Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

 


ΜΈΘΕΞΗ, συνάντηση ψυχής

Charis Tali  
Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα που διαβάζει,
γυναίκα που αισθάνεται υπερβολικά ή γράφει.
Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα πνευματώδη, πλανεύτρα, τρελή και παλαβή. Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα που σκέφτεται, που γνωρίζει αυτά που ξέρει κι επιπλέον μπορεί και να πετά · γυναίκα σίγουρη για τον εαυτό της.
Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα που γελά ή κλαίει στον έρωτα,
που ξέρει να μετουσιώνει το κορμί σε πνεύμα · πόσω μάλλον μία που αγαπά την ποίηση ή που στέκεται να θαυμάσει για ώρες κάποιο πίνακα και που δεν ξέρει πώς να ζει δίχως τη μουσική.
Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα που ενδιαφέρεται για την πολιτική, που είναι επαναστάτρια και νιώθει φρίκη απέραντη μπροστά στην αδικία. Γυναίκα που σιχαίνεται την τηλεόραση.
Και που είναι όμορφη δίχως να στέκεσαι στο πρόσωπο
ή το κορμί της.
Να μην ερωτευτείς ποτέ γυναίκα παθιασμένη, παιχνιδιάρικη, διαυγή και βλάσφημη. Μην το ευχηθείς ποτέ να ερωτευτείς
μία γυναίκα τέτοια.
Γιατί όταν ερωτεύεσαι γυναίκα όπως αυτή, ασχέτως αν μείνει μαζί σου,ή αν σε αγαπήσει κι εκείνη, από μια τέτοια γυναίκα, ποτέ δεν επιστρέφεις..
*Martha Rivera Garrido
Λιγότερα

Τ. Σ. Ελιοτ. ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΣ

 


Η κατανόηση της ποίησης είναι ο δρόμος να κατανοήσουμε τους άλλους και τον εαυτό μας. Ακόμα και ο υπερεαλισμός της ποίησης δεν είναι ανόητος αλλά βαθύτατα ανθρώπινος.
Ας μάθουμε, ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την ποίηση με το δικό μας αισθητήριο και να βρεθούμε εγγύτερα στον άνθρωπο απ' ότι κάνει η ΑΙ:

''Το ποίημα παρουσιάζει τη θάλασσα ως μια ζωντανή, πολυφωνική δύναμη που μιλάει μέσα από τους ήχους και τις κινήσεις της. Ο κυματισμός εμφανίζεται διττός — τρυφερός και απειλητικός — ενώ η σύγκρουση του νερού με τον βράχο συμβολίζει την πάλη του ρευστού με το σταθερό. Το ακρωτήρι «ουρλιάζει» σαν προειδοποίηση, δείχνοντας ότι η φύση λειτουργεί ως γλώσσα γεμάτη σημάδια. Η σημαδούρα, μικρό ανθρώπινο ίχνος μέσα στο χάος, προσφέρει προσανατολισμό. Όλες αυτές οι φωνές συνοδεύουν τον άνθρωπο στην πορεία του πίσω στο σπίτι, που λειτουργεί ως εικόνα εσωτερικής γαλήνης και επιστροφής στον εαυτό. ''

Τρεμπεσίνα, Υψόμετρο 1924. Γενάρης του 41.






 Η χιονισμένη κορυφή, αυτή που κρύβεται μέσα στα σύννεφα, είναι η ανθρωποφάγος Τρεμπεσίνα, Υψόμετρο 1924.

