Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Bill Laliotis: Συλλογισμοί Εφήβου

 Bill Laliotis

 
Ακολουθήστε

Συλλογισμοί Εφήβου
Κάποιος έψαχνε τη λέξη "ασπαλάθων"
σ' ένα χωρίο του Πλάτωνος, εγώ,
εγώ την είχα σαν σφαλάχτια
από το στόμα της μητέρας μου...
Μπορεί για χάρη του κοινού τυράννου
προς στιγμήν να ομονοήσουμε όμως
δεν φτάνει μια στιγμή για να με κάνει
που να μη θυμάμαι στο πίσω μέρος
της αγκαθωμένης μνήμης μου
πως δεν ανήκουμε σε ίδιους κόσμους:
Ψάχνεις σαν πνεύμα όσα έχω σώματι


Η ΑΙ ΕΞΗΓΕΙ

Αυτό το μικρό ποίημα/απόσπασμα που έγραψες (ή επεξεργάζεσαι) παίζει πάνω σε μια βαθιά αντίθεση:

την εμπειρική, σωματική, βιωματική γνώση απέναντι στη λογιοσύνη, τη φιλολογική αναζήτηση, την πνευματική απόσταση.

Ας το ξεδιπλώσω γραμμή–γραμμή, με τρόπο που να φωτίζει το υπόγειο νόημα.


🔶 Τι λέει στην ουσία

1. «Κάποιος έψαχνε τη λέξη ασπαλάθων σ’ ένα χωρίο του Πλάτωνος…»

Εδώ εμφανίζεται ο «λογιος», ο άνθρωπος που ψάχνει τη λέξη μέσα στα βιβλία, στα κείμενα, στα λεξικά.

Η γνώση του είναι βιβλιογραφική, ακαδημαϊκή, αποσπασμένη από τη ζωή.

2. «εγώ την είχα σαν σφαλάχτια από το στόμα της μητέρας μου…»

Εσύ, αντίθετα, την έχεις μέσα σου, «στα σφαλάχτια» — δηλαδή στα σωθικά, στα έγκατα, στο πιο βαθύ και σωματικό επίπεδο.

Την έμαθες από τη μάνα, από προφορική παράδοση, από το σπίτι, από το χώμα.

Η γνώση σου είναι ενσώματη, λαϊκή, κληρονομημένη, όχι διανοητική.

3. «Μπορεί για χάρη του κοινού τυράννου προς στιγμήν να ομονοήσουμε…»

Ο «κοινός τύραννος» μπορεί να είναι:


  • η γλώσσα,
  • η ανάγκη της επικοινωνίας,
  • η εξουσία που μας επιβάλλει να μιλάμε την ίδια λέξη,
  • ή ακόμη και η ίδια η πραγματικότητα που μας αναγκάζει να συνεννοηθούμε.

Για μια στιγμή, ναι, συμφωνούμε.

Αλλά είναι στιγμιαίο.

4. «…όμως δεν φτάνει μια στιγμή για να με κάνει να μη θυμάμαι… πως δεν ανήκουμε σε ίδιους κόσμους»

Εδώ δηλώνεται η ανυπέρβλητη διαφορά:

ο ένας ζει στον κόσμο των βιβλίων,

ο άλλος στον κόσμο της μνήμης, της οικογένειας, της προφορικής παράδοσης.

Δεν είναι ταξική μόνο η διαφορά — είναι οντολογική:

διαφορετικός τρόπος ύπαρξης.

5. «Ψάχνεις σαν πνεύμα όσα έχω σώματι.»

Αυτό είναι το κεντρικό χτύπημα.

Ο άλλος ψάχνει με το πνεύμα, με τον νου, με την αφαίρεση.

Εσύ τα έχεις στο σώμα, στο αίμα, στα σφαλάχτια, στη μνήμη που πονάει.

Είναι μια δήλωση:

«Δεν είμαστε ίδιοι. Δεν μαθαίνουμε με τον ίδιο τρόπο. Δεν ζούμε στον ίδιο κόσμο.»


