ΟΤΑΝ Η "ΑΡΙΣΤΕΡΑ" ΧΑΝΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
Ένα από τα πιο παράδοξα φαινόμενα της εποχής μας είναι ότι τμήματα της δυτικής αριστεράς βρέθηκαν να υιοθετούν μια στάση σχεδόν εχθρική απέναντι σε κάθε μορφή θρησκείας ή πνευματικότητας. Στο όνομα του ορθολογισμού και της προόδου, η θρησκεία αντιμετωπίζεται συχνά όχι ως μια ιστορική και πολιτισμική μορφή ζωής των λαών, αλλά σχεδόν ως μια μορφή συλλογικής καθυστέρησης που πρέπει να εξαλειφθεί.
Η στάση αυτή έχει βαθιές ρίζες στη διαφωτιστική παράδοση της Ευρώπης. Ο Διαφωτισμός υπήρξε πράγματι μια ιστορική επανάσταση της σκέψης. Απελευθέρωσε τις δυτικές κοινωνίες από θεσμούς που χρησιμοποιούσαν τη θρησκεία για να νομιμοποιούν την εξουσία τους. Όμως η κριτική απέναντι στη θρησκευτική εξουσία μετατράπηκε σταδιακά, σε ορισμένα ρεύματα, σε μια συνολική περιφρόνηση απέναντι σε κάθε μορφή πνευματικής εμπειρίας.
Εκεί βρίσκεται και το παράδοξο. Ένα κίνημα που γεννήθηκε για να υπερασπιστεί τους λαούς απέναντι στην εξουσία, άρχισε να αντιμετωπίζει με καχυποψία ή ακόμη και με ειρωνεία τις ίδιες τις πολιτισμικές και πνευματικές παραδόσεις των λαών.
Αυτή η μετατόπιση δεν είναι μόνο φιλοσοφική, έχει και βαθιά ιστορική διάσταση. Συνδέεται με έναν τρόπο σκέψης που διαμορφώθηκε παράλληλα με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Από τον 18ο και τον 19ο αιώνα, οι αποικιακές δυνάμεις συνήθιζαν να παρουσιάζουν τους λαούς της Ασίας, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής ως «καθυστερημένους», «παραδοσιακούς» ή «θρησκευτικά εγκλωβισμένους». Με αυτό τον τρόπο η αποικιοκρατική επέκταση μπορούσε να εμφανιστεί όχι ως κατάκτηση αλλά ως αποστολή εκπολιτισμού.
Η γλώσσα άλλαξε, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις το σχήμα σκέψης παρέμεινε. Όταν μια κοινωνία που οργανώνεται γύρω από ισχυρές θρησκευτικές ή πνευματικές παραδόσεις παρουσιάζεται απλώς ως «θεοκρατική», «σκοταδιστική» ή «οπισθοδρομική», τότε γίνεται ευκολότερο να παρουσιαστεί κάθε σύγκρουση μαζί της ως δήθεν αγώνας εκσυγχρονισμού και προόδου. Έτσι, η γεωπολιτική μεταμφιέζεται σε πολιτισμική αποστολή.
Με αυτόν τον τρόπο, ένα μέρος της λεγόμενης «δικαιωματικής» ή νεοφιλελεύθερης αριστεράς κατέληξε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να υιοθετεί το ίδιο αφήγημα που χρησιμοποιούν οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για να νομιμοποιούν πιέσεις, κυρώσεις ή ακόμη και στρατιωτικές επεμβάσεις. Η σύγκρουση παρουσιάζεται τότε όχι ως σύγκρουση ισχύος ή κυριαρχίας, αλλά ως μάχη εναντίον της «θεοκρατίας», της «καθυστέρησης» ή του «θρησκευτικού φανατισμού».
Η περίπτωση του Ιράν αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιδεολογικής μετατόπισης. Αντί να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως μια σύγκρουση που αφορά την εθνική κυριαρχία, τη γεωπολιτική ισορροπία και το δικαίωμα ενός λαού να καθορίζει ο ίδιος το πολιτικό του σύστημα, παρουσιάζεται συχνά αποκλειστικά ως σύγκρουση ανάμεσα στον «εκσυγχρονισμό» και τη «θεοκρατία».
Έτσι όμως εξαφανίζεται από το προσκήνιο το πιο ουσιώδες ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για την ιστορική μοίρα ενός λαού; Όταν το Ιράν παρουσιάζεται ως «καθεστώς μουλάδων», γίνεται ευκολότερο να νομιμοποιείται στη δυτική συνείδηση η απομόνωση, η επιθετικότητα και η διαρκής πίεση εναντίον του. Και βέβαια με αυτόν τον τρόπο, η γλώσσα της χειραφέτησης μετατρέπεται σε γλώσσα πειθάρχησης, και η επίκληση της προόδου γίνεται το ηθικό προσωπείο μιας πολιτικής υπονόμευσης της εθνικής ανεξαρτησίας.
