Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

10 ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΝΕΥΡΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑΣ


 

Ζωντανή ροή ΔΕΦΝΚ ΕΛΛΑΔΑ ΗΜΕΡΑ 2η

Κώστας Τσιαντής- ΠΟΡΕΙΑ

Όλα χάνονται.
Η φλούδα απ’ το πλατάνι όπου έγραφες παιδί τ’ όνομά σου,
φεύγει, ξεκολλάει απ' τον κορμό και με ήχο ξερό πέφτει
στη μέση της πλατείας και γίνεται κομμάτια.
Πέφτουν οι στιγμές μες το ποτάμι μια-μια και χάνονται,
ενώ κάποιες παλεύουν απ΄της όχθης τα κλαδιά να πιαστούνε
την ώρα που η θεομηνία όλα τα σαρώνει και καμιά τους δε γλυτώνει,
πάρεξ εκείνη ίσως που από ρίζα ακλόνητη πιαστεί
κι από αγάπη αιώνια
βυθισμένη στα ριζά του βράχου, του αμετάθετου,
που θεμέλιο στέκει κι ακατάλυτος είναι
στου καιρού το παιχνίδι.
Πιάσου γερά από εκείνη τη στιγμή και
κράτα την για αντιστύλι μέσα στο χαμό,
και κράτα την για λύχνο μες τη νύχτα καθώς ανεβαίνουμε
σ' ακολουθία το μονοπάτι να φτάσουμε στο ναό σου
και την εικόνα ν' αντικρύσουμε του προσώπου σου,
εδώ που μένουμε τώρα ανυπόστατοι
και με αναμνήσεις μόνο και πέτρινα παλιά γιοφύρια
αντιστεκόμαστε
καθώς παλεύουμε κεφάλι αρετής ν' υψώσουμε μέσα στο ορμητικό ρεύμα που μας παρασέρνει--
όπως τους κομμένους κορμούς των δέντρων που πήρε η θεομηνία
και τους πάει χτυπώντας από βράχο σε βράχο,
μέχρις ότου στις εκβολές του ποταμού τους απιθώσει
(28-11-2016/2022).

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022

Πόλυ Πάνου - σε ποιό βουνό / Μ. Θεοδωράκης

Διονύσης Σαββόπουλος - Μέρες καλύτερες θα 'ρθουν - Official Audio Release

Η ΑΥΛΗ , Μάνος Ελευθερίου, Μίκης Θεοδωράκης: The Courtyard - Maria Farantouri


Η ΑΥΛΗ (Μάνου Ελευθερίου-1971, Λονδίνο) Σφυρίζει στη ταράτσα η ζωστήρα Σε παίρνουν και σε πάνε στην αυλή. Ξωκλήσια και νησιά χωρίς αρμύρα Δεν θα θυμάσαι πια στη ζωή. Κλειστό και χαμηλό το καμαράκι Πριν από χρόνια θα'ταν πλυσταριό. Μα εσύ, μικρό παιδί, παλικαράκι, Φαρμάκωσες τούτο τον καιρό Μ'ένα καρφί και μ'ένα καθρεφτάκι Τις φλέβες σου όταν έκοψες θαρρώ. Μιλώ στην πανάγια και στον Κριτή σου Τα χρόνια σου μετρώ με τον καημό Μα πες μου αν έχει ο βασανιστής σου Αν έχει μάτια , στόμα και λαιμό.

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2022

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Α: Ποίηση- Γ. Σεφέρης, Μουσική-Κ.Τσιαντής, Ενορχήστρωση-Μ.Ανδρικόπουλος

"Ερωτικός Λόγος" του Γιώργου Σεφέρη

Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ

                                Α'

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ' αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ' αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

25 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ -Αικατερίνης Μεγαλομάρτυρος, Αγίου Μερκουρίου Μεγαλομάρτυρος . ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σε εορτάζουσες και εορτάζοντες. Γιορτάζω κι εγώ, που μόλις έκλεισα μια ακόμα περιφορά ταξιδεύοντας μαζί σας γύρω απ' τον ήλιο και τ' αχανή των γαλαξιών διαστήματα της ζωής το μήνυμα πέμπτοντας μες τη σιωπή και απάντηση προσδοκώντας. Για το εορταστικό της ζωής γεγονός σας αφιερώνω ως δώρο την ενορχήστρωση του Μιχάλη Ανδρικόπουλου (λίγο πριν την ηχογράφηση) στο Α' Μέρος του ΕΡΩΤΙΚΟΎ ΛΟΓΟΥ. Ελπίζω κι εύχομαι ν' ανταποκρίνεται στις προσδοκίες σας και στις αισθητικές σας απαιτήσεις κι επιλογές.

