Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 15 Μαρτίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΟΤΑΝ Η "ΑΡΙΣΤΕΡΑ" ΧΑΝΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

ΟΤΑΝ Η "ΑΡΙΣΤΕΡΑ" ΧΑΝΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
Ένα από τα πιο παράδοξα φαινόμενα της εποχής μας είναι ότι τμήματα της δυτικής αριστεράς βρέθηκαν να υιοθετούν μια στάση σχεδόν εχθρική απέναντι σε κάθε μορφή θρησκείας ή πνευματικότητας. Στο όνομα του ορθολογισμού και της προόδου, η θρησκεία αντιμετωπίζεται συχνά όχι ως μια ιστορική και πολιτισμική μορφή ζωής των λαών, αλλά σχεδόν ως μια μορφή συλλογικής καθυστέρησης που πρέπει να εξαλειφθεί.
Η στάση αυτή έχει βαθιές ρίζες στη διαφωτιστική παράδοση της Ευρώπης. Ο Διαφωτισμός υπήρξε πράγματι μια ιστορική επανάσταση της σκέψης. Απελευθέρωσε τις δυτικές κοινωνίες από θεσμούς που χρησιμοποιούσαν τη θρησκεία για να νομιμοποιούν την εξουσία τους. Όμως η κριτική απέναντι στη θρησκευτική εξουσία μετατράπηκε σταδιακά, σε ορισμένα ρεύματα, σε μια συνολική περιφρόνηση απέναντι σε κάθε μορφή πνευματικής εμπειρίας.
Εκεί βρίσκεται και το παράδοξο. Ένα κίνημα που γεννήθηκε για να υπερασπιστεί τους λαούς απέναντι στην εξουσία, άρχισε να αντιμετωπίζει με καχυποψία ή ακόμη και με ειρωνεία τις ίδιες τις πολιτισμικές και πνευματικές παραδόσεις των λαών.
Αυτή η μετατόπιση δεν είναι μόνο φιλοσοφική, έχει και βαθιά ιστορική διάσταση. Συνδέεται με έναν τρόπο σκέψης που διαμορφώθηκε παράλληλα με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Από τον 18ο και τον 19ο αιώνα, οι αποικιακές δυνάμεις συνήθιζαν να παρουσιάζουν τους λαούς της Ασίας, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής ως «καθυστερημένους», «παραδοσιακούς» ή «θρησκευτικά εγκλωβισμένους». Με αυτό τον τρόπο η αποικιοκρατική επέκταση μπορούσε να εμφανιστεί όχι ως κατάκτηση αλλά ως αποστολή εκπολιτισμού.
Η γλώσσα άλλαξε, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις το σχήμα σκέψης παρέμεινε. Όταν μια κοινωνία που οργανώνεται γύρω από ισχυρές θρησκευτικές ή πνευματικές παραδόσεις παρουσιάζεται απλώς ως «θεοκρατική», «σκοταδιστική» ή «οπισθοδρομική», τότε γίνεται ευκολότερο να παρουσιαστεί κάθε σύγκρουση μαζί της ως δήθεν αγώνας εκσυγχρονισμού και προόδου. Έτσι, η γεωπολιτική μεταμφιέζεται σε πολιτισμική αποστολή.
Με αυτόν τον τρόπο, ένα μέρος της λεγόμενης «δικαιωματικής» ή νεοφιλελεύθερης αριστεράς κατέληξε, συχνά χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να υιοθετεί το ίδιο αφήγημα που χρησιμοποιούν οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για να νομιμοποιούν πιέσεις, κυρώσεις ή ακόμη και στρατιωτικές επεμβάσεις. Η σύγκρουση παρουσιάζεται τότε όχι ως σύγκρουση ισχύος ή κυριαρχίας, αλλά ως μάχη εναντίον της «θεοκρατίας», της «καθυστέρησης» ή του «θρησκευτικού φανατισμού».
Η περίπτωση του Ιράν αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιδεολογικής μετατόπισης. Αντί να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως μια σύγκρουση που αφορά την εθνική κυριαρχία, τη γεωπολιτική ισορροπία και το δικαίωμα ενός λαού να καθορίζει ο ίδιος το πολιτικό του σύστημα, παρουσιάζεται συχνά αποκλειστικά ως σύγκρουση ανάμεσα στον «εκσυγχρονισμό» και τη «θεοκρατία».
