Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Η κοινωνία του θεάματος - Guy Debord - Εκδόσεις Μεταίχμιο// Guy Debord Ποίηση και επανάσταση



Guy Debord: Ποίηση και Επανάσταση


Τον Νοέμβριο του 1967 ο Guy Debord εκδίδει ένα από τα σημαντικότερα του συγγράμματα, την «Κοινωνία του Θεάματος». Ο Debord, όντας ιδρυτής της Καταστασιακής Διεθνούς θα συμμετάσχει στα γεγονότα του ξεσηκωμού του Μάη του 68. Η  «Κοινωνία του Θεάματος» μαζί με την ομάδα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» της οποίας χαρακτηριστική μορφή υπήρξε ο Έλληνας διανοητής, Κορνήλιος Καστοριάδης, θεωρούνται ως οι βασικοί εμπνευστές της εξέγερσης. Τα περίφημα συνθήματα του Μάη, που κατέκλυσαν τους τοίχους του Παρισιού και έδωσαν τον ιδιαίτερο τόνο σ’ εκείνη την έμπρακτη επιστροφή της «συνείδησης της επιθυμίας και της επιθυμίας της συνείδησης», ήσαν αντλημένα, στη συντριπτική πλειονότητά τους, από τα γραπτά του Guy Debord και των καταστασιακών. Ο Debord βρέθηκε στο επίκεντρο των γεγονότων που είχε θελήσει να συμβούν. Συμμετείχε στην επιτροπή κατάληψης της Σορβόννης, ετοίμασε αφίσες και προκηρύξεις, βρισκόταν μέρα νύχτα στους φλεγόμενους δρόμους. Και, πάνω απ’ όλα, συνέβαλε στο να αποκτήσει εκείνος ο ξεσηκωμός το ιδιαίτερο νόημά του. 

Το κίνημα του Μάη ήταν η επανανακάλυψη σε μαζικό επίπεδο όσων επί μία δεκαπενταετία είχε συλλάβει και επεξεργαζόταν ο Debord: επανανακάλυψη των θέσεων για την υπέρβαση και την πραγμάτωση της τέχνης, για την υπέρβαση και την πραγμάτωση της φιλοσοφίας,  η επανανακάλυψη ενός τεράστιου πλούτου που έδωσε ο ρομαντισμός και ο Lautréamont, ο Arthur Cravan και οι ντανταϊστές, ο υπερρεαλισμός και ο André Breton, αλλά και το ρεύμα στη φιλοσοφία, και την κριτική της, που ξεκίνησε με τον Hegel και έφτασε στο απόγειό του με τον Max Stirner, τον Marx, ή τον Nietzsche. Για τον Ντεμπόρ το θέαμα απονεκρώνει τη ζωή, είναι ψευδο-κόσμος του κόσμου, η ανεστραμμένη του όψη, με τον ίδιο τρόπο που ο Μάρξ όριζε την ιδεολογία ως ανεστραμμένη συνείδηση. 

Ο Debord εξ αρχής προϋποθέτει μια αναλογία των κατηγοριών του Κεφαλαίου του Μαρξ με κατηγορίες ευρύτερες, που αφορούν συνολικά την κοινωνική ζωή. Στον παραλληλισμό του Θεάματος με το Κεφάλαιο, με κοινό τους παρονομαστή το ότι αποτελούν μια συσσωρευμένη, νεκρή ανθρώπινη δραστηριότητα (επικοινωνία, εργασία), ο Debord προσπαθεί να αγγίξει μια διαλεκτική λογική ευρύτερη του οικονομικού, κεφαλαιοκρατικού συστήματος, την διαλεκτική του κοινωνικού. 

