Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Βύρων Λεοντάρης Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον


 Εν Φαντασία και Λόγω

Χωρίς τίτλο (I)

Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ' τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ' αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος...
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει...
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως... ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ' ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις...-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»
Βύρων Λεοντάρης
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον

Γ. Βαρουφάκης: ΕΠΑΝΑΚΤΗΣΗ ΟΛΩΝ ΑΥΤΩΝ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΕΙΡΑΝΕ! Στην Ελλάδα έχουμε ένα ολιγαρχικό κόμμα με τρεις συνιστώσες

 

Κονδύλης, «η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά»

 


Κονδύλης Παναγιώτης - Πολιτικός Στοχασμός  
 · 
Κονδύλης, «η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά»
«Ενώ δηλαδή ή Ελλάδα προσανατολίσθηκε ψυχή τε και σώματι στην «Ευρώπη» για να διασφαλισθεί από τον τουρκικό κίνδυνο, ακριβώς ο ευρωπαϊκός της προσανατολισμός θα μεταβληθεί σε όργανο de facto μετατροπής της σε δορυφόρο της Τουρκίας. Η τουρκική επιρροή θα ασκείται πάνω στην Ελλάδα όχι άμεσα, αλλά -κάπως μετριασμένη- μέσω των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών αγωγών, και δεν αποκλείεται ή ελληνική πλευρά, ανίσχυρη κι αναζητώντας παρηγοριές ή εκλογικεύσεις, ν' αρχίσει κάποτε να θεωρεί κι ή ίδια τις υποχωρήσεις έναντι της Τουρκίας ως αυτονόητο μέρος και αυτονόητο καθήκον του «εξευρωπαϊσμού» της αφού μάλιστα οι «πολιτισμένοι άνθρωποι», πού έχουν ξεπεράσει τους «εθνικιστικούς άταβισμούς», δεν ξεκινούν πολέμους για πράγματα τόσο απαρχαιωμένα μέσα στον εκλεπτυσμένο μας κόσμο όσο είναι δα τα κυριαρχικά δικαιώματα.
Μήπως αυτά σημαίνουν ότι ή Ελλάδα οφείλει να ξεκόψει από τις σημερινές της συμμαχίες; Βεβαίως όχι, καθώς εναλλακτική λύση δεν υπάρχει. Αλλά ή ελληνική πλευρά πρέπει να κατανοήσει έμπρακτα, κι όχι μόνον λεκτικά, ότι ή αξία μιας συμμαχίας για ένα της μέλος καθορίζεται από το ειδικό βάρος του τελευταίου μέσα στο σύνολο της συμμαχίας. Πιο λιανά: οι σύμμαχοι αξίζουν για σένα τόσο, όσο αξίζεις εσύ γι' αυτούς. Καμμιά συμμαχία και καμμιά προστασία δεν κατασφαλίζει οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Τα «δίκαια» της Ελλάδας δεν εντυπωσιάζουν κανέναν, όσο πίσω τους βρίσκεται ένας παρίας με διαρκώς απλωμένο το χέρι, κάποιος πού ζει από δάνεια, επιδοτήσεις και «προγράμματα στήριξης».
Η λύση του προβλήματος της εθνικής βιωσιμότητας, όχι σε λογιστική, αλλά σε παραγωγική βάση, αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Οι εθνικοί πόροι πρέπει να αντιμετωπισθούν με γεωπολιτικά και στρατηγικά κριτήρια, όχι ως αριθμητικοί «δείκτες»: το 1% του εθνικού εισοδήματος πού προέρχεται από την άνοδο του τουρισμού δεν είναι το ίδιο με το 1% πού δίνει μια σύγχρονη εξοπλιστική βιομηχανία. Και πρέπει επίσης να έκλογικευθούν και να χρησιμοποιηθούν στο σύνολο τους (δεν μου είναι κατανοητό λ.χ. γιατί η Κύπρος, με ετήσιους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης γύρω στο 5% κατά την τελευταία δεκαπενταετία και με αύξουσα ευημερία, δεν συμβάλλει οικονομικά -τρόποι βρίσκονται- στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα· οποίος αισθάνεται μέρος του ελληνισμού το αποδεικνύει σηκώνοντας εθνικά βάρη). Η προσπάθεια αυτή είναι απαραίτητη, γιατί στην τωρινή συγκυρία, πού είναι δυσμενέστατη για την Ελλάδα, έχει προέχουσα σημασία να κερδηθεί χρόνος χωρίς να απωλεσθεί έδαφος, με την ελπίδα ότι μελλοντικές ανακατατάξεις στον πλανητικό συσχετισμό δυνάμεων θα εξασθενίσουν το γεωπολιτικό δυναμικό της Τουρκίας και θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να πάρει μιαν Ιστορική ανάσα. Αν όμως απωλεσθεί έδαφος στο προσεχές διάστημα, οι απώλειες θα είναι ανεπανόρθωτες και πιθανότατα μοιραίες.
Φυσικά, οι ελπίδες δεν ισοδυναμούν με βεβαιότητες. Ας υπογραμμίσουμε ακόμα μια φορά ότι η βαθύτερη αιτία της αύξουσας τουρκικής πίεσης πάνω στην Ελλάδα δεν είναι ούτε πολιτισμική ούτε στενά πολιτική και παροδική, αλλά έγκειται στη συνεχή διεύρυνση της διαφοράς ανάμεσα στο γεωπολιτικό δυναμικό των δύο χωρών. Σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, όπως ο δημογραφικός, ξέρουμε από τώρα ότι το παιγνίδι είναι χαμένο. Αν θέλουμε να παραμείνουμε νηφάλιοι, έστω και με αντίτιμο την απαισιοδοξία, οφείλουμε να πούμε ότι και σε αλλά πεδία στρατηγικής σημασίας αρχίζουν να παγιώνονται άναντίστροφες εξελίξεις.