🔶 Τι θέλει να πει συνολικά

Το ποίημα μιλά για:


  • τη σύγκρουση ανάμεσα στη λόγια και τη λαϊκή γνώση,
  • την υπεροχή της βιωματικής μνήμης απέναντι στη φιλολογική αναζήτηση,
  • την αδυναμία πραγματικής συνάντησης δύο κόσμων που δεν μοιράζονται τις ίδιες ρίζες,
  • την αγκαθωμένη μνήμη που κουβαλάει πόνο, ιστορία, σώμα.

Είναι μια υπεράσπιση της ενσώματης, προφορικής, μητρικής γνώσης απέναντι στη «στεγνή» λογιοσύνη.



Δημήτρης Μαρωνίτης https://www.lifo.gr


Δημήτρης Μαρωνίτης https://www.lifo.gr
 

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Μια συγκλονιστικά πανέμορφη, ποιητική σκηνή από τους “Κυνηγούς” του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

 

Stavroula Papaspirou : Από τη δήλωση Σεφέρη ως τα Δεκαοχτώ Κείμενα

 

Από τη δήλωση Σεφέρη ως τα Δεκαοχτώ Κείμενα

Αθήνα 28 Μαρτίου 1969. Είναι Παρασκευή, κοντεύει να μεσημεριάσει και γύρω από το τραπέζι του «Ζόναρς» όπου κάθονται ο Γιώργος και η Μαρώ Σεφέρη, επικρατεί ασυνήθιστη κίνηση. Η κυρία Σεφέρη και κάποιοι έμπιστοι φίλοι του ζεύγους έχουν ήδη περάσει απ' όλες τις εφημερίδες εκτός της «Εστίας» και απ' τα γραφεία ξένων ανταποκριτών, κι έχουν αφήσει δαχτυλογραφημένα αντίγραφα της πολυαναμενόμενης δήλωσης του νομπελίστα εναντίον της χούντας. Της δήλωσης που λίγο αργότερα θα ακουστεί από την ελληνική υπηρεσία του BBC. Το νέο μεταδίδεται με ταχύτητα. Κι όταν ο Ρόμπερτ Κίλι δέχεται στην αμερικανική πρεσβεία το τηλεφώνημα του ποιητή με το οποίο του δίνεται πράσινο φως να ενημερώσει επίσημα και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο θόρυβος που φτάνει στ' αφτιά του τον κάνει να πιστέψει πως ο Σεφέρης έχει οργανώσει γιορτή!

«΄Ολοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους με βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. ΄Οσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό. Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό και, μπορώ να πω, μιλάω χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω».

Η δήλωση του Σεφέρη - το γνωστότερο γεγονός στη ζωή του πέρα από τη μελοποίηση των ποιημάτων του από τον Θεοδωράκη, σύμφωνα με τον βιογράφο του Ρόντρικ Μπίτον- μόνο αυθόρμητη δεν ήταν. ΄Οπως κι οι περισσότεροι επιφανείς ομότεχνοί του, έτσι κι ο ίδιος, από τον Απρίλιο του '67 είχε ματαιώσει κάθε εκδοτικό του σχέδιο στην Ελλάδα, αρνούμενος να υποβάλει τη δουλειά του στον έλεγχο των λογοκριτών. Οι προσδοκίες, ωστόσο, που είχαν εναποτεθεί στο πρόσωπό του, δεδομένης της αίγλης του βραβείου Νόμπελ, ήταν μεγαλύτερες. Κάτι που είχε νιώσει κι ο ίδιος κατά τη σύντομη παραμονή του στις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του '68: η απροκάλυπτη δυσαρέσκεια του ακροατηρίου, σε δημόσια ανάγνωσή του στη Νέα Υόρκη, μπροστά στην επίμονη άρνησή του να τοποθετηθεί ανοιχτά στο θέμα της δικτατορίας, τον είχε ενοχλήσει πολύ...