Η κοινωνική σχέση ''αδιαμεσολάβητη'' θα ήταν η άμεσα βιωμένη κοινωνική σχέση η οποία ''απομακρύνθηκε από την αναπαράσταση'', όπως μας λέει ο Debord στη θέση 1. Στην Κοινωνία του Θεάματος, η κοινωνική σχέση των ατόμων μεσολαβείται από εικόνες. Υπάρχει εδώ ευθεία αναλογία με τη μαρξική αντίληψη του φετιχισμού του εμπορεύματος, ο φετιχισμός του εμπορεύματος είναι η αντικειμενική φαινομενικότητα-παραγνώριση, στον καπιταλισμό, των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων μεταξύ πραγμάτων. Οι Εικόνες ακριβώς μεσολαβούν τις κοινωνικές σχέσεις ως Πράγματα. Αποκομμένες από τη δυναμική των σχέσεων, απόλυτες, ενώ στη πραγματικότητα προκύπτουν από αυτές. Ο Debord δεν υπήρξε μόνο ένας σπουδαίος θεωρητικός και Λεττριστής αλλά ένα πρόσωπο που αποτελεί πρότυπο για πάρα πολλές γενιές ελευθεριακών στην Ευρώπη. Βαθιά επηρεασμένος από τον Μαρξ, τον Μποντλέρ και τον Λοτρεαμόν, εξαιρετικά διορατικός, στην Κοινωνία του θεάματος σκιαγραφεί με εντυπωσιακή διαύγεια τα κύρια χαρακτηριστικά της εκσυγχρονισμένης θεαματικής εξουσίας: τεχνοκρατία, γραφειοκρατία, συγκεντρωτισμός, προπαγάνδα. Οι θεωρίες του περιγράφουν το πνεύμα εκμοντερνισμού της ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας όπως αυτές μετασχηματιζόταν στη μεταπολεμική Ευρώπη και γενικότερα στον δυτικό κόσμο.

Η αλλοτρίωση του θεατή από το αντικείμενο της παρατήρησης εκφράζεται ως εξής: όσο περισσότερο παρατηρεί, τόσο λιγότερο ζει. Όσο περισσότερο αποδέχεται να αναγνωρίζει τον εαυτό του  εντός των κυρίαρχων εικόνων της ανάγκης, τόσο λιγότερο κατανοεί τη δική του ύπαρξη και τη δική του επιθυμία. Η εξωτερικότητα του θεάματος, σε σχέση με τον δρώντα άνθρωπο είναι εμφανής από το γεγονός ότι οι ίδιες του οι χειρονομίες δεν ανήκουν πλέον σ’ αυτόν, αλλά σε κάποιον άλλο που του τις αναπαριστά. Ο Γκυ Ντεμπόρ θα υποστηρίξει, εκκινώντας από την μαρξιστική ανάλυση ότι αιτία των παραπάνω είναι η  μετεξέλιξη της ίδιας της φύσης του κεφαλαίου όσο και του εμπορεύματος. Όπως λέει ο Ντεμπόρ: « …Η οικονομία μεταμορφώνει τον κόσμο, αλλά τον μεταμορφώνει αποκλειστικά σε κόσμο της οικονομίας.» Η μαζική παραγωγή εμπορευμάτων, θα δημιουργήσει την μαζική κατανάλωση εμπορευμάτων και ενώ αυτή η διαδικασία εξαπλώνεται γεωγραφικά μετασχηματίζοντας τις κοινωνίες που συναντά. «Το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης ώστε μετατρέπεται σε εικόνα». Ο σχεδιασμός και η διαχείριση συμβόλων και εικόνων είναι πια το κεντρικό σημείο των αναπτυγμένων οικονομιών. Τρείς είναι οι κυριότερες επιπτώσεις της κοινωνίας του θεάματος μεταξύ άλλων. Η πρώτη είναι η αποξένωση των ανθρώπων από την προσωπική εμπειρία και που αν και φαίνεται αυτό να αντισταθμίζεται από τις τεράστιες δυνατότητες επικοινωνίας που προσφέρει, τελικά εντείνει την ηθική τους απομόνωση από την πραγματικότητα και από τον εαυτό τους. Η δεύτερη επίπτωση είναι ότι επιφέρει μια ενότητα στο τι βλέπουμε και ποθούμε σαν θεατές , αλλά έναν διαχωρισμό στο πως καταναλώνουμε. Ενώ μοιραζόμαστε όλοι το ίδιο όνειρο, η απόλαυση είναι ξεκάθαρα ιδιωτική. Τρίτο είναι ότι δίνει την αίσθηση στις κοινωνίες μας ότι ζούνε σε ένα διαρκές ανεξάντλητο παρόν. Για τον Ντεμπόρ «Εντός του πραγματικά ανεστραμμένου κόσμου, το αληθινό είναι μόνο μια στιγμή του ψεύδους.»