Η Ελλάδα μεταβάλλεται σταθερά σε χώρα με περιορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα, δηλαδή δικαιώματα των οποίων η κυρίαρχη άσκηση εξαρτάται από τη βούληση και τις αντιδράσεις τρίτων, ενώ παράλληλα ή στάση της γίνεται όλο και περισσότερο παθητική ή αντιφατική. Η διακήρυξη «δεν παραχωρούμε τίποτε» δεν έχει έμπρακτο αντίκρυσμα όταν ή χώρα εκλιπαρεί σε κρίσιμες ώρες τις μεσολαβητικές προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών ξέροντας εκ των προτέρων ότι αυτές θα πληρωθούν με παραχωρήσεις η όταν αποσύρει χωρίς χειροπιαστά ανταλλάγματα το βέτο της για την τελωνειακή ένωση της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεικνύοντας έτσι άθελα της πόσο είναι πιθανό να μετατραπεί σε δορυφόρο της Τουρκίας ακριβώς μέσω του «ευρωπαϊκού δρόμου» και της επιρροής των «Ευρωπαίων εταίρων». Τέτοιες ενέργειες δεν είναι απλώς εσφαλμένοι ή έστω συζητήσιμοι χειρισμοί. Συνιστούν τα εύγλωττα επιφαινόμενα μιας βαθύτερης ιστορικής κόπωσης, μιας προϊούσας, ηδονικής μάλιστα παράλυσης.Στον βαθμό όπου ή Ελλάδα θα καθίσταται ανεπαίσθητα γεωπολιτικός δορυφόρος της Τουρκίας, ο κίνδυνος πολέμου θα απομακρύνεται, οι ψευδαισθήσεις θα αβγατίζουν και η παράλυση θα γίνεται ακόμα ηδονικότερη, εφ' όσον η υποχωρητικότητα θα αμείβεται με αμερικανικούς και ευρωπαϊκούς επαίνους, που τους χρειάζεται κατεπειγόντως ο εκσυγχρονιζόμενος Βαλκάνιος, και επίσης με δάνεια και δώρα για να χρηματοδοτείται ο παρασιτικός καταναλωτισμός. Απ' αυτές τις συνθήκες ό,τι στην πραγματικότητα θα συνιστά κάμψη της ελληνικής αντίστασης κάτω από την πίεση του υπέρτερου τούρκικου δυναμικού, οι Ελληνες θα συνηθίσουν σιγά-σιγά να το ονομάζουν «πολιτισμένη συμπεριφορά», «υπέρβαση του εθνικισμού» και «εξευρωπαϊσμό». Πράγματι, το σημερινό δίλημμα είναι αντικειμενικά τρομακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη σημαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεμος σημαίνει συντριβή. Η υπέρβαση του διλήμματος αυτού, η ανατροπή των σημερινών γεωπολιτικών και στρατηγικών συσχετισμών απαιτεί ούτε λίγο ούτε πολύ την επιτέλεση ενός ηράκλειου άθλου, για τον όποιο η ελληνική κοινωνία, έτσι όπως είναι, δεν διαθέτει τα κότσια.
Οι μετριότητες, ύπομετριότητες και άνθυπομετριότητες, πού συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο, δεν έχουν το ανάστημα να θέσουν και να λύσουν ιστορικά προβλήματα τέτοιας έκτασης και τέτοιου βάθους ίσως να καταρρεύσουν ακόμα και στην περίπτωση οπού θα βρεθούν μπροστά στη μεγάλη απόφαση να διεξαγάγουν έναν πόλεμο γιατί, αν ο πόλεμος είναι συνέχεια της πολιτικής, ποιος πόλεμος θα συνεχίσει μια σπασμωδική πολιτική; Οι ευρύτερες μάζες, καθοδηγούμενες από το ίδιο ένστικτο της βραχυπρόθεσμης αυτοσυντήρησης, έχουν βρει τη δική τους ψυχολογικά βολική λύση: το έθνος το υπηρετούν ανέξοδα περιβαλλόμενες γαλανόλευκα ράκη,οπότε το καλεί ή περίσταση, και έχοντας κατόπιν ήσυχη συνείδηση το κλέβουν μόνιμα με παντοειδείς τρόπους: από τη φοροδιαφυγή, την αισχροκέρδεια και τα «αυθαίρετα» ίσαμε τα εύκολοαπόκτητα πτυχία, τη χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας (ούτε το 50% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης!) και την κραυγαλέα ανισότητα ανάμεσα σ' ό,τι παράγεται και σ' ό,τι καταναλώνεται, με αποτέλεσμα την καταχρέωση και την πολιτική εξάρτηση του τόπου. Αν λάβουμε υπ' όψιν μας μόνον όσα πράττονται και αφήσουμε εντελώς στην άκρη την εικόνα πού έχουν για τον εαυτό τους οι πράττοντες, τότε φαίνεται να βρισκόμαστε σε συλλογική αναζήτηση της ιστορικής ευθανασίας, υπό τον ορό να σκηνοθετηθούν έτσι τα πράγματα, ώστε κανείς να μην έχει την άμεση ευθύνη, και επίσης υπό τον ορό να τεχνουργηθούν απροσμάχητες ανακουφιστικές εκλογικεύσεις («ελληνοκεντρικές» ή «έξευρωπαιστικές», αδιάφορο). Τις τραγωδίες ή τις κωμωδίες, πού μπορούν να περιγράψουν με τις αρμόζουσες αποχρώσεις αυτήν την ιδιαίτερη κοινωνική και ψυχολογική κατάσταση, θα τις γράψουν ίσως άλλοι. Εμένα μου έρχεται στον νου η τετριμμένη, αλλά πάντοτε ευθύβολη θυμοσοφία: όπως στρώνει καθένας, έτσι και κοιμάται.»

