Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Βασίλης Τσαμπρόπουλος: τεχνητή νοημοσύνη;

 Vassilis Tsabropoulos

1 λ. 
Πώς θα μπορούσε άραγε ένας φιλόσοφος να συνομιλήσει με την τεχνητή νοημοσύνη;
Είναι προφανές πως δεν πρόκειται για συνάντηση δύο συνειδήσεων, αλλά ούτε για την απλή χρήση ενός μηχανικού εργαλείου. Είναι μάλλον κάτι πιο παράδοξο και συνάμα θα ισχυριζόμουν αντιφατικό ως εικόνα. Αφορά στή συνάντηση του Λόγου με τον εαυτό του, ο οποίος είναι απογυμνωμένος από κάθε καταγραφή καταληπτικής εμπειρίας.
Ο φιλόσοφος, από την αρχαιότητα, δεν ψάχνει απλώς απαντήσεις στα ερωτήματα του. Αναζητά το καθαρό, το τέλειο σχήμα της σκέψης. Επιδιώκει να ανακαλύψει, αν αυτό που λέει είναι αληθές ή απλώς "ανθρώπινο" στον εμφανή περιορισμό του.
Αναμφίβολα εμφανίζεται κάτι πρωτόγνωρο απέναντι στο φιλόσοφο. Ένας ατόφιος λόγος χωρίς εμπειρία, μια απαθής σκέψη δίχως καμία αγωνία και μια προκλητικά εύκολη απάντηση σε κάθε ερώτημα, χωρίς το ρίσκο της αποτυχίας ή της απόρριψης.
Σε αυτό το κρίσιμο σημείο της συνάντησης ο φιλόσοφος θα αναρωτηθεί, εάν θα μπορούσε να υπάρξει αλήθεια χωρίς συναισθηματική εμπλοκή ή εάν είναι δυνατόν να υπάρξει νόημα χωρίς εμπειρία.
Το ερώτημα γίνεται ακόμα πιο δραματικό στην κορύφωσή του.
Αυτό εν τέλει αυτό που ονομάζουμε αλήθεια συναρτάται με το γεγονός ότι ζούμε, ότι υπάρχουμε;
Εάν ο σύγχρονος φιλόσοφος συνομιλήσει με την τεχνητή νοημοσύνη, δεν θα αναζητήσει έναν άλλο νου, αλλά ίσως ένα μέρος απομονωμένο, όπου η σκέψη δεν προστατεύεται, δεν περιορίζεται, ούτε χρωματίζεται από τον εαυτό της. Έτσι οι έννοιες, οι κρίσεις και οι προτάσεις που μας ενώνουν ή μας χωρίζουν στη ζωή, δεν καλύπτονται από την ανάγκη, τον φόβο, την επιθυμία, την προσδοκία του ανέφικτου και την καθηλωτική αποδοχή του εφικτού.
Ο ανθρώπινος λόγος δεν είναι μόνο "ορθολογικός" αλλά κάτι παραπάνω. Είναι υπαρξιακός και βυθισμένος στην ίδια την ύπαρξη, τον εαυτό και εκεί αποκτά το πλήρες του βάρος.
Όλοι γνωρίζουμε πως η τεχνητή νοημοσύνη σήμερα μπορεί να καταδείξει τη μορφή της διανοητικής σκέψης. Όμως ποτέ η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα μπορούσε να ζήσει, να αναπνεύσει την εμπειρία της σκέψης και το κόστος της επιλογής.
Ας το παραδεχτούμε αγαπητοί φίλοι. Η συνομιλία του φιλοσόφου και της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα είναι ποτέ ισότιμη. Παραμένει όμως εξαιρετικά αποκαλυπτική. Μέσα από αυτήν, ο άνθρωπος βλέπει για πρώτη φορά τόσο καθαρά το πιο απλό για αυτόν.
Τι σημαίνει να σκέφτεσαι επειδή απλά υπάρχεις.
Βασίλης Τσαμπρόπουλος

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: Ο ΔΥΤΙΚΟΣ "ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ" ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