Γενάρης του 41.
Χιονοθύελλα .
Οι Κρητικοί του 14ου Συντάγματος της 5ης Μεραρχίας είναι στα πόδια του βουνού.
Στην κορυφή οι Ιταλοί αλπινοι.
Κάθετη βουνοπλαγιά..
ΑΠΑΡΤΗ
«Αδύνατον» αναφωνεί ο Νικόλαος Σπένδος ,ο Συνταγματάρχης ,στην εντολή «προχωρείτε!».
Πώς να στείλεις τους στρατιώτες στη σίγουρη σφαγή;
Πώς να ανεβάσεις 1500 παγωμένους στρατιώτες ακάλυπτους ,στην κάθετη ,κρυσταλωμένη βουνοπλαγιά ,εκεί που δεν γαντζώνει μήτε σίδερο και που τη γαζώνουν τα πολυβόλα ;
Ναι είναι «Αδύνατον».
«Εγώ παιδιά θα πάω .
Κι όποιος θέλει έρχεται.
Αμα παγώνουμε εμείς εδώ κάτω ,αυτοί εκεί πάνω θα χουν γίνει κούτσουρα»
Τον λένε Ησίοδο.
Ησίοδο Τσίγκο.
Μικρασιάτης από τα Βουρλά.
Το μόνο αγόρι της οικογένειας που γλίτωσε από τους Τσέτες ,χάρη σε ένα Τούρκο γείτονα που έκρυψε αυτόν και τη μάνα του σ ένα κάρο.
Και βγήκαν στα Χανιά .
Εκεί μεγάλωσε.
Τώρα ,έφεδρος ανθυπολοχαγός ,ελλείψει μονίμων ,διοικεί τον 11ο Λόχο.
«Λοιπόν ,εγώ πάω»
-«Μα κ. Ανθυπολοχαγέ ο Συνταγματάρχης δεν το ξέρει!»
«Θα του το πούμε άμα φτάσουμε»
Τον ακολουθούν σαράντα.
Ανεβαίνουν .
Καρφώνουν τις ξιφολόγχες στον πάγο κι ανεβαίνουν .
Δεν τους χτυπούν τα πολυβόλα .
Μα τους χτυπά πιο άγρια η θύελλα.
Τους ξυλιάζει τα πόδια και τους αχρηστεύει τα δάχτυλα.
Μέχρι και το δάκρυ τους παγώνει.
Ανεβαίνουν...
Από τη μέση κι απάνω κάθε 50 μέτρα χάνουν κι έναν.
Μα ανεβαίνουν .
Φτάνουν στο 1924 !
Εφτά κι ένας ο ανθυπολοχαγός οχτώ…
Τα ξυλιασμένα χέρια είναι αδύνατο να περάσουν ξιφολόγχη στα τουφέκια.
Τις κραδαίνουν σα μαχαίρια και πέφτουν στα Ιταλικά αμπριά.
Αδεια!
Ψυχή ζώσα!
Οι Ιταλοί φοβήθηκαν τον παγωμένο θάνατο και φύγαν!
Κατέβηκαν χαμηλά να σωθούν μέχρι να κοπάσει ο δαίμονας.
Κονσέρβες ,τσιγάρα , σοκολάτες όλα στη θέση τους .Τακτοποιημένα .
Το ίδιο τα βαριά πολυβόλα και δυό –τρείς μικροί όλμοι.
«Γυρίστε τα από την άλλη!» φωνάζει ο Ησίοδος.
«Θα ρθούνε το πρωί!»
Και έρχονται το πρωί που χει πάψει η θύελλα .
Τραγουδώντας να ξαναπιάσουνε τα αμπριά τους…
Και τους θερίζουνε τα δικά τους πολυβόλα!
Οσοι ζούνε το βάζουνε τα πόδια ,να ειδοποιήσουν πως την κορφή την πιάσανε οι Ελληνες!
Μα το ίδιο κάνει κι ο Τσίγκος .
Φωνάζει στον γκρεμό ,όσοι από τους δικούς του δεν είναι παγωμένοι ,να μην ανέβουν .
Να γυρίσουν στο Σύνταγμα .
Να πουν πως θέλουμε ενισχύσεις στην κορυφή!
Στο μεταξύ φαίνονται οι Ιταλοί στη βορεινή ρίζα .
Δυό ολόκληρα Συντάγματα Αλπινιστών ανεβαίνουν να ξαναπάρουν το βουνό .
Μα είναι αργά!
Ο Παπαστεργίου ,ο Μέραρχος, έχει προλάβει να τους ανεβάσει όλους στο βουνο!
Ολόκληρη τη Μεραρχία Κρήτης!
Αριστερά οι Ρεθυμνιώτες του 44ου .
Στο Κέντρο οι Χανιώτες του 14ου και δεξιά οι Καστρινοί κι οι Λασιθιώτες του 43ου.
Οι Ιταλοί δεν είναι δειλοί .
Ορμούν .
Πιάνονται χέρι με χέρι οι Κρητικοί με τους Τυρολέζους και τα παιδιά από τα Απένινα.
Γλυστρούν και πέφτουν αγκαλιασμένοι στις παγωμένες χαράδρες και στις τρύπες του βουνού.
Κοντά δυο μέρες σκοτώνονται ,ώσπου το πράμα γίνεται ξεκάθαρο.
Οι Κρητικοί πήραν την Τρεμπεσίνα!*
*Την καταπληκτική πρώτη φωτογραφία δεν την τράβηξε κάποιος πολεμικός ανταποκριτής.
Δεν είναι φωτογραφία προπαγάνδας .
Την τράβηξε μια νοσοκόμα του Ελληνικού Στρατού ,η Μαρία Χρουσάκη.
Χάρη στον Βασίλη Χολέβα δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα.
Είναι Ιταλοί αιχμάλωτοι ,πολλοί τραυματισμένοι ,με τους Ελληνες φρουρούς τους
Στην κοιλάδα του Αώου.
Στο βάθος η φονική Τρεμπεσίνα...
George Papadakis