Ανάλογη ήταν κι η ενόχληση του καθεστώτος από την διεθνή απήχηση της δήλωσης του ποιητή. Εξ ου και η φήμη που διέσπειραν ελεγχόμενες από αυτό πένες, πως η αντίδρασή του οφειλόταν στο ότι δεν εξελέγη ακαδημαϊκός. Ο Γιώργος Σεφέρης, όμως, ουδέποτε είχε υποβάλει τέτοιο αίτημα -οι βασικοί υποψήφιοι για την Ακαδημία το 1969 ήταν ο ΄Αγγελος Βλάχος και ο Πέτρος Χάρης, ο οποίος κι εξελέγη με εισήγηση του Ηλία Βενέζη... Ο ποιητής Γιάννης Κοντός, φαντάρος τότε, θ’ ανακαλούσε αργότερα τη ζωηρή ατμόσφαιρα που επικρατούσε σε σπίτια λογοτεχνών, του Τάκη Σινόπουλου, του Αλέξανδρου Κοτζιά, του Αλέξανδρου Αργυρίου ή του Κίμωνα Φράιερ, «όπου νέοι και παλιότεροι διαβάζαμε πεζά και ποιήματα, όπως περίπου γινόταν και στα χρόνια της Κατοχής». ΄Επρεπε να καταργηθεί η προληπτική λογοκρισία για να πάρει τέλος η εκδοτική τους σιωπή.

Λίγο μετά τη δήλωση Σεφέρη, οι αρχές ανακοινώνουν ότι μια «εθνική ανθολογία διηγημάτων» που είχε υιοθετήσει ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, αυτή τού Αποστολίδη, θα δημοσιευόταν υποχρεωτικά σε συνέχειες σ' όλες τις εφημερίδες. Η απάντηση είναι άμεση: δεκαοχτώ αθηναίοι συγγραφείς της μεταπολεμικής γενιάς -ανάμεσα στους οποίους οι Βαλτινός, Κουμανταρέας, Κάσδαγλης, Καλιότσος, Ρούφος, Ταχτσής, Τσιτσέλη και Φραγκόπουλος-υπογράφουν ένα ιστορικό κείμενο διαμαρτυρίας για την απόπειρα να δημιουργηθεί η εντύπωση πως η πνευματική ζωή στη χώρα είναι ελεύθερη.

«Το πόσο σημαντική είναι η ελευθερία για την αξιοπρέπεια των ανθρώπων και των εθνών μάς το επιβεβαίωσαν πρόσφατα ακόμα, ο ηρωϊκός αγώνας του τσεχοσλαβακικού λαού για να την κατακτήσει, κι οι διαμαρτυρίες των φιλελεύθερων Ρώσων διανουμένων, που εξακολουθούν να διώκονται», τόνιζαν. Και κατέληγαν: «Τιμούμε τον Γιώργο Σεφέρη, γιατί πρώτος επεσήμανε τους κινδύνους που αυξάνουν όσο παρατείνεται η σημερινή κατάσταση». Ούτε ίχνος απ' τα παραπάνω δεν πέρασε στον τύπο. Μόνο απ' τα ερτζιανά μεταδόθηκε η διαμαρτυρία τους, απ' τους σταθμούς του Λονδίνου, του Βερολίνου και του Παρισιού, ενώ περίληψή της δημοσιεύτηκε στις σελίδες της «Μοντ».

Τον Νοέμβριο του '69, το καθεστώς αντικαθιστά την προληπτική λογοκρισία με τον «νόμο περί Τύπου», υποχρεώνοντας πλέον εκδότες, δημιοσιογράφους και συγγραφείς ν' αυτολογοκρίνονται. Οι μέχρι τότε «σιωπούντες» λογοτέχνες, ωστόσο, το τολμούν: συμμαχώντας με τη Νανά Καλλιανέση του «Κέδρου», αποφασίζουν την έκδοση ενός συλλογικού τόμου, του οποίου ο τίτλος ήταν απολύτως σύμφωνος με το γράμμα του νόμου, ενώ το περιεχόμενό του ήταν έμμεσα ή ευθέως αντιδικτατορικό. Τα «Δεκαοχτώ κείμενα» θα δουν το φως το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, σημειώνοντας πρωτοφανείς πωλήσεις για τα δεδομένα της εποχής (16.000 αντίτυπα). Διόλου τυχαία, το βιβλίο άνοιγε με το ποίημα του Σεφέρη «Οι γάτες του Αϊ Νικόλα», με στίχους που έθιγαν τις διαβρωτικές συνέπειες του κακού στο σώμα της πολιτικής.