Κονδύλη "Θεωρία του Πολέμου", Εκδ. Θεμέλιο, 1997, αποσπάσματα από σ. 408-11. Ο τίτλος στην αρχή είναι από το "Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο" (Εκδ. Θεμέλιο, 1992).

ΨΗΛΑ ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΚΟΙΤΩ . Κώστας Τσιαντής

 


ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ Ψηλά στα Άγραφα, στη διάφανη πηγή Πέταξε ο έρωτας αετός κι αντρειωμένος. Κι εγώ σκιά, στων ψευδαισθήσεων το κελί, ψεύτικο μπόι κι από φτερά ψαλιδισμένος. Έρωτας άγιος, αιώνες πολεμά να ανοίξει στο σφαγείο μας φεγγίτη. Όπου με κόψαν και με χώρισαν στα δυο, πάθη, εμπόροι, κι εσύ, εκπρόσωπε αγύρτη. Συντρίμμια αλήθεια και χαμένα ιδανικά, σπασμένη στάμνα, το λιόσταγμα χυμένο. Με ένα κερί στης αγοράς τη σκοτεινιά, εσένα, άνθρωπε, ζητώ και περιμένω. Απ’ του πελάγου το βυθό μια μουσική, καθώς παλεύει η ζωή να βρει σημαία. Κι από τις πόλεις τα ιερά παραγγελιά, των ξένων οίκων που μπήκαν στην παρέα. Αλλότριο φως και Βαβυλώνα σκοτεινή, τα άδεια στήθη κυβερνάς των κυβερνώντων. Που αμέλεια είπαν να ξεφύγουν την ποινή, τα εγκλήματα τα φανερά των συμφερόντων. Συντρίμμια αλήθεια και χαμένα ιδανικά, πέτρινα χρόνια κι όνειρο ακυρωμένο. Σ’ ένα χαρτόσπιτο στου δρόμου τη γωνιά, ψηλά τα μάρμαρα κοιτώ και σε προσμένω. Κώστας Τσιαντής 3/6/2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΜΗ ΖΗΤΑΣ ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΑΔΕΙΑ ΠΗΓΑΔΙΑ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

35 λ. 
ΜΗ ΖΗΤΑΣ ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΑΔΕΙΑ ΠΗΓΑΔΙΑ
Νομίζω πως η ωριμότητα δεν είναι τίποτε άλλο από μια βαθιά συμφιλίωση με τα όρια των ανθρώπων. Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις, όχι με το μυαλό αλλά με την καρδιά, ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να δώσουν αυτό που δεν κουβαλούν μέσα τους.
Όχι επειδή είναι κακοί ή δεν προσπαθούν αρκετά ή επειδή δεν σε αγαπούν, αλλά επειδή κανείς δεν μπορεί να μοιράσει ψωμί από ένα άδειο καλάθι. Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει ασφάλεια όταν ο ίδιος ζει τρομαγμένος. Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει ειλικρίνεια όταν δεν αντέχει να αντικρίσει τον εαυτό του. Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει εγγύτητα όταν φοβάται την οικειότητα. Κανείς μπορεί να προσφέρει γαλήνη όταν μέσα του μαίνεται ολόκληρος πόλεμος.
Και κάπου εκεί αρχίζει μια διαφορετική μορφή αγάπης. Μια αγάπη που δεν εξιδανικεύει, που δεν προσπαθεί να σώσει, που δεν περιμένει ότι αν αγαπήσει αρκετά θα μεταμορφώσει τον άλλον. Γιατί καμιά αγάπη δεν μπορεί να θεραπεύσει κάποιον που δεν είναι ακόμη έτοιμος να συναντήσει τον εαυτό του.