-Ο Ησίοδος Τσίγκος (φωτό 2)ήταν οκτώ ετών όταν ο πατέρας και τα αδέρφια του χάθηκαν στη Μικρασία το ’22 αντιστεκόμενοι στις ορδές των Τούρκων ατάκτων που μπήκαν στα Βουρλά λίγο πριν την καταστροφή.
Να προσέχεις τη μάνα σου» μου είχε πει πριν φύγει».
Και ήρθε η καταστροφή.
«Προχωρούσαμε στον δημόσιο δρόμο να σωθούμε.
Καταματωμένα τα πόδια απ’ τις τσουκνίδες. Τότε πέρασε ένας γέρος μ’ έναν αραμπά.
Μας ανέβασε πάνω και μας σκέπασε.
Οταν φτάσαμε στο Τσεσμέ, η μητέρα μου έβγαλε απ’ τον κόρφο της ένα πεντόλιρο. «Κράτησέ το κοκόνα μου, θα σου χρειαστεί.
Ο Αλλάχ μαζί σου».
Ηταν Τούρκος».
Δεκαεννέα χρόνια αργότερα ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός, διοικητής του 11ου Λόχου, του 14ου Συντάγματος, της θρυλικής V Μεραρχίας Κρητών.
Τη νύχτα της 29ης Ιανουαρίου 1941 και εν μέσω σφοδρής χιονοθύελλας ξεκίνησε και κατέκτησε από τους Ιταλούς μαζί με τους σαράντα άνδρες του ,την κορυφή της Τρεμπεσίνας (υψόμετρο 1923μ.) δια μέσου της νότιας, σχεδόν κατακόρυφης πλευράς.
Ο θρυλικός ήρωας τιμήθηκε με το χρυσούν Αριστείον Ανδρείας αλλά και το Μετάλλιον εξαιρέτων πράξεων για τις προσφορές του στα χρόνια της κατοχής υπηρετώντας στο Γενικό Νοσοκομείο Στρατού όπου εξασφάλιζε κρυ­φά γάλα για τα ορφανά.
Αργότερα όταν τελείωσε ο πόλεμος οι Ιταλοί του επέδωσαν εξαιρετικές τιμές, τέτοιες που δεν του απένειμε η Ελλάδα.
Στο Reggio Emila της Β. Ιταλίας σε πανηγυρική εκδήλωση ο Νομάρχης τόνισε: «όλοι σας έχετε γνωρίσει τον Έλληνα, τον έχετε σπουδάσει, τον έχετε μελετήσει.
Πάρτε τον Έλληνα χωρίς τα ελαττώματά του και τότε θα έχετε τον τιμημένο Τσίγκο Ησίοδο.
Στο πρό­σωπό του, ας τιμήσουμε τον Έλληνα Στρατιώτη και τον Έλληνα Άνθρωπο».
Ο Ησίοδος Τσίγκος διαβαζε μανιωδώς την εφημερίδα Καθημερινή από το… 1934 και μάλιστα μετά την προτροπή του Ελευθέριου Βενιζέλου!
«Διάβαζε «Καθημερινή» για να μαθαίνεις τη γλώσσα», έλεγε ο Βενιζέλος στον μικρό τότε Ησίοδο που από το ’23 και για δέκα χρόνια συνήθιζε να του πηγαίνει τις εφημερίδες κάθε που ο πρόεδρος βρισκόταν στα Χανιά.
Ο Ησίοδος Τσίγκος (που σπούδασε νομικά)έχει αποστείλει περισσότερα από 800 άρθρα και επιστολές στην Καθημερινή.
Το Λιοντάρι της Τρεμπεσίνας αναπαύεται στο Κοιμητήριο Ζωγράφου από την 26 Αυγούστου 2009, όπου και έφυγε από τη ζωή,στα 95 του χρόνια.
-Αμπρια=χαρακώματα
-Η τύχη των "Βενιζελικών" αυτών φαντάρων της 5ης μεραρχίας μετά την επίθεση των Γερμανών, ήταν η πλήρης εγκατάλειψη τους.
Σε αντίθεση με την αγωνία των ηγετών μας για την διαφυγή και του τελευταίου Βρετανού, από αυτούς τους ελάχιστους που ο Ουίνστον έστειλε για δόλωμα του Ράιχ.
Πολλοί πέθαναν στην πορεία θανάτου από την Αλβανία ως την Αθήνα, ξυπόλητοι και νηστικοί.
Και εγκλωβιστηκαν στην Αθήνα.
Ο Τσολάκογλου από εκεί τους έστειλε αιχμάλωτους πεσκέσι στους Ιταλούς στην Λάρισα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης(dulag 183).
Απο τους 1.100-1.300 στρατιώτες (3η φωτό)και συνολικά 1.500 έγκλειστοι στο στρατόπεδο,επεζησαν μονο 300 καθως οι στερήσεις,η ελονοσία τα βασανιστήρια τους εξολοθρευσαν (Από εκεί, χιλιάδες κρατούμενοι -ανάμεσά τους και πολλοί Έλληνες Εβραίοι- επιβιβάζονταν σε τρένα με προορισμό τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου στην Κεντρική Ευρώπη ή στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στη Γερμανία).
"Εθνική ομοψυχία"...μου έγραψε κάποιος...
Αμ δε...
Πάντα προδομενοι..."από μέσα".
Λιγότερα