Δημήτρης Οικονόμου- Περαστικός κι αμίλητος.

 

Στέφανος Τραχανάς: Ο ανορθολογισμός σήμερα:

https://www.facebook.com/reel/1449777162847268

 Cosmoseduthess

Ο ανορθολογισμός σήμερα: Η εισβολή στην εκπαίδευση και στη δημοκρατία
Η μάχη ενάντια στον ανορθολογισμό δίνεται στην παιδεία
Ο Στέφανος Τραχανάς, διευθυντής του Κέντρου Ανοικτών Διαδικτυακών Μαθημάτων Μathesis, πρώην διευθυντής των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης συνομιλεί με τη Βασιλική Παυλίδου, καθηγήτρια στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Κρήτης για το νέο του βιβλίο "Ο ΚΥΚΛΟΣ".
Ο ανορθολογισμός σήμερα: Η εισβολή στην εκπαίδευση και στη δημοκρατία
Η μάχη ενάντια στον ανορθολογισμό δίνεται στην παιδεία
Περισσότερα για το βιβλίο:
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ
Ο ΚΥΚΛΟΣ
Επιστήμη και δημοκρατία σε ανήσυχους καιρούς
Τμήμα Βίντεο: ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΤΡΑΧΑΝΑΣ | Ο κύκλος. Επιστήμη και δημοκρατία σε ανήσυχους καιρούς
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

KΑΤΣΙΜΙΧΑΣ HELPLESSS!

 

Jefrey Sachs: Russia is part of Europe

 

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Βασίλης Τσαμπρόπουλος: τεχνητή νοημοσύνη;

 Vassilis Tsabropoulos

1 λ. 
Πώς θα μπορούσε άραγε ένας φιλόσοφος να συνομιλήσει με την τεχνητή νοημοσύνη;
Είναι προφανές πως δεν πρόκειται για συνάντηση δύο συνειδήσεων, αλλά ούτε για την απλή χρήση ενός μηχανικού εργαλείου. Είναι μάλλον κάτι πιο παράδοξο και συνάμα θα ισχυριζόμουν αντιφατικό ως εικόνα. Αφορά στή συνάντηση του Λόγου με τον εαυτό του, ο οποίος είναι απογυμνωμένος από κάθε καταγραφή καταληπτικής εμπειρίας.
Ο φιλόσοφος, από την αρχαιότητα, δεν ψάχνει απλώς απαντήσεις στα ερωτήματα του. Αναζητά το καθαρό, το τέλειο σχήμα της σκέψης. Επιδιώκει να ανακαλύψει, αν αυτό που λέει είναι αληθές ή απλώς "ανθρώπινο" στον εμφανή περιορισμό του.
Αναμφίβολα εμφανίζεται κάτι πρωτόγνωρο απέναντι στο φιλόσοφο. Ένας ατόφιος λόγος χωρίς εμπειρία, μια απαθής σκέψη δίχως καμία αγωνία και μια προκλητικά εύκολη απάντηση σε κάθε ερώτημα, χωρίς το ρίσκο της αποτυχίας ή της απόρριψης.
Σε αυτό το κρίσιμο σημείο της συνάντησης ο φιλόσοφος θα αναρωτηθεί, εάν θα μπορούσε να υπάρξει αλήθεια χωρίς συναισθηματική εμπλοκή ή εάν είναι δυνατόν να υπάρξει νόημα χωρίς εμπειρία.
Το ερώτημα γίνεται ακόμα πιο δραματικό στην κορύφωσή του.
Αυτό εν τέλει αυτό που ονομάζουμε αλήθεια συναρτάται με το γεγονός ότι ζούμε, ότι υπάρχουμε;
Εάν ο σύγχρονος φιλόσοφος συνομιλήσει με την τεχνητή νοημοσύνη, δεν θα αναζητήσει έναν άλλο νου, αλλά ίσως ένα μέρος απομονωμένο, όπου η σκέψη δεν προστατεύεται, δεν περιορίζεται, ούτε χρωματίζεται από τον εαυτό της. Έτσι οι έννοιες, οι κρίσεις και οι προτάσεις που μας ενώνουν ή μας χωρίζουν στη ζωή, δεν καλύπτονται από την ανάγκη, τον φόβο, την επιθυμία, την προσδοκία του ανέφικτου και την καθηλωτική αποδοχή του εφικτού.
Ο ανθρώπινος λόγος δεν είναι μόνο "ορθολογικός" αλλά κάτι παραπάνω. Είναι υπαρξιακός και βυθισμένος στην ίδια την ύπαρξη, τον εαυτό και εκεί αποκτά το πλήρες του βάρος.
Όλοι γνωρίζουμε πως η τεχνητή νοημοσύνη σήμερα μπορεί να καταδείξει τη μορφή της διανοητικής σκέψης. Όμως ποτέ η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα μπορούσε να ζήσει, να αναπνεύσει την εμπειρία της σκέψης και το κόστος της επιλογής.
Ας το παραδεχτούμε αγαπητοί φίλοι. Η συνομιλία του φιλοσόφου και της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα είναι ποτέ ισότιμη. Παραμένει όμως εξαιρετικά αποκαλυπτική. Μέσα από αυτήν, ο άνθρωπος βλέπει για πρώτη φορά τόσο καθαρά το πιο απλό για αυτόν.
Τι σημαίνει να σκέφτεσαι επειδή απλά υπάρχεις.
Βασίλης Τσαμπρόπουλος