Έτσι όμως εξαφανίζεται από το προσκήνιο το πιο ουσιώδες ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για την ιστορική μοίρα ενός λαού; Όταν το Ιράν παρουσιάζεται ως «καθεστώς μουλάδων», γίνεται ευκολότερο να νομιμοποιείται στη δυτική συνείδηση η απομόνωση, η επιθετικότητα και η διαρκής πίεση εναντίον του. Και βέβαια με αυτόν τον τρόπο, η γλώσσα της χειραφέτησης μετατρέπεται σε γλώσσα πειθάρχησης, και η επίκληση της προόδου γίνεται το ηθικό προσωπείο μιας πολιτικής υπονόμευσης της εθνικής ανεξαρτησίας.
Σημαντική σε αυτή τη συζήτηση είναι και η συμβολή του ανθρωπολόγου Talal Asad, ο οποίος έχει δείξει ότι η έννοια της «κοσμικότητας» δεν είναι τόσο ουδέτερη όσο συχνά παρουσιάζεται. Στο έργο του Formations of the Secular υποστηρίζει ότι η διάκριση ανάμεσα στο «κοσμικό» και το «θρησκευτικό» δεν αποτελεί μια φυσική ή παγκόσμια κατηγορία, αλλά ένα ιστορικό προϊόν της δυτικής πολιτικής εξέλιξης. Με άλλα λόγια, η κοσμικότητα δεν είναι απλώς απουσία θρησκείας από την πολιτική. Είναι ένα συγκεκριμένο καθεστώς εξουσίας που καθορίζει ποιες μορφές πίστης θεωρούνται αποδεκτές και ποιες χαρακτηρίζονται προβληματικές ή επικίνδυνες.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, κοινωνίες που οργανώνονται γύρω από διαφορετικές πολιτισμικές και θρησκευτικές παραδόσεις παρουσιάζονται εύκολα ως «θεοκρατικές» ή «οπισθοδρομικές», όχι επειδή στερούνται πολιτικής λογικής, αλλά επειδή δεν εντάσσονται στο συγκεκριμένο δυτικό μοντέλο κοσμικότητας.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδεολογική αντιστροφή. Η αριστερά που ιστορικά υπερασπιζόταν το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση, βρίσκεται να αντιμετωπίζει με καχυποψία τις ίδιες τις πολιτισμικές μορφές μέσα από τις οποίες οι λαοί αυτοί εκφράζονται.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ίσως πιο υπαρξιακό. Αυτή η "αριστερά" έχει μάλλον ξεχάσει ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο οικονομικό ή πολιτικό ον. Είναι και ον που αναζητά νόημα, κοινότητα, ιερότητα, τελετουργία. Η ανάγκη για πνευματικότητα δεν είναι απλώς μια ιδεολογική κατασκευή, είναι βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη εμπειρία.
Όταν η πολιτική σκέψη αρνείται αυτή τη διάσταση, κινδυνεύει να αποκοπεί από τον ίδιο τον άνθρωπο. Και τότε η υπεράσπιση των «δικαιωμάτων» μετατρέπεται συχνά σε μια αφηρημένη ηθική που αγνοεί την ιστορία, τον πολιτισμό και τις υπαρξιακές ανάγκες των κοινωνιών.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να ασκούμε κριτική στη θρησκευτική εξουσία. Αυτή η κριτική υπήρξε πολλές φορές αναγκαία. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να διακρίνουμε τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική της εξουσίας και στην περιφρόνηση της πνευματικής ζωής των λαών.
Γιατί μια αριστερά που χάνει την ικανότητα να κατανοεί τις βαθιές πολιτισμικές και πνευματικές ρίζες των κοινωνιών κινδυνεύει να χάσει κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες: την ίδια την επαφή της με τον άνθρωπο - και μαζί με αυτήν, την ικανότητα να υπερασπίζεται πραγματικά τους λαούς απέναντι στην ισχύ.