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2022

Eπιστημονικό συνέδριο για τον Νίκο Καζαντζάκη

 Costas Tsiantis

23 λ. 
Κοινοποιήθηκε στους εξής: Οι φίλοι σας
Φίλοι

Σου μιλώ και κοκκινίζεις - Καραγκιόζης

Psalm of David 22- Vassilis Tsabropoulos & Nektaria Karantzi


-Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει.

-Εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με,

-τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. []

-ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά,

ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· []

-καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

''ΚΥΡΙΟΣ ΠΟΙΜΑΙΝΕΙ ΜΕ'' ΨΑΛΜΟΣ ΚΒ΄ 22ος Άγιο Όρος

-Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει.

-Εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με,

-τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. []

-ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά,

ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· []

-καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.


Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ. - ΚΥΡΙΟΣ ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει. 2 εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με, 3 τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. 4 ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν. 5 ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον. 6 καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.


Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2022

JFK: 59 χρόνια απ' τη δολοφονία του -Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

JFK (59 χρόνια απ' τη δολοφονία του) -Η ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ https://www.jfklibrary.org/.../american-university...

 

Fidel Castro on the Death of JFK #1 (Recreation of 11/23/1963 Speech)

Ο FINTEL ΚΑΣΤΡΟ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ JFK- ΑΝ ΑΚΟΥΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΥΤΉ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ, ΤΟΤΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙ ΣΕ ΤΙ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ ΤΟ ΈΛΛΕΙΜΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΗΜΕΡΑ. https://archive.org/details/CastroSpeechJFK

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2022

Στεφάτος και Καλεντερίδης για τους στόχους των ερευνών για το φυσικό αέρ...

Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος: Οι Γερμανοί πήραν το όπλο τους - Θέλουν ρόλο,...

Κώστας Γρίβας, παρανοϊκές φωνές εντός Ευρώπης επιδιώκουν τον πόλεμο ΝΑΤΟ...

«Επιτέλους σταματήστε να στέλνετε όπλα στην Ουκρανία»! Γ.Καμπάς, Επίτιμο...

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2022

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 1973. - 49 χρόνια μετά

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ - ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Π. Βούλγαρης - Το Χρονικό της Δικτατορίας 1967-1974 Full movie

ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

ΟΤΑΝ ΣΦΙΓΓΟΥΝ ΤΟ ΧΕΡΙ - ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ


Πεφιλημένα θρέμματα
Ὠκεανοῦ, γενναία
καὶ τῆς Ἑλλάδος γνήσια
τέκνα, καὶ πρωτοστᾶται
Ἐλευθερίας· 
Α. Κάλβος. Ωκεανός.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2022

Stavros Xarchakos - Σταύρος Ξαρχάκος : ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ



Stavros Xarchakos - Σταύρος Ξαρχάκος 17 Νοεμβρίου 2021 

 · Ο Νίκος Ξυλούρης στο Πολυτεχνείο, τραγουδά με τους εξεγερμένους φοιτητές, κάνοντας το σήμα της νίκης. Πιο δεξιά είναι ο Σταύρος Ξαρχάκος. 
Προς τα τέλη του 1973, η παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» αποφασίζεται να κυκλοφορήσει και σε διπλό δίσκο. Ακούγονται «ζωντανά» ηχογραφημένα αποσπάσματα από τη σκηνή με τους διαλόγους των ηθοποιών, ενώ τα τραγούδια ηχογραφούνται στο στούντιο Polysound, που βρίσκεται σχεδόν δίπλα στο Πολυτεχνείο, ακριβώς τις ημέρες του Νοεμβρίου που ξεσπούν τα μεγάλα γεγονότα.
 Ο Ξυλούρης και ο Ξαρχάκος αδιαφορώντας για τις συνέπειες, βρίσκονται συχνά μαζί με τους φοιτητές που είναι οχυρωμένοι μέσα και τραγουδούν «Πότε θα κάνει ξαστεριά» κι αυτό φυσικά η καταρρέουσα χούντα δεν το αφήνει να περάσει έτσι. Συχνά-πυκνά οι δύο καλλιτέχνες δέχονται τις «εκπαιδευτικές επισκέψεις» των οργάνων του καθεστώτος στο στούντιο κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, όμως παρόλα ταύτα καταφέρνουν να τις ολοκληρώσουν…
 Λίγο νωρίτερα, την πρώτη μέρα του Οκτωβρίου, το γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας κυριολεκτικά πλημμυρίζει από κόσμο στη συναυλία του Ξαρχάκου, με βασικό ερμηνευτή τον Ξυλούρη. Είναι φανερό ότι «κάτι γίνεται», όπως έλεγε κι από σκηνής η αξέχαστη Καρέζη στο «Τσίρκο»… 
(Πηγή : musiccorner )

Πνευματικό Εμβατήριο: Ποίηση- Άγγελος Σικελιανός, Μουσική- Μίκης Θεοδωράκης

Ρένα Χατζηδάκη (Μαρίνα) «Κατάσταση Πολιορκίας» [εκδ. Ολκός, 1974]

ΜΑΡΙΝΑ-1968

Ρένα Χατζηδάκη (Μαρίνα) «Κατάσταση Πολιορκίας» [εκδ. Ολκός, 1974]


Κατάσταση Πολιορκίας ~ Μίκης Θεοδωράκης, Ρένα Χατζηδάκη . . . (Full Album)


Η "Κατάσταση Πολιορκίας" είναι μελοποίηση ποιημάτων της Ρένας Χατζηδάκη (ψευδ. "Μαρίνα"), που ήταν συγκρατούμενη του Μίκη Θεοδωράκη στις φυλακές Αβέρωφ το 1968. Η σύνθεση έγινε στο σπίτι του συνθέτη στο Βραχάτι, αμέσως μετά την προσωρινή του αποφυλάκιση την ίδια χρονιά. Χρειάστηκε λίγες μόνο ώρες για να ολοκληρωθεί-ο συνθέτης το αποκαλεί, "τραγούδι-ποταμός".

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ- Ποίηση: Μαρίνα [ΡΕΝΑ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ]
Ι


Καθώς το παιδί, που σημαδεύεται απ’ την πρώτη γνώση της μοναξιάς,
ο καιρός κι η απαντοχή θα κάνουνε συντρίμμια την καρδιά μου
και θα `χω χάσει για πάντα τους δρόμους, τους δρόμους μου,
σα θα μ’ αφήσουνε να βγω από δω.
Θα γυρίζω γυρεύοντάς σε παντού,
στα ισοπεδωμένα τοπία,
στα κομματάκια εκείνου του καθρέφτη,
στις σπαταλημένες ματιές,
να βρω ξανά το πρόσωπό σου, την καρδιά μου γυρεύοντας

και θα μιλώ και θα μιλώ τη γλώσσα,
που ήταν κάποτε δική μας,
που ήταν κάποτε το μόνο δικό μας που μας είχε απομείνει
μέσα στους ίσκιους των νεκρών χρωμάτων
των νεκρών εικόνων
όταν οι νύχτες μας ήταν απλά επεισόδια
της μεγάλης νύχτας που άρχισε πριν πόσον καιρό;

Πώς να μετρήσω τον καιρό εδώ μέσα,
τις σεληνιακές σου διαλείψεις,
τ’ αστρικά σου πηδήματα.
Πώς να μετρήσω την πορεία μου τεθλασμένη,
την απρόβλεπτη τροχιά της απουσίας σου,
μέσα σε τούτο το αμείλικτο διαστημόπλοιο,
μες στην καρδιά της πόλης που ήταν κάποτε δική μου
και τώρα την διαγουμίζουνε τα τανκς;