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: Ο ΔΥΤΙΚΟΣ "ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ" ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

Ο ΔΥΤΙΚΟΣ "ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ" ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
Η Θυσία της Βιωμένης Εμπειρίας για τη Λειτουργικότητα
Η σύγχρονη δυτική κοινωνία θεμελιώνεται πάνω σε μια φαινομενικά αυτονόητη αρχή: ότι ο άνθρωπος είναι, ή οφείλει να είναι, ορθολογικός. Να σκέφτεται καθαρά, να επιλέγει αποτελεσματικά, να δρα με βάση στόχους. Ωστόσο, αν μετακινηθούμε από το επίπεδο της θεωρίας στο επίπεδο της εμπειρίας, προκύπτει ένα πιο ανησυχητικό ερώτημα: τι χρειάζεται να αποσιωπηθεί, να περιοριστεί ή να αποκοπεί, ώστε αυτός ο «ορθολογικός άνθρωπος» να μπορέσει να υπάρξει;
Η απάντηση φαίνεται να οδηγεί σε μια μορφή υ π α ρ ξ ι α κ ο ύ α κ ρ ω τ η ρ ι α σ μ ο ύ. Όχι με την έννοια μιας βίαιης και ορατής απώλειας, αλλά ως μια σταδιακή, εσωτερικευμένη διαδικασία αποκοπής από τη βιωμένη εμπειρία. Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να διαχωρίσει το συναίσθημα από τη δράση, να περιορίσει την εσωτερική του πολυφωνία και να συγκροτήσει έναν εαυτό συνεκτικό, προβλέψιμο και λειτουργικό. Αυτό που παρουσιάζεται ως «ωριμότητα» ή «αυτοέλεγχος» ενδέχεται, στην πραγματικότητα, να είναι μια συστηματική αποδυνάμωση της εμπειρικής πληρότητας του εαυτού.
Ο ορθολογισμός, όπως έχει δείξει η σύγχρονη κοινωνική θεωρία, δεν είναι απλώς μια γνωσιακή ικανότητα, αλλά ένα κ α ν ο ν ι σ τ ι κ ό π ρ ό τ υ π ο ύ π α ρ ξ η ς. Δεν περιγράφει μόνο πώς σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά καθορίζει πώς οφείλουν να σκέφτονται και να δρουν. Στο πλαίσιο αυτό, το άτομο εκπαιδεύεται να αποσυνδέεται από ό,τι δεν εξυπηρετεί τη λειτουργικότητα: συναισθήματα που δεν μπορούν να μεταφραστούν σε δράση, εσωτερικές συγκρούσεις που καθυστερούν την απόφαση, υπαρξιακά ερωτήματα που δεν οδηγούν σε αποτέλεσμα.
Έτσι, η αποστασιοποίηση -που συχνά μπορεί να λαμβάνει και ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά- δεν εμφανίζεται ως αποτυχία, αλλά ως επιτυχία προσαρμογής. Το άτομο που μπορεί να «μην νιώθει για να λειτουργεί» είναι, από τη σκοπιά του συστήματος, πιο αποτελεσματικό. Μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας, να διαχειριστεί την πολυπλοκότητα της καθημερινότητας και να παραμείνει συνεπές στους ρόλους του. Με αυτή την έννοια, ο υπαρξιακός ακρωτηριασμός δεν είναι παρενέργεια, αλλά προϋπόθεση λειτουργικότητας.