Τα βιβλία του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη Guy Debord, Ποίηση και επανάσταση και Βορειοδυτικό πέρασμα, Πρωτοπορίες και κινήματα (εκδ. Κριτική) παρουσιάζουν το έργο και τη ζωή του Ντεμπόρ. Ο Ντεμπόρ, μαζί με μια μικρή παρέα συνοδοιπόρων, μεταξύ των οποίων ο Ραούλ Βανεγκέμ, θα αναλάβουν, όπως σημειώνει ο συγγραφέας στο Βορειοδυτικό Πέρασμα, «να αγωνιστούν για το δικαίωμα της σχόλης, της αέναης παιγνιώδους δραστηριότητας, της καινούργιας πειραματικής χρήσης των τεχνολογικών ανακαλύψεων (που τις χειρίζονται χέρια βάναυσα και μυαλά που επιδιώκουν τη διαιώνιση του εκμεταλλευτικού συστήματος), της απελευθέρωσης της καθημερινής ζωής από τις συμβατικότητες και τους καταναγκασμούς που επιβάλλουν οι κρατιστές […] θα θρυμματίσουν τη γραμμικότητα του χρόνου, θα τραγουδήσουν την κραιπάλη και θα εξερευνήσουν τους απαγορευμένους (και κακόφημους) θύλακες ελευθερίας της μεγαλούπολης».

Ο Ντεμπόρ και ο Βανεγκέμ θα αναλάβουν  να προπαγανδίσουν εξεγέρσεις που πλέον δεν περιορίζονται στον χώρο της τέχνης αλλά ενάντια στην ίδια την καπιταλιστική κοινωνία. Όπως μας δείχνει ο συγγραφέας, ο Ντεμπόρ και ο Βανεγκέμ θα στηριχτούν φιλοσοφικά στον Χέγκελ (για τη διαλεκτική φιλοσοφία της ιστορίας), τον Μαρξ (για τον επαναστατικό προσανατολισμό του), τον Στίρνερ και τον Νίτσε παίρνοντας παράλληλα τις αποστάσεις τους ώστε να συγκροτήσουν τους δικούς τους τρόπους σκέψης. Ο Ντεμπόρ «θέλησε να δει την ανατροπή ως μία εκ των καλών τεχνών», γράφει ο Μπαμπασάκης στο Βορειοδυτικό Πέρασμα, κάτι που θα αναλύσει διεξοδικά στον τόμο Ποίηση και Επανάσταση. Αυτή η ανατροπή, τόσο στη θεωρητική όσο και στην πρακτική της έκφανση αφορά κάθε είδους καταπίεση. Το «Guy Debord: ποίηση και επανάσταση» είναι ένα εκτενές εγκώμιο στη ζωή και σκέψη του Ντεμπόρ. Η πολεμική του Ντεμπόρ και των άλλων καταστασιακών απέναντι στους πάντες και τα πάντα, αν και δείχνει την ίδια την εξουσιαστική δομή μιας πρακτικής που επιζητούσε  να υπερβεί κάθε εξουσία, είναι η «αυθεντική περιφρόνηση» για τον κόσμο του θεάματος και του φαίνεσθαι.

*Guy Debord
Ποίηση και Επανάσταση
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κριτική 2015 (επανέκδοση)


 4.242 προβολές Έκανε πρεμιέρα στις 6 Φεβ 2022

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)