Εφτάπυλο το χάος,
στεγανό πολιορκημένο μέσα κι έξω από το φόβο με τα χίλια πρόσωπα.
Οι φωνές των ανιάτων κοπάζουν κάθε βράδυ στις πεντέμισι.
Οι σειρήνες λεηλατούν κάθε βράδυ τη σιωπή.
Οι κοιμισμένοι κάθε βράδυ ανεξιχνίαστοι νεκροί.
Και πάλι, πάντα πού είναι τα χέρια σου;
Η φωνή σου πού;
Θ’ αντέξουν και απόψε τα τοιχώματα; Ή θα χιμήξει το σκοτάδι;
Πώς να μετρήσω;

Καθώς η πρώτη γνώση της μοναξιάς
που σημαδεύει έφηβο κιόλας το παιδί
η απουσία σου καρφώθηκε μαχαίρι κατακόρυφο στο χωροχρόνο μου
άνοιξε από παντού ξετρελαμένα στόματα
η ασχήμια, που ενεδρεύει να με καταβροχθίσει,
ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει,
μ’ αφύσικα τινάγματα
η μελλοθάνατη ειμ’ εγώ
Και γύρω μου παντού,
καταμεσίς
κατάστηθα,
στο χάος, στην καρδιά μου,
αιμόσυρτες οι τροχιές
από την αθωότητα στο φόνο,
κι απ’ το φόνο στην τύψη,
στο μοιρολόι κι από κει στον άλλο φόνο.

Να σου τραγουδήσω;

Μα κι η φωνή μου, π’ αγαπούσες, μαχαιρωμένη.
Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια
τα μαλλιά μου, π’ αγαπούσες,
τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα
κι όπου κι αν ψάξω δε σε βρίσκω πια.
Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ’ τα σίδερα.
Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσιά μαχαίρι στην καρδιά.
Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα,
οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες.
Η δίχως νόημα θυσία,
η πολιορκία,
η απουσία
το τσιγάρο του φρουρού.

Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα

«Πώς άλλαξε αυτό το παιδί, θα λένε οι άλλοι,
κοιτώντας με με το μοναδικό μάτι του τουρίστα Κύκλωπα
ζητώντας να τους μιλήσω για ήρωες
κοιμώντας, οι άλλοι, τις δαιδαλικές νύχτες,
που θα ουρλιάζει από παντού η προδοσία,
σκεπάζοντας τα τανκς, τα αεροπλάνα,
το φόβο,
το βήμα του φρουρού,
τις νύχτες χωρίς εσένα
που θα ουρλιάζει η προδοσία από παντού
που θα ουρλιάζουνε τα συντρίμμια της καρδιάς μου,
τα συντρίμμια σαν τα παιδιά της Ζηνοβίας,
απ’ τα πέρατα της γης και της απόγνωσης.
Γιατί και σένα θα σ’ έχω χάσει
στο κινούμενο σκοτάδι
όπως κι εμένα,
όπως και τον αγώνα,
που θα `ταν δύσκολος, αλλά ωραίος
κι ήρθε να γίνει σαπισμένο σταφύλι,

Χωρίς εσένα, πώς;

Σαν την πρώτη μοναξιά,
που η γνώση της χαράζει για πάντα το παιδί
το σώμα μου θα διαλυθεί
τα κύτταρά μου ένα προς ένα θ’ αποσυνδεθούν,
πάνω σε τούτο το κρεβάτι του Προκρούστη, τον καιρό,
το σώμα μου ηλιακή κηλίδα, θα εκραγεί,
γράφοντας τ’ όνομά σου σ’ όλους τους ουρανούς,
τα κύτταρά μου, ένα προς ένα θα κινήσουν να μπολιάσουν τους ανθρώπους
με την ηλικία της οδύνης,
με το μαβί καπνό του δειλινού πίσω από τα σίδερα.
Θα στείλω τα όνειρά μου να ταράξουν το νοικοκυρεμένο ύπνο τους.
Θα στείλω το φόβο να φωλιάσει στις ανύποπτες καρδιές τους,
κι όταν θα `ρθει η υπάλληλος για καταμέτρηση
«δραπέτευσε», θα πουν οι άλλοι,
παρεξηγώντας τον θάνατό μου.
Και μόνο εσύ θα ξέρεις
μόνο εσύ θα θυμάσαι τα χέρια μου,
το θολό παράπονο του σκυλιού έξω από τη φυλακή,
τις κραυγές των παιδιών πάνω στην ταράτσα
την απόγνωση του κινέζικου πορτρέτου,
τα ελληνικά αινίγματα
τι είν’ αυτό που ανεσαίνει με τα πόδια, και το κατεβάζουνε με κουβέρτα
και μόνο εσύ θα ξέρεις πώς,
πού χάθηκε το κορμί μου,
τι έγιν’ η φωνή μου,
τι η αγρύπνια μου,
τι ήχους έχει ο φόβος
κι η απόγνωση τι πρόσωπα.
«Θεέ μου και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;»