Ωστόσο, αυτή η προσαρμογή έχει ένα βαθύ τίμημα. Η σταδιακή απομάκρυνση από τη βιωμένη εμπειρία οδηγεί σε μια μορφή εσωτερικής αποξένωσης. Το άτομο συνεχίζει να δρα, αλλά δεν βιώνει πλήρως τη δράση του. Συμμετέχει, αλλά χωρίς να είναι ουσιαστικά παρόν. Η ζωή μετατρέπεται σε αλληλουχία λειτουργιών, ενώ η αίσθηση του νοήματος αποδυναμώνεται. Αυτό που χάνεται δεν είναι η ικανότητα δράσης, αλλά η πυκνότητα της εμπειρίας.
Δεν πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή, αλλά για μια σιωπηρή ανταλλαγή: το άτομο θυσιάζει ένα μέρος της εσωτερικής του ζωής προκειμένου να εξασφαλίσει τη θέση του σε ένα σύστημα που επιβραβεύει τη λειτουργικότητα. Η «ψυχή» -αν την κατανοήσουμε ως το σύνολο της βιωμένης, μη εργαλειακής εμπειρίας- περιορίζεται στο μέτρο που δεν εξυπηρετεί άμεσα την πράξη.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή η "θυσία" δεν παρουσιάζεται ως απώλεια. Αντίθετα, ενσωματώνεται ως φυσική εξέλιξη, ως πρόοδος, ως ωρίμανση. Το άτομο μαθαίνει να θεωρεί τη μείωση της εσωτερικής του έντασης ως επιτυχία, τη συναισθηματική απόσταση ως δύναμη και τη λειτουργικότητα ως ύψιστη αξία. Με αυτόν τον τρόπο, ο ακρωτηριασμός καθίσταται αόρατος, επειδή έχει κανονικοποιηθεί.
Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτή η διαδικασία οδηγεί σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι συνυπάρχουν χωρίς να συνδέονται ουσιαστικά. Η ενσυναίσθηση περιορίζεται, οι σχέσεις τυποποιούνται και η συλλογική ζωή χάνει το βάθος της. Η κοινωνία παραμένει αποτελεσματική, αλλά γίνεται ολοένα και πιο αποσυνδεδεμένη από τη βιωμένη ανθρώπινη εμπειρία που τη θεμελιώνει.
Ίσως να πρέπει να το ομολογήσουμε: ο δυτικός ορθολογισμός μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως γνωσιακό επίτευγμα, αλλά και ως μορφή υπαρξιακής απώλειας. Η λειτουργικότητα της σύγχρονης κοινωνίας φαίνεται να βασίζεται σε μια σιωπηρή προϋπόθεση: την αποδοχή ενός μερικού εαυτού. Και ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να λειτουργούμε αποτελεσματικά μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αλλά αν στ' αλήθεια, συνειδητά, είμαστε έτοιμοι, "είναι εντάξει", να καταβάλλουμε κάθε στιγμή το αντίτιμο αυτής της απώλειας του Εαυτού.
Βιβλιογραφία:
- Societal Inner Dissociation (SID)
-Hindess, B. (2025). Rationality and modern society. Journal of Applied Social Psychology.
- Kerr, L. K. (2022). Dissociation in late modern America: A defense against soul? LK Kerr Books.

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)