Γιάννης Ρίτσος, "Η τελευταία Π.Α. εκατονταετία", (απόσπασμα).

 


Cultural News - Πολιτιστικά Νέα.

Kalli PapaChristou 17 ώρ. 
Κατηφόρισαν με σκισμένα χιτώνια, με παλιά ντουφέκια
δίχως ψωμί στο γυλιό δίχως σφαίρες.
Μονάχα με μικρά οργισμένα ποτάμια κλείναν τα περάσματα πίσω τους.
Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες
πάνου σ' άγνωστες πέτρες
πάνου στο χιόνι μαζί με τις ελιές τους και τ' αμπέλια τους —
άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι ένα χέρι
άλλος ένα μεγάλο κομμάτι απ' την ψυχή του
καθένας κ' έναν ή πιότερους νεκρούς.
Ύστερα γύρισαν με τις πληγές και τα κρυοπαγήματα
θάψανε τα ντουφέκια τους στα βράχια, στο χιόνι, στις κουφάλες των δέντρων
στο αχούρι, ανάμεσα στέγη και ταβάνι, στη σκοτεινή αποθήκη
που βγάζει στο πίσω μέρος της νύχτας μ' ένα μικρό λαδοφάναρο υπομονή.
Έτριζε η κλειδωμένη πόρτα όπως τρίζουν τα δόντια απ' το κρύο.
Το χιόνι έλυωνε.
Κατέβαιναν μεγάλα ποτάμια μες στη νύχτα
μαζί με κόκκαλα,
πηλήκια και σκισμένες σημαίες.
Τα παράθυρα κλείναν τα μάτια τους.
Τα τζάμια δε φέγγαν.
Σαν τους τυφλούς.
Κοιτούσαν κατά μέσα.


➖Γιάννης Ρίτσος,
"Η τελευταία Π.Α. εκατονταετία",
(απόσπασμα).

Πίνακας: Τάσσος (Αλεβίζος Αναστάσιος).

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)