Και ξέρω ότι οι περισσότεροι προσπαθούμε, ίσως για χρόνια, να εξηγήσουμε, να δείξουμε, να πείσουμε, να κάνουμε τον άλλον να δει, να καταλάβει, να νιώσει, να αγαπήσει με τον τρόπο που αγαπάμε εμείς.
Μέχρι που κάποια στιγμή κατεβαίνουμε από το βάθρο της αγαπητικής παντοδυναμίας μας και αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι δική μας δουλειά να αφυπνίσουμε κανέναν. Ο καθένας συναντά τον αληθινό εαυτό του όταν είναι έτοιμος και ύστερα από κοπιαστική δουλειά.
Και μερικές φορές ο Άλλος, απλά, δεν είναι έτοιμος. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύουμε να αγαπάμε. Σημαίνει, όμως, ότι παύουμε να προσδοκούμε ή να απαιτούμε. Σταματάμε να κυνηγάμε την αναγνώριση από ανθρώπους που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν ούτε τις δικές τους ανάγκες. Σταματάμε να αναζητούμε ειλικρίνεια από ανθρώπους που επιβιώνουν μέσα από προσωπικές μυθολογίες και ψευδαισθήσεις. Σταματάμε να ζητάμε συναισθηματική διαθεσιμότητα από ανθρώπους που ακόμη φοβούνται τη δική τους ευαλωτότητα.
Κι εκεί ακριβώς ο θυμός αρχίζει να μεταμορφώνεται σε κατανόηση - όχι δικαιολόγηση.
Κατανοούμε δηλαδή ότι πίσω από πολλούς χειρισμούς κρύβεται φόβος, πίσω από μάσκες και ρόλους κρύβεται ντροπή, πίσω από πολλές μορφές ελέγχου κρύβεται ανασφάλεια, πίσω από πολλούς εγωισμούς κρύβεται ένα πληγωμένο παιδί που έμαθε να προστατεύεται με τον μόνο τρόπο που γνώριζε.
Και όσο περισσότερο το βλέπουμε αυτό, τόσο λιγότερο θέλουμε να πολεμήσουμε. Δεν χρειάζεται να νικήσουμε κανέναν. Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ξανά και ξανά τον εαυτό μας στο χάος.
Ίσως τελικά η ειρήνη να αρχίζει όταν σταματάμε να ζητάμε από έναν άνθρωπο να γίνει αυτό που δεν είναι ακόμη σε θέση να γίνει. Όταν σταματάμε να περιμένουμε νερό από ένα άδειο πηγάδι.
Όταν αποδεχόμαστε ότι η αγάπη δεν είναι αρκετή για να αλλάξει κάποιον. Αλλά είναι αρκετή για να μας βοηθήσει να δούμε καθαρά. Και τότε η απομάκρυνση δεν είναι πια οργή ή τιμωρία. Είναι πράξη σεβασμού και προς τον εαυτό μας, αλλά και προς τον άλλον.
Σαν να του λέμε: «Δεν θυμώνω που δεν μπορείς να μου δώσεις αυτό που χρειάζομαι. Σταματώ όμως να ζητώ από εσένα αυτό που μόνο εσύ μπορείς και οφείλεις να δώσεις πρώτα στον εαυτό σου.»
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ώριμη μορφή αγάπης. Να μπορείς να βλέπεις καθαρά τα όρια του άλλου χωρίς να τον μισείς γι' αυτά. Να τον αγαπάς χωρίς να τον σώζεις. Να τον καταλαβαίνεις χωρίς να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου. Να φεύγεις χωρίς εκδίκηση. Και να κρατάς μέσα σου την ήσυχη γνώση ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν μας πλήγωσαν επειδή δεν είχαν αγάπη.
Μας πλήγωσαν επειδή δεν είχαν ακόμη βρει τον δρόμο προς τη δική τους.
Λιγότερα