Και ίσως το πιο ειρωνικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ότι την ίδια στιγμή που η Δύση εμφανίζεται να διδάσκει τον υπόλοιπο κόσμο για τον «εκσυγχρονισμό», η ίδια βιώνει -μάλλον καθόλου τυχαία- μια βαθιά υπαρξιακή κρίση.
Όπως επισημαίνει ο Byung-Chul Han, ο σύγχρονος δυτικός κόσμος χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από την απώλεια νοήματος, κοινότητας και τελετουργίας. Η κοινωνία μετατρέπεται σε ένα σύνολο απομονωμένων ατόμων που κινούνται μέσα σε έναν αδιάκοπο κύκλο κατανάλωσης, παραγωγής και ψηφιακής επιτάχυνσης.
Όταν όμως μια κοινωνία χάνει τις μορφές κοινής μνήμης, τα σύμβολα και τις τελετουργίες που συγκροτούν το νόημα της συλλογικής ζωής, τότε δεν βιώνει απλώς μια πολιτισμική αλλαγή, βιώνει μια βαθιά πνευματική εξάντληση.
Και ίσως γι’ αυτό η σύγχρονη Δύση, όχι μόνο δυσκολεύεται να κατανοήσει κοινωνίες που, παρά τις αντιφάσεις τους, εξακολουθούν να διατηρούν ισχυρές μορφές νοήματος, κοινότητας και πνευματικής ζωής, αλλά απαιτεί και να τις εξοντώσει.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκηςq Ο ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ Η ΟΡΙΑΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

Ο ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ Η ΟΡΙΑΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Η πολιτική ιστορία δεν είναι μόνο ιστορία θεσμών και ιδεολογιών. Είναι επίσης ιστορία ψυχικών δομών. Οι κοινωνίες δεν παράγουν μόνο οικονομικά συστήματα και πολιτικές ιδέες· παράγουν και συγκεκριμένους τύπους ανθρώπων. Και μερικές φορές αυτοί οι άνθρωποι εμφανίζονται στο κέντρο της πολιτικής σκηνής.
Το φαινόμενο του Donald Trump είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της διαδικασίας. Η άνοδός του στην εξουσία δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως αποτέλεσμα πολιτικής στρατηγικής ή επικοινωνιακής επιτυχίας. Αντανακλά κάτι βαθύτερο: μια μεταβολή στον ψυχισμό των σύγχρονων κοινωνιών.
Για δεκαετίες, οι κοινωνικοί στοχαστές περιέγραφαν τον σύγχρονο άνθρωπο ως προϊόν μιας «κουλτούρας του ναρκισσισμού». Ο Christopher Lasch υποστήριξε ότι ο ύστερος εικοστός αιώνας δημιούργησε έναν άνθρωπο εμμονικό με την εικόνα του, την αυτοεπιβεβαίωση και τη δημόσια προβολή.
Όμως η εποχή μας φαίνεται να έχει περάσει σε ένα νέο στάδιο. Ο ναρκισσισμός προϋπέθετε ακόμη μια σχετική σταθερότητα: μια κοινωνία ευημερίας όπου το άτομο μπορούσε να ασχολείται με την εικόνα του. Σήμερα αυτή η σταθερότητα έχει κλονιστεί. Η οικονομική ανασφάλεια, η τεχνολογική επιτάχυνση και η διάλυση πολλών παραδοσιακών μορφών κοινότητας δημιουργούν μια πιο εύθραυστη ψυχική κατάσταση.
Η πολιτική σκηνή της εποχής μας μοιάζει όλο και περισσότερο με σκηνή έντονης συναισθηματικής έντασης.
Ένα ενδιαφέρον παράθυρο στην ψυχολογία του Donald Trump προσφέρει το βιβλίο της ανιψιάς του, της ψυχολόγου Mary Trump. Στο βιβλίο της περιγράφει ένα οικογενειακό περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από σκληρό ανταγωνισμό, συναισθηματική ψυχρότητα και έντονη πίεση για επιτυχία.
Στην αφήγησή της, κεντρική φιγούρα είναι ο πατέρας του Trump, Fred Trump. Παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που αντιλαμβανόταν τον κόσμο μέσα από μια απλή αλλά αμείλικτη λογική: υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ευαλωτότητα δεν είχε θέση.