Σημαντική σε αυτή τη συζήτηση είναι και η συμβολή του ανθρωπολόγου Talal Asad, ο οποίος έχει δείξει ότι η έννοια της «κοσμικότητας» δεν είναι τόσο ουδέτερη όσο συχνά παρουσιάζεται. Στο έργο του Formations of the Secular υποστηρίζει ότι η διάκριση ανάμεσα στο «κοσμικό» και το «θρησκευτικό» δεν αποτελεί μια φυσική ή παγκόσμια κατηγορία, αλλά ένα ιστορικό προϊόν της δυτικής πολιτικής εξέλιξης. Με άλλα λόγια, η κοσμικότητα δεν είναι απλώς απουσία θρησκείας από την πολιτική. Είναι ένα συγκεκριμένο καθεστώς εξουσίας που καθορίζει ποιες μορφές πίστης θεωρούνται αποδεκτές και ποιες χαρακτηρίζονται προβληματικές ή επικίνδυνες.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, κοινωνίες που οργανώνονται γύρω από διαφορετικές πολιτισμικές και θρησκευτικές παραδόσεις παρουσιάζονται εύκολα ως «θεοκρατικές» ή «οπισθοδρομικές», όχι επειδή στερούνται πολιτικής λογικής, αλλά επειδή δεν εντάσσονται στο συγκεκριμένο δυτικό μοντέλο κοσμικότητας.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδεολογική αντιστροφή. Η αριστερά που ιστορικά υπερασπιζόταν το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση, βρίσκεται να αντιμετωπίζει με καχυποψία τις ίδιες τις πολιτισμικές μορφές μέσα από τις οποίες οι λαοί αυτοί εκφράζονται.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ίσως πιο υπαρξιακό. Αυτή η "αριστερά" έχει μάλλον ξεχάσει ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο οικονομικό ή πολιτικό ον. Είναι και ον που αναζητά νόημα, κοινότητα, ιερότητα, τελετουργία. Η ανάγκη για πνευματικότητα δεν είναι απλώς μια ιδεολογική κατασκευή, είναι βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη εμπειρία.
Όταν η πολιτική σκέψη αρνείται αυτή τη διάσταση, κινδυνεύει να αποκοπεί από τον ίδιο τον άνθρωπο. Και τότε η υπεράσπιση των «δικαιωμάτων» μετατρέπεται συχνά σε μια αφηρημένη ηθική που αγνοεί την ιστορία, τον πολιτισμό και τις υπαρξιακές ανάγκες των κοινωνιών.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να ασκούμε κριτική στη θρησκευτική εξουσία. Αυτή η κριτική υπήρξε πολλές φορές αναγκαία. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική της εξουσίας και στην περιφρόνηση της πνευματικής ζωής των λαών.
Γιατί μια αριστερά που χάνει την ικανότητα να κατανοεί τις βαθιές πολιτισμικές και πνευματικές ρίζες των κοινωνιών κινδυνεύει να χάσει κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες: την ίδια την επαφή της με τον άνθρωπο - και μαζί με αυτήν, την ικανότητα να υπερασπίζεται πραγματικά τους λαούς απέναντι στην ισχύ.
Και ίσως το πιο ειρωνικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ότι την ίδια στιγμή που η Δύση εμφανίζεται να διδάσκει τον υπόλοιπο κόσμο για τον «εκσυγχρονισμό», η ίδια βιώνει -μάλλον καθόλου τυχαία- μια βαθιά υπαρξιακή κρίση.
Όπως επισημαίνει ο Byung-Chul Han, ο σύγχρονος δυτικός κόσμος χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από την απώλεια νοήματος, κοινότητας και τελετουργίας. Η κοινωνία μετατρέπεται σε ένα σύνολο απομονωμένων ατόμων που κινούνται μέσα σε έναν αδιάκοπο κύκλο κατανάλωσης, παραγωγής και ψηφιακής επιτάχυνσης.
Όταν όμως μια κοινωνία χάνει τις μορφές κοινής μνήμης, τα σύμβολα και τις τελετουργίες που συγκροτούν το νόημα της συλλογικής ζωής, τότε δεν βιώνει απλώς μια πολιτισμική αλλαγή, βιώνει μια βαθιά πνευματική εξάντληση.
Και ίσως γι’ αυτό η σύγχρονη Δύση, όχι μόνο δυσκολεύεται να κατανοήσει κοινωνίες που, παρά τις αντιφάσεις τους, εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρές μορφές νοήματος, κοινότητας και πνευματικής ζωής, αλλά απαιτεί και να τις εξοντώσει.