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Michael Andritsopoulos

 


Ο «εαυτός» εκδιπλώνεται στον χρόνο όχι ως μια σειρά ελεύθερων επιλογών, αλλά, ντετερμινιστικά, ως ένα αρχικό συνονθύλευμα προϋποθέσεων και περιστάσεων που μας κληροδοτήθηκαν. Μέσα σε αυτή την υπαρκτική συνθήκη, ο χρόνος γίνεται το μόνο πεδίο ελευθερίας, επιτρέποντάς μας να επιλέγουμε κάθε μέρα ποιοι θα είμαστε. Η πιθανότητα να ξεφύγει κανείς από αυτούς τους κληρονομικούς δαίμονες μετατρέπεται σε οντική δυνατότητα μόνο μέσα στην αγάπη. Συγχωρώντας τις συνθήκες και όσους συνέβαλαν σε αυτές, παύουμε συνεπειοκρατικά την προέκταση της ευθύνης τους στο παρόν—μια ευθύνη που πλέον υφίσταται αποκλειστικά σε δεοντοκρατικό επίπεδο. Αυτή η έμπρακτη συγχώρεση είναι αγάπη για τους άλλους ή αγάπη για τον εαυτό; Είναι, εντέλει, το ένα και το αυτό.
Λιγότερα

«Ο Ηλίθιος» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

 «Ο Ηλίθιος»: Τι συμβαίνει όταν ένας αληθινά καλός άνθρωπος εισέρχεται σε έναν διεφθαρμένο κόσμο;