Μονάχα εσύ θα ξέρεις
εγώ θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

ΙΙ

Μακριά, πολύ μακριά,
ακούγεται η ζωή,

ψηλά πολύ ψηλά λάμπουν τα φώτα
ίσως τα φώτα, που μας έκλεψαν
της πολιτείας που μας έκλεψαν
κι η θύμηση απ’ το τελευταίο λιόγερμα
και τα βουνά, γύρω δικά μας.

Μακριά πολύ μακριά υπάρχεις.
Πρέπει να υπάρχεις,

Σα να μπορώ ν’ αφουγκραστώ το γέλιο σου,
ξανθό, πίσω απ’ τους λεκιασμένους τοίχους.
Κάποτε όλα θα μαθευτούνε
που θ’ αναλιώσει το παγωμένο κέντρο της μνήμης
τώρα, παντού, «η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου»
και θα ξανάρθουνε τα χρώματα
ίσως κάποτε που θ’ ανοιχτούν οι πόρτες των τάφων,
των σπιτιών, των φυλακών, των νόμων,
να λογαριάσουμε τους νεκρούς μας,
να μοιραστούμε τα καινούργια μας τραγούδια.
Κάποτε θα μάθεις κι εσύ τα υπόλοιπα
θα θυμηθείς και εσύ

μακριά, πολύ μακριά, είσαι η ζωή,
θα είσαι μακριά
τότε εγώ δε θα υπάρχω,

III

Χρόνος παραμορφώθηκε,
Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.
Ξέρεις πού θα με βρεις,
Εγώ ο Φόβος.
Εγώ ο θάνατος.
Εγώ η μνήμη, ανήμερη.
Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,
εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.

Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου.
Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγελικά.
Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,
ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν
ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.
Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.
Όμως θαρρώ, οι μόνοι που ίσως καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,
πλούσια απ’ την κληρονομιά μας
πρώτη φορά, τα παιδιά
σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,
θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα
τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών
διορθώνοντας τα λάθη,
σβήνοντας τα ψέματα,
ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,
χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας
σημαδεμένα από την αστραπή
τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης
που σε μας άργησε τόσο πολύ να `ρθει.

Κι αν τώρα σε γυρεύω απελπισμένα
στα πελώρια κύματα της αγρύπνιας μου
κι αν τώρα κάθε που ανασαίνω
βγαίνει τ’ όνομά σου
όταν θ’ αρχίσω να γυρίζω στους σκοτεινούς δρόμους του κόσμου,
με μόνο μια χούφτα φεγγαρόπετρες να μ’ οδηγούν
τυφλώνοντας τον κόσμο με τις λάμψεις του τρελού γέλιου σου,
της καλόγριας που κρατούσε τα κλειδιά,
κουφαίνοντας τον κόσμο με τους ήχους της ταράτσας,
με τις κραυγές αυτών που βασανίστηκαν κι αυτών που βασανίζουν
τραντάζοντας τον κόσμο με τη γλώσσα τούτη του θανάτου
ίσως τότε θα `χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάβουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ’ το χάος.

Και πια δε θα `χει μείνει τίποτ’ από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου,
μα θα `χω διαλυθεί σ’ όλους τους ποταμούς του κόσμου
θα `χω γράψει τ’ όνομά σου, που φοβόμουνα,
ως την άλλη όχθη
και το κορμί μου ίσως νεκρό
μα πάλi ακέραιο θ’ αναπαύεται
με γύρω του τη θύμησή σου
και τη λιόλουστη ζωή.

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ- Ποίηση ΡΕΝΑΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)