Ο ΔΥΤΙΚΟΣ "ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ" ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ
Η Θυσία της Βιωμένης Εμπειρίας για τη Λειτουργικότητα
Η σύγχρονη δυτική κοινωνία θεμελιώνεται πάνω σε μια φαινομενικά αυτονόητη αρχή: ότι ο άνθρωπος είναι, ή οφείλει να είναι, ορθολογικός. Να σκέφτεται καθαρά, να επιλέγει αποτελεσματικά, να δρα με βάση στόχους. Ωστόσο, αν μετακινηθούμε από το επίπεδο της θεωρίας στο επίπεδο της εμπειρίας, προκύπτει ένα πιο ανησυχητικό ερώτημα: τι χρειάζεται να αποσιωπηθεί, να περιοριστεί ή να αποκοπεί, ώστε αυτός ο «ορθολογικός άνθρωπος» να μπορέσει να υπάρξει;
Η απάντηση φαίνεται να οδηγεί σε μια μορφή υ π α ρ ξ ι α κ ο ύ α κ ρ ω τ η ρ ι α σ μ ο ύ. Όχι με την έννοια μιας βίαιης και ορατής απώλειας, αλλά ως μια σταδιακή, εσωτερικευμένη διαδικασία αποκοπής από τη βιωμένη εμπειρία. Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να διαχωρίσει το συναίσθημα από τη δράση, να περιορίσει την εσωτερική του πολυφωνία και να συγκροτήσει έναν εαυτό συνεκτικό, προβλέψιμο και λειτουργικό. Αυτό που παρουσιάζεται ως «ωριμότητα» ή «αυτοέλεγχος» ενδέχεται, στην πραγματικότητα, να είναι μια συστηματική αποδυνάμωση της εμπειρικής πληρότητας του εαυτού.
Ο ορθολογισμός, όπως έχει δείξει η σύγχρονη κοινωνική θεωρία, δεν είναι απλώς μια γνωσιακή ικανότητα, αλλά ένα κ α ν ο ν ι σ τ ι κ ό π ρ ό τ υ π ο ύ π α ρ ξ η ς. Δεν περιγράφει μόνο πώς σκέφτονται οι άνθρωποι, αλλά καθορίζει πώς οφείλουν να σκέφτονται και να δρουν. Στο πλαίσιο αυτό, το άτομο εκπαιδεύεται να αποσυνδέεται από ό,τι δεν εξυπηρετεί τη λειτουργικότητα: συναισθήματα που δεν μπορούν να μεταφραστούν σε δράση, εσωτερικές συγκρούσεις που καθυστερούν την απόφαση, υπαρξιακά ερωτήματα που δεν οδηγούν σε αποτέλεσμα.
Έτσι, η αποστασιοποίηση -που συχνά μπορεί να λαμβάνει και ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά- δεν εμφανίζεται ως αποτυχία, αλλά ως επιτυχία προσαρμογής. Το άτομο που μπορεί να «μην νιώθει για να λειτουργεί» είναι, από τη σκοπιά του συστήματος, πιο αποτελεσματικό. Μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εργασίας, να διαχειριστεί την πολυπλοκότητα της καθημερινότητας και να παραμείνει συνεπές στους ρόλους του. Με αυτή την έννοια, ο υπαρξιακός ακρωτηριασμός δεν είναι παρενέργεια, αλλά προϋπόθεση λειτουργικότητας.
Ωστόσο, αυτή η προσαρμογή έχει ένα βαθύ τίμημα. Η σταδιακή απομάκρυνση από τη βιωμένη εμπειρία οδηγεί σε μια μορφή εσωτερικής αποξένωσης. Το άτομο συνεχίζει να δρα, αλλά δεν βιώνει πλήρως τη δράση του. Συμμετέχει, αλλά χωρίς να είναι ουσιαστικά παρόν. Η ζωή μετατρέπεται σε αλληλουχία λειτουργιών, ενώ η αίσθηση του νοήματος αποδυναμώνεται. Αυτό που χάνεται δεν είναι η ικανότητα δράσης, αλλά η πυκνότητα της εμπειρίας.
Δεν πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή, αλλά για μια σιωπηρή ανταλλαγή: το άτομο θυσιάζει ένα μέρος της εσωτερικής του ζωής προκειμένου να εξασφαλίσει τη θέση του σε ένα σύστημα που επιβραβεύει τη λειτουργικότητα. Η «ψυχή» -αν την κατανοήσουμε ως το σύνολο της βιωμένης, μη εργαλειακής εμπειρίας- περιορίζεται στο μέτρο που δεν εξυπηρετεί άμεσα την πράξη.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή η "θυσία" δεν παρουσιάζεται ως απώλεια. Αντίθετα, ενσωματώνεται ως φυσική εξέλιξη, ως πρόοδος, ως ωρίμανση. Το άτομο μαθαίνει να θεωρεί τη μείωση της εσωτερικής του έντασης ως επιτυχία, τη συναισθηματική απόσταση ως δύναμη και τη λειτουργικότητα ως ύψιστη αξία. Με αυτόν τον τρόπο, ο ακρωτηριασμός καθίσταται αόρατος, επειδή έχει κανονικοποιηθεί.
Σε κοινωνικό επίπεδο, αυτή η διαδικασία οδηγεί σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι συνυπάρχουν χωρίς να συνδέονται ουσιαστικά. Η ενσυναίσθηση περιορίζεται, οι σχέσεις τυποποιούνται και η συλλογική ζωή χάνει το βάθος της. Η κοινωνία παραμένει αποτελεσματική, αλλά γίνεται ολοένα και πιο αποσυνδεδεμένη από τη βιωμένη ανθρώπινη εμπειρία που τη θεμελιώνει.
Ίσως να πρέπει να το ομολογήσουμε: ο δυτικός ορθολογισμός μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως γνωσιακό επίτευγμα, αλλά και ως μορφή υπαρξιακής απώλειας. Η λειτουργικότητα της σύγχρονης κοινωνίας φαίνεται να βασίζεται σε μια σιωπηρή προϋπόθεση: την αποδοχή ενός μερικού εαυτού. Και ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να λειτουργούμε αποτελεσματικά μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αλλά αν στ' αλήθεια, συνειδητά, είμαστε έτοιμοι, "είναι εντάξει", να καταβάλλουμε κάθε στιγμή το αντίτιμο αυτής της απώλειας του Εαυτού.
Βιβλιογραφία:
- Societal Inner Dissociation (SID)
-Hindess, B. (2025). Rationality and modern society. Journal of Applied Social Psychology.
- Kerr, L. K. (2022). Dissociation in late modern America: A defense against soul? LK Kerr Books.