Φανταστείτε έναν άνθρωπο τόσο ειλικρινή, που δεν μπορεί να κατανοήσει την εξαπάτηση, τόσο συμπονετικό, που συγχωρεί εκείνους που τον ταπεινώνουν, και τόσο αγνό, που η κοινωνία μπερδεύει την καλοσύνη του με την ανοησία.
Αυτός είναι ο Πρίγκιπας Λεβ Νικολάγιεβιτς Μίσκιν, ο αξέχαστος ήρωας του «Ηλίθιου» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι — ένας άνδρας που επιστρέφει στη Ρωσία, κουβαλώντας μόνο ένα μικρό δέμα, ένα εύθραυστο σώμα και μια καρδιά επικίνδυνα απροετοίμαστη για τον κόσμο που τον περιμένει.
Ο Πρίγκιπας Μίσκιν έχει περάσει αρκετά χρόνια στην Ελβετία για θεραπεία από την επιληψία. Στο τρένο για την Αγία Πετρούπολη, συναντά τον Παρφιόν Ρογκόζιν, έναν σκοτεινό, παθιασμένο νεαρό άνδρα που καταναλώνεται από την εμμονή του για την όμορφη και βασανισμένη Ναστάσια Φιλιππόβνα.
Η συνάντησή τους μοιάζει τυχαία, αλλά θέτει ήσυχα τον αγώνα που βρίσκεται στο επίκεντρο του μυθιστορήματος: συμπόνια εναντίον κτήσης, πνευματική αγάπη εναντίον καταστροφικής επιθυμίας και αθωότητα εναντίον μιας κοινωνίας που έχει ξεχάσει πώς να την αναγνωρίζει.
Ο Μίσκιν εισέρχεται στα σαλόνια της ρωσικής υψηλής κοινωνίας σαν ένα κερί που μεταφέρεται σε ένα σπίτι γεμάτο καθρέφτες. Όλοι αντανακλούν την καλοσύνη του, αλλά σχεδόν κανείς δεν την αποδέχεται πραγματικά. Κάποιοι τον κοροϊδεύουν, άλλοι προσπαθούν να τον χειραγωγήσουν, λίγοι μεταμορφώνονται στιγμιαία από την παρουσία του. Ακούει χωρίς να κρίνει, μιλά χωρίς υπολογισμούς και βλέπει τον πόνο πίσω από την υπερηφάνεια, τη σκληρότητα και το σκάνδαλο. Ωστόσο, όσο πιο ευγενικά συμπεριφέρεται, τόσο περισσότερο οι άνθρωποι τον αποκαλούν «ηλίθιο».
Το πιο σκληρό ερώτημα του Ντοστογιέφσκι κρύβεται μέσα σε αυτόν τον τίτλο: είναι ο Μίσκιν όντως ανόητος — ή μήπως ο κόσμος γύρω του είναι τόσο ηθικά κατεστραμμένος, που η απλή καλοσύνη έχει γίνει ακατάληπτη;
Στο συναισθηματικό κέντρο του μυθιστορήματος βρίσκεται η Ναστάσια Φιλιππόβνα, μια από τις πιο σύνθετες και τραγικές γυναίκες του Ντοστογιέφσκι. Διάσημη για την ομορφιά της, αλλά κατεστραμμένη από χρόνια εκμετάλλευσης, ζει ανάμεσα στην υπερηφάνεια και την αυτοαπόρριψη. Θέλει να πιστεύει ότι αξίζει την αγάπη, ωστόσο επιλέγει επανειλημμένα την αυτοτιμωρία. Ο Μίσκιν δεν την κοιτάζει με επιθυμία ή αηδία· την κοιτάζει με οίκτο, τρυφερότητα και αναγνώριση. Βλέπει το πληγωμένο άτομο πίσω από τη σκανδαλώδη φήμη.
Όμως, ακόμα και η συμπόνια μπορεί να γίνει επικίνδυνη όταν συγχέεται με την αγάπη.
Ο Μίσκιν επιθυμεί να σώσει τη Ναστάσια, ενώ ο Ρογκόζιν επιθυμεί να την κατέχει.
Εκείνη κινείται αβοήθητη ανάμεσά τους, ελκόμενη προς τον άνδρα που προσφέρει συγχώρεση και τον άνδρα που υπόσχεται καταστροφή. Η αγάπη του Ρογκόζιν είναι πυρετώδης, ζηλόφθονη και βίαιη. Η αγάπη του Μίσκιν είναι ευγενική, θυσιαστική και σχεδόν αγία.
Ωστόσο, κανένας από τους δύο δεν μπορεί να δώσει στη Ναστάσια την εσωτερική γαλήνη που της λείπει. Η τραγωδία της δεν είναι μόνο ότι οι άλλοι την έχουν βλάψει, αλλά ότι η σκληρότητά τους έχει γίνει μέρος του τρόπου με τον οποίο βλέπει τον εαυτό της.
Έπειτα υπάρχει η Αγλάγια Επαντσίνη, νέα, έξυπνη, υπερήφανη και ρομαντική. Βλέπει τον Μίσκιν όχι απλώς ως άνδρα, αλλά ως μια ηρωική φιγούρα που θα μπορούσε να υψωθεί πάνω από την ασχήμια της κοινωνίας. Η στοργή της προσφέρει την πιθανότητα μιας διαφορετικής ζωής — μιας ζωής βασισμένης όχι μόνο στον οίκτο, αλλά και στη συντροφικότητα.