Η Mary Trump υποστηρίζει ότι μέσα σε αυτή τη δυναμική ο Donald Trump έμαθε να αντιμετωπίζει τον κόσμο ως πεδίο διαρκούς σύγκρουσης. Η αξία του ανθρώπου ταυτιζόταν με τη νίκη, ενώ η αποτυχία θεωρούνταν μορφή ταπείνωσης.
Η ψυχολογική αυτή δομή δημιούργησε έναν τρόπο σκέψης όπου η επιθετικότητα λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στην αδυναμία.
Η πολιτική παρουσία του Trump αντανακλά αυτή τη λογική. Ο πολιτικός του λόγος είναι έντονα δραματικός. Οι αντίπαλοι παρουσιάζονται ως εχθροί, οι συγκρούσεις ως μάχες επιβίωσης και η πολιτική διαδικασία ως αγώνας νίκης ή καταστροφής.
Η πολιτική μετατρέπεται έτσι σε θεατρική σκηνή όπου η ένταση των συναισθημάτων παίζει κεντρικό ρόλο.
Αυτή η μορφή πολιτικής επικοινωνίας δεν εμφανίζεται τυχαία. Αντανακλά μια κοινωνία όπου η δημόσια συζήτηση έχει γίνει ολοένα πιο πολωμένη. Οι πολιτικές διαφωνίες μετατρέπονται εύκολα σε υπαρξιακές συγκρούσεις.
Η επιτυχία του Trump δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε αυτή τη δραματική αφήγηση.
Πολλοί άνθρωποι βιώνουν σήμερα έντονη αίσθηση απώλειας. Οι οικονομικές ανισότητες έχουν αυξηθεί, οι κοινωνικές κοινότητες έχουν αποδυναμωθεί και οι παραδοσιακές μορφές ταυτότητας έχουν γίνει πιο εύθραυστες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική αφήγηση που υπόσχεται αποκατάσταση και δύναμη αποκτά μεγάλη απήχηση.
Η ρητορική του Trump για τους «ξεχασμένους ανθρώπους» της Αμερικής λειτουργεί ακριβώς πάνω σε αυτό το συναίσθημα.
Η περίπτωση του Trump δείχνει ότι οι πολιτικοί ηγέτες δεν είναι μόνο πρόσωπα εξουσίας. Είναι συχνά και σύμβολα μιας ιστορικής στιγμής.
Η πολιτική του παρουσία εκφράζει μια εποχή όπου οι κοινωνίες βιώνουν έντονη ανασφάλεια και αναζητούν νέες μορφές ταυτότητας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι ηγέτες που υπόσχονται δύναμη και σαφή όρια αποκτούν ιδιαίτερη έλξη.
Από αυτή την άποψη, το φαινόμενο Trump δεν είναι απλώς μια ιδιαιτερότητα της αμερικανικής πολιτικής. Είναι μέρος μιας ευρύτερης πολιτισμικής μεταβολής που παρατηρείται σε πολλές χώρες.
Οι κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας φαίνεται να περνούν από την κουλτούρα του ναρκισσισμού σε μια εποχή πιο ασταθή και πιο συγκρουσιακή.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ιστορίας: ο Trump δεν είναι μόνο ένας πολιτικός ηγέτης.
Είναι ένας καθρέφτης της οριακής εποχής μας.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Το στρατηγικό αδιέξοδο Τραμπ στο Ιράν και η ιδιοτέλεια Μητσοτάκη στην Κύπρο- Γιώργος Αυφαντής 10/3/2026

Πατρίκιος, Τιμος

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΛΗΓΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΘΡΕΦΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΛΗΓΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Κάθε φορά που ένα περιστατικό βίας εμφανίζεται μέσα στο σχολείο, η κοινωνία αντιδρά με σοκ. Οι συζητήσεις γεμίζουν με αγανάκτηση και η πρώτη ανάγκη είναι να βρεθεί ο ένοχος. Ποιος φταίει; Τι δεν λειτούργησε; Ποιος δεν έκανε σωστά τη δουλειά του;
Αυτή η ανάγκη είναι κατανοητή. Μπροστά σε κάτι τραγικό, θέλουμε να βρούμε μια καθαρή εξήγηση, έναν υπεύθυνο, ένα σημείο όπου θα σταθεί η οργή μας. Όμως ορισμένες φορές τα γεγονότα δεν μπορούν να κατανοηθούν μόνο μέσα από την ευθύνη ενός ατόμου. Χρειάζεται να δούμε και το βαθύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιούνται.
Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι κοινωνικοί επιστήμονες μιλούν για την έννοια του συλλογικού τραύματος. Πρόκειται για την κατάσταση όπου μια κοινωνία, ύστερα από μακρές περιόδους κρίσης, απώλειας και ανασφάλειας, αρχίζει να κουβαλά μια συσσωρευμένη ένταση που δεν έχει βρει τρόπο να εκφραστεί και να επεξεργαστεί.
Το τραύμα τότε δεν μένει μόνο στους ανθρώπους που το έζησαν άμεσα. Διαχέεται μέσα στην κοινωνία και περνά από γενιά σε γενιά. Εγκαθίσταται στις σχέσεις, στους θεσμούς, στον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται το μέλλον.
Και πολύ συχνά το σχολείο γίνεται ένας από τους πρώτους χώρους όπου αυτό εμφανίζεται.
Το σχολείο δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος. Είναι ένας μικρός καθρέφτης της κοινωνίας. Εκεί συναντιούνται καθημερινά οι αγωνίες των οικογενειών, οι φόβοι των νέων, οι πιέσεις των ενηλίκων. Όταν η κοινωνία κουβαλά μεγάλη ένταση, αυτή η ένταση περνά αναπόφευκτα και μέσα στις σχολικές αίθουσες.
Η βία των μαθητών μπορεί τότε να ιδωθεί όχι μόνο ως ατομική παραβατικότητα, αλλά και ως μια μορφή εκδραμάτισης. Συναισθήματα που δεν έχουν βρει γλώσσα -θυμός, ματαίωση, αίσθηση αδικίας, ανασφάλεια για το μέλλον- μετατρέπονται σε πράξεις. Οι έφηβοι, που βρίσκονται ήδη σε μια περίοδο έντονων εσωτερικών μεταβολών, συχνά δεν έχουν ακόμη τα ψυχικά εργαλεία για να μετατρέψουν αυτές τις εμπειρίες σε λόγο.
Έτσι, αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί, εκφράζεται μέσα από τη συμπεριφορά.
Ίσως λοιπόν το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η ίδια η βία, αλλά το ότι αρχίζουμε να τη συνηθίζουμε. Όταν μια κοινωνία κουβαλά για χρόνια αβεβαιότητα, οικονομική πίεση, διάψευση προσδοκιών και αίσθηση αδιεξόδου, το τραύμα δεν εξαφανίζεται· μετακινείται από γενιά σε γενιά και βρίσκει νέους τρόπους να εκφραστεί.
Στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαπενταετίας, μια ολόκληρη γενιά παιδιών μεγάλωσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα κρίσης, θυμού και ανασφάλειας για το μέλλον. Αν αυτά τα συναισθήματα δεν βρουν χώρο να ειπωθούν και να επεξεργαστούν, συχνά επιστρέφουν ως σκληρότητα, απαξίωση ή βία.
Και τότε το σχολείο -που θα έπρεπε να είναι ένας τόπος προστασίας, σχέσης και νοήματος και ΔΕΝ είναι- γίνεται ο χώρος όπου το συλλογικό τραύμα της κοινωνίας εμφανίζεται πιο γυμνό.
Αν θέλουμε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε τη βία των νέων, δεν αρκεί να την φοβηθούμε ή να την τιμωρήσουμε. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε το τραύμα που τη γεννά. Να δημιουργήσουμε χώρους όπου οι νέοι άνθρωποι μπορούν να μιλήσουν για την αγωνία τους, να νιώσουν ότι ανήκουν, ότι υπάρχει μέλλον που τους αφορά.
Γιατί η βία δεν είναι μόνο πρόβλημα συμπεριφοράς. Είναι πολλές φορές ένα μήνυμα. Και αν δεν ακούσουμε τι προσπαθεί να μας πει, κινδυνεύουμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε το ίδιο τραύμα να επιστρέφει - κάθε φορά με πιο σκληρό τρόπο.


ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)