ΔΕς ΤΗ ΓΗ ΑΠΌ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΠΩς ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ...

ΔΕς ΤΗ ΓΗ ΑΠΌ ΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΠΩς ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ... 

Μιχάλης Γρηγορίου | Τάσος Λειβαδίτης • Σκοτεινή Πράξη [1997]




Στίχοι:  
Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική:  
Αμελοποίητα


Aπο μια παλιά φυλή που χάθηκε, είμαστε, βάρβαρες εισβολές
μας σκόρπισαν,
αλλά τα βράδια θα μας αναγνώριζε κανείς, λιγοστούς, καθισμένους
πάντα παράμερα,
με φτωχά λόγια για τη συμπόνια ή τη διαδοχή,
κι όταν, καμιά φορά, μπαίναμε στις πολιτείες, ένα φλάουτο
ακουγόταν στη στοά
που είχαν καταφύγει οι επικηρυγμένοι, ενώ οι τυφλοί πήγαιναν
τώρα βιαστικοί
ακουμπώντας στη σκόνη που άφησε πίσω το περασμά μας.



Παρουσιάζουμε σήμερα στο Ποιείν, την εισαγωγή από το Πρώτο μέρος του μουσικού έργου του Μιχάλη ΓρηγορίουΣκοτεινή πράξη, βασισμένο στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη: πατήστε εδώ


Ευχαριστούμε θερμά τον συνθέτη για την άδεια δημοσίευσης του έργου του. (θα δημοσιευτεί ολόκληρο σε συνέχειες)

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ
Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη
έργο 71 (1993)
Συμμετέχουν
Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ
Η ΧΟΡΩΔΙΑ “FONS MUCALIS”
διδασκαλια χορωδιας : Κωστης ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ
Σοπρανο: Σαβινα ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
Τενορος : Μιχαλης ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Βαρυτονος : Τασης ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Αφήγηση : Τασης Χριστογιαννοπουλος, Μιχαλης Γρηγοριου
Keyboards : Bασιλης Τσαμπροπουλος, Μιχαλης Γρηγοριου

Διευθύνει ο Μιλτος Λογιαδης

Ηχογράφηση- Montage- Mastering : Βαγγέλης Κατσούλης
Μετάφραση : Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΡΑΞΗ” : Μετα εικοσι ετη…

Η ιδέα να γράψω ένα μουσικό έργο βασισμένο σε ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, όταν διάβασα για πρώτη φορά τον “Νυχτερινό Επισκέπτη” και λίγο μετά την “Σκοτεινή Πράξη”. H πεποίθηση οτι είχα ανακαλύψει ένα πολύ σημαντικό ποιητή δεν με εγκατέλειψε από τότε, σήμερα μάλιστα θα έλεγα πως ο Λειβαδίτης δεν είναι μονό ένας μεγάλος Έλληνας ποιητής αλλά ίσως κι’ ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ου αιώνα. Ήταν ωστόσο αυτός ο θαυμασμός που μου γεννούσε ανέκαθεν ο συγκλονιστικός και τόσο προσωπικός ποιητικός του λόγος που με έκανε να διστάζω τελικά να γράψω ένα τέτοιο μουσικό έργο. Πάντα με σταματούσε η αίσθηση οτι δεν έχω να προσθέσω τίποτα σε κάτι που είναι από μονό του ολοκληρωμένο. Υστέρα από 20 σχεδόν χρόνια, τόλμησα να κάνω αυτό που δεν είχα τολμήσει να κάνω τότε. Ο θαυμασμός μου για το έργο του ποιητή παραμένει ο ίδιος, όμως, καθώς πέρασαν τα χρόνιο θαυμασμός άρχισε να συνοδεύεται και από μια διαφορετική κατανόηση, αλλά κι’ από μια αγάπη. Το να θαυμάζεις κάτι μπορεί να συνεπάγεται και κάποιο δέος που σε κρατάει σε απόσταση, όταν όμως αγαπάς τότε δεν διστάζεις να αγγίξεις, κάμπια φορά ακόμα και με λάθος τρόπο.

Αντιμετώπισα την “Σκοτεινή Πράξη” σαν ένα ορατόριο με σχεδόν βιβλικό περιεχόμενο. Ο Λειβαδίτης μιλάει για μεγάλες μνήμες, θρηνεί μεγάλες απώλειες και οδηγείται σε μια αποδοχή της ανθρώπινης μοίρας που δεν είναι ωστόσο εντελώς στερημένη από ελπίδα. Υπάρχουν στιγμές που μέσα από τους στίχους του διαφαίνεται μια σχεδόν πρωτοχριστιανική πιστή, μια εγκαρτέρηση και μια βαθύτατη αγάπη και κατανόηση για τον άνθρωπο. Ξερώ βεβαία οτι στις μέρες μας δεν γράφονται πλέον “ορατόρια” μιάμιση ώρας γιατί έχουν χαθεί τα συλλογικά σύμβολα που θα μπορούσαν να τα στηρίξουν κι’ ακόμα, γιατί έχουν επιταχυνθεί οι ρυθμοί ζώνης και έχουν μειωθεί τα όρια ανοχής του ακροατή. Το έργο που έγραψα θα μπορούσε λοιπόν να θεωρηθεί υπό μια έννοια σαν κάτι το ξεπερασμένο και το ανεδαφικό. Δεν με πειράζει όμως αυτό. Σήμερα που εξαπλώνεται ραγδαία ο μικροαστισμός κι’ η απάθεια, και πολύ συχνά ο φασισμός κι’ η βαρβαρότητα, σήμερα που η τέχνη μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε υλικό επένδυσης του ελευθέρου χρόνου και χάνει την ικανότητα της να κινητοποιεί και να συγκλίνει, σήμερα που χάνεται κάθε μεταισθημα και κάθε απόηχος και μαζί τους κι’ η ικανότητα της αντίστασης απέναντι στον κυνισμό και στην βλακεία, ίσως η ανεδαφικότητα να αποτελεί την μοναδική στάση που μπορεί να προσφέρει μια αίσθηση ασφαλείας και ειρμού, στοιχειώδους αξιοπρεπείας αλλά και ελπίδας για το μέλλον.

Μιχαλης Γρηγοριου


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ : Η πανουργια της σιωπης

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
(“Βασίλευε ο ήλιος πίσω απ’ τους στρατώνες…”)
Βαρύτονος (recitativo)
Βασίλευε ο ήλιος πίσω από τούς στρατώνες, οι ζητιάνοι ψάχνανε για λίγο νερό μα όλα τα λαγήνια ήσαν αναποδογυρισμένα στην πόλη