Ωστόσο, ο Μίσκιν παραμένει συναισθηματικά δεμένος με τον πόνο της Ναστάσια. Δεν μπορεί να εγκαταλείψει κάποιον που πιστεύει ότι πνίγεται, ακόμα και όταν η προσπάθεια να τη σώσει απειλεί να καταστρέψει τους πάντες γύρω του.
Αυτό είναι που κάνει τον «Ηλίθιο» κάτι πολύ περισσότερο από ένα ερωτικό τρίγωνο. Είναι ένα μυθιστόρημα για τα όρια της καλοσύνης. Ο Μίσκιν διαθέτει εξαιρετική συμπόνια, αλλά η συμπόνια από μόνη της δεν μπορεί να θεραπεύσει κάθε πληγή. Κατανοεί τους ανθρώπους βαθιά, αλλά δεν μπορεί να ελέγξει τις επιλογές τους. Μπορεί να συγχωρήσει το κακό, αλλά η συγχώρεση δεν εμποδίζει αυτόματα το κακό από το να συμβεί ξανά.
Σε όλο το μυθιστόρημα, ο Ντοστογιέφσκι περιβάλλει τον Μίσκιν με χρήμα, κουτσομπολιά, ματαιοδοξία, ζήλια και κοινωνική φιλοδοξία. Οι άνθρωποι μιλούν συνεχώς, αλλά σπάνια επικοινωνούν ειλικρινά.
Κάνουν δραματικές εξομολογήσεις και μετά οπισθοχωρούν πίσω από την υπερηφάνεια. Λαχταρούν την αγάπη, αλλά συμπεριφέρονται με τρόπους που την καθιστούν αδύνατη. Κάθε χαρακτήρας μοιάζει να στέκεται στο χείλος της αυτοκαταστροφής, προσποιούμενος ότι έχει τον απόλυτο έλεγχο.
Απέναντι σε αυτόν τον κόσμο, ο Μίσκιν εμφανίζεται σχεδόν σαν μια αθώα φιγούρα από μια άλλη πραγματικότητα. Αλλά η αγνότητά του δεν κατακτά την κοινωνία· αντίθετα, η κοινωνία τον συνθλίβει σταδιακά.
Το τέλος του «Ηλίθιου» είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Ο αγώνας μεταξύ Μίσκιν, Ρογκόζιν και Ναστάσια οδηγείται προς ένα τέλος που μοιάζει ταυτόχρονα σοκαριστικό και αναπόφευκτο.
Όταν ο Μίσκιν κάθεται τελικά δίπλα στον Ρογκόζιν μετά την καταστροφή, παρηγορώντας τον ίδιο τον άνθρωπο του οποίου η εμμονή έφερε την ερείπωση, ο Ντοστογιέφσκι μας δίνει μια εικόνα συμπόνιας που ωθείται πέρα από τα όρια της λογικής.
Ο Μίσκιν δεν θριαμβεύει. Δεν μεταρρυθμίζει την κοινωνία, δεν διασώζει τη Ναστάσια και δεν χτίζει μια ευτυχισμένη ζωή με την Αγλάγια.
Επιστρέφει στην ασθένεια, με το μυαλό του διαλυμένο από τον πόνο που μπορούσε να κατανοήσει αλλά δεν μπορούσε να αποτρέψει. Ο κόσμος δεν έγινε πιο ευγενικός επειδή εισήλθε σε αυτόν ένας καλός άνθρωπος· αντίθετα, ο καλός άνθρωπος καταστράφηκε από τον κόσμο.
Και ίσως αυτή είναι η πιο σκοτεινή διαπίστωση του Ντοστογιέφσκι: η καλοσύνη χωρίς δύναμη μπορεί να εμπνεύσει τους ανθρώπους, να τους εκθέσει, ακόμα και να τους παρηγορήσει — αλλά δεν μπορεί πάντα να τους σώσει.
Ο «Ηλίθιος» είναι επώδυνος γιατί αρνείται να μας διαβεβαιώσει ότι η καλοσύνη θα ανταμειφθεί. Αναρωτιέται αν η τέλεια αθωότητα μπορεί να επιβιώσει ανάμεσα σε ατελείς ανθρώπους.
Μας δείχνει μια κοινωνία που θαυμάζει την αγνότητα στη θεωρία, αλλά τη χλευάζει, την εκμεταλλεύεται και την καταστρέφει στην πράξη. Ο Πρίγκιπας Μίσκιν μπορεί να φαίνεται ανόητος επειδή εμπιστεύεται πολύ εύκολα και συγχωρεί υπερβολικά. Ωστόσο, όσοι τον αποκαλούν «ηλίθιο» είναι συχνά πολύ πιο γελοίοι, σκληροί και χαμένοι από εκείνον.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά την έκδοσή του, το μυθιστόρημα μας αφήνει ακόμα με ένα άβολο ερώτημα: αν ο Πρίγκιπας Μίσκιν ζούσε ανάμεσά μας σήμερα, θα τον αναγνωρίζαμε ως έναν αληθινά καλό άνθρωπο — ή θα τον απορρίπταμε κι εμείς ως ηλίθιο;




