυψέλη και σε όλες τις σχετικές υποθέσεις οι οποίες έχουν δει τα τελευταία χρόνια το φως της δημοσιότητας. Την βλέπεις επίσης στα δημόσια σχολεία, αλλά και στα πανάκριβα ιδιωτικά σχολεία με τις συμμορίες γόνων ευκατάστατων οικογενειών, τα ναρκωτικά και τόσα άλλα. Την βλέπεις στους δημοσιολογούντες και παρεμβαίνοντες που έχουν μπερδέψει την κριτική με την κουλτούρα του κραξίματος. Την βλέπεις στους λογοκλόπους που γράφουν και μιλούν για ιδέες και πράγματα σαν αυτοί να τα σκέφτηκαν πρώτη φορά, χωρίς ποτέ να αναφέρουν τις πηγές ή τους εμπνευστές τους. Την βλέπεις στους Καθηγητές Πανεπιστημίου στις κοινωνικές ιδίως και πολιτικές επιστήμες, που έχουν μπερδέψει την επιστήμη τους με την κυρίαρχη ιδεολογία και σαν τυπικοί δημόσιοι υπάλληλοι συνεισφέρουν στην μετατροπή του πανεπιστημίου σε χώρο πολιτικά ορθής καθεστωτικής προπαγάνδας και παροχής μεταλυκειακών σπουδών. Την βλέπεις στο δρόμο, καθώς οδηγείς. Την βλέπεις στις μαφιοποιημένες νοοτροπίες της αρπαχτής. Την βλέπεις στην απαξίωση της ηθικής της εργασίας και την αντικατάσταση της από την αισθητική της «διακεκριμένης» κατανάλωσης. Την βλέπεις στους πατριδέμπορους και θρησκέμπορους που δεν θυμίζουν σε τίποτα τον ταπεινό, λαϊκό πιστό του παρελθόντος. Την βλέπεις στο μεσοαστικό καλοβαλμένο διαμέρισμα της Αγίας Παρασκευής, της Πεύκης ή της Κηφισιάς που το παιδί παίζει gaming από το πρωί ως το βράδυ κάνοντας την μέρα νύχτα. Την βλέπεις στην προσχηματική αγάπη των σύγχρονων γονέων για τα παιδιά τους. Την βλέπεις στην τραπ, στις χοντροκομμένες συμπεριφορές που είναι «μαγκιά». Την βλέπεις στα πανάκριβα γιοτ της παγκόσμιας ελίτ, αλλά και σε ένα φτωχικό διαμέρισμα στον Άγιο Παντελεήμονα. Την βλέπεις στις λίστες Epstein, αλλά και στις λίστες Μίχου της Ψωροκώσταινας. Την βλέπεις στις δηλώσεις Μασκ και στα βιβλία του Χαράρι. Την βλέπεις στην αγραμματοσύνη της παγκόσμιας, αλλά και εγχώριας ψευτο ελίτ του «πνεύματος» που διακρίνεται για την αμορφωσιά της, συζητώντας με στόμφο θέματα για τα οποία έχει χυθεί άπειρο μελάνι, σαν να τα ανακάλυψαν οι ίδιοι μόλις χθες. Την βλέπεις στα γραφεία των ψυχολόγων, των ψυχιάτρων και στους θαλάμους αναμονής των νοσοκομείων. Την βλέπεις στα ιδιωτικά ιατρεία, όπου η υγεία έχει γίνει το μεγαλύτερο εμπόρευμα και η πιο επικερδής «μπίσνα». Την βλέπεις στα αεροδρόμια. Την βλέπεις στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις. Την βλέπεις στο tinder, στο bubble. Την βλέπεις στο κυρίαρχο lifestyle… ή στον τρόπο που οι γυναίκες (αλλά και οι άντρες) αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους σαν «κρέας», είτε στην φροντίδα και συντήρησή του, είτε στην εμπορευματοποίησή του. Την βλέπεις στην μιζέρια, στην ζηλοφθονία, στην κακία, στην εμπάθεια. Την βλέπεις στην έλλειψη χιούμορ (εκεί κι αν την βλέπεις…). Την βλέπεις στους τρόπους επικοινωνίας, που όλα «έχουν γίνει ίσιωμα». Την βλέπεις στην απαξίωση στοιχειωδών κανόνων κοινωνικής συμβίωσης και πρώτα από όλα στην έλλειψη της καθημερινής ευγένειας. Στην αισθητική του trash. Στην σκουπιδοποίηση των σχέσεων. Στα βαρύγδουπα λόγια, τα τόσο κενά περιεχομένου. Στην παραγωγή κειμένων που γράφονται ή διορθώνονται από την Τ.Ν. (Για να «πω κι εγώ κάτι. Να διακριθώ κι εγώ κάπως»… Πόσο κομπλεξικός πρέπει να νιώθεις… Πόσο μίζερα πρέπει να αισθάνεσαι για να θέλεις, σώνει και καλά, να βαφτίσεις «δικό σου» κάτι που στην πραγματικότητα δεν είναι δικό σου, διότι γράφτηκε από την Τ.Ν. κατά παραγγελία από εσένα. Θα μπορούσες απλά να μην πεις τίποτα… θα ήταν πιο έντιμο και αξιοπρεπές.) Παράλληλα, η λουμπενοποίηση εδράζεται εν μέρει στις ιδεολογικές επιπτώσεις του διάχυτου δικαιωματισμού: «Θέλω να γίνω ο Ελύτης ή ο Σαίξπηρ ή ο Πλάτωνας ή ο Νταλί, αλλά δεν γράφω, ούτε ζωγραφίζω σαν κανέναν από αυτούς. Ναι, αλλά θέλω… Δεν έχω δικαίωμα; Θα βάλω την Τ.Ν. να γράφει ή να ζωγραφίζει σαν αυτούς. Θα δημοσιεύω, όπου μπορώ και έχω προφίλ, τα επιτεύγματά της σαν δικά μου. Θα πουλήσω μούρη». Κατόπιν θα κάνω μαθήματα στους υπόλοιπους για το ότι «πρέπει να είσαι ο εαυτός σου». Θα μιλήσω με στόμφο περί αυθεντικότητας, περί ειλικρίνειας στις σχέσεις με τους άλλους και τον εαυτό… χίλια δυο στερεότυπα δηλαδή, που κι αυτά ενδεχομένως από κάπου θα τα έχω φωτοτυπήσει, λέγοντας πως είναι δικά μου. Κομμάτι της λουμπενοποίησης είναι κι ο φαρισαϊσμός. Το ότι οι άνθρωποι μιλούν ή γράφουν για την φιλοσοφία του Χ ή του Ψ, ενώ δεν μπορούν να «χωρίσουν δυο γαϊδάρων άχυρα», γιατί έχουν απωλέσει την κοινή λογική (ανεξαρτήτως της τυπικής εγγραμματοσύνης τους), είναι κομμάτι της λουμπενοποίησής τους. Η εξαχρείωση, η εξοικείωση με το αποτρόπαιο είναι κομμάτι της λουμπενοποίησης. Η ανοχή του επίσης.
Άρα στο ερώτημα «τι κάνουμε;» «Τι προτείνετε;» κλπ., που θέτει κάθε φορά ο, όπως υποτίθεται, ρεαλιστικά και «πρακτικά» σκεπτόμενος ενεργός πολίτης που στρουθοκαμηλίζοντας, κοροϊδεύει τον εαυτό του (νομίζει ίσως και τους άλλους), η απάντηση που παριστάνει ότι δεν βλέπει είναι πως το μόνο που γίνεται με επιτυχία είναι η λουμπενοποίηση της κοινωνίας. Για να κάνουμε οτιδήποτε πέραν και έξω από αυτό, πρέπει πρώτα να μπει ένα φρένο σε αυτή την λουμπενοποίηση. Αλλιώς, το μόνο που θα κάνουμε είναι να γυρνάμε σαν τους γύπες, κρώζοντας γύρω από την συμπλεγματική προσομοίωση του «εξέχοντος εαυτού μας» και το ημιθανές κουφάρι της κοινωνίας μας.
Κλείνοντας, θα σημειώναμε πως η λουμπενοποίηση όλων των στρωμάτων της κοινωνίας, όλων των κοινωνικοοικονομικών και μορφωτικών επιπέδων, είναι ίσως από τις πιο βασικές ενδείξεις της παρακμής, της απώλειας της αυτοσυντήρησής μας, της πολιτισμικής αποικιοποίησης της σκέψης μας, της καλλιέργειας των σύγχρονων δουλικών συνειδήσεων. Όπως χαρακτηριστικά είχε επισημάνει εδώ και πάνω από 20 χρόνια ο Κονδύλης «η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: Το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και επιδεικτική χυδαιότητα.». Θα προσθέταμε πως οι «κινήσεις του νευρόσπαστου» το βυθίζουν ακόμα περισσότερο στην κινούμενη άμμο επιταχύνοντας την λουμπενοποίησή του, άρα την οριστική και ανεπίστρεπτη (αυτό) καταστροφή του…
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)