2η Διεθνής Πολιτιστική Συνάντηση στις «Οχθες του Λήλαντα» στο Βασιλικό Χαλκίδας

 


Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης και οι μουσικοί του συνοδοιπόροι μέσα από την ιδιαιτερότητα ενός σχήματος αποτελούμενου αποκλειστικά από έγχορδα, Γιώργος Καλούδης: τσέλο, λύρα Μανόλης Πάππος: μπουζούκι, λαούτο Φώτης Σιώτας: βιολί, βιόλα Δημήτρης Τσεκούρας: κοντραμπάσο σε μία μοναδική καλοκαιρινή συναυλία στα πλαισια της 2ης Διεθνούς Πολιτιστικής Συνάντησης στις «Οχθες του Λήλαντα» στο Βασιλικό Χαλκίδας Ο Άρης (Σηκώνομαι πουρνό πουρνό) Στίχοι / Μουσική : Παραδοσιακό Σηκώνομαι πουρνό πουρνό δυο ώρες πριν να φέξει παίρνω νερό και νίβομαι, νερό να ξαγρυπνήσω και παίρνω δίπλα τα βουνά δίπλα τα κορφοβούνια ακούω τα πεύκα να βογγούν τα έλατα να τρίζουν κλαίνε τον καπετάνιο τους, που ειναι λαβωμένος. ....................................................................................................... Πέρασμα Στίχοι: Αλκίνοος Ιωαννίδης Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης Αργά αργά θα γείρω σαν μέρα που περνά Στην αγκαλιά σου θα χαθώ και θ’ ανατείλω πρώτη φορά Οι ανάσες και τα χέρια τα λόγια, τα κορμιά οι αναστεναγμοί του κόσμου και τα γέλια τώρα θα γίνονται ξανά. Γλιστράμε και περνούμε κι αν μένει κάτι εδώ είναι το φως που μας χαρίστηκε να δούμε μες τη ζωή εσύ κι εγώ. Τα χρόνια θα μας λιώσουν κι αν μένει κάτι εδώ θα ‘ναι το φως που είχαν οι μέρες πριν τελειώσουν μόνο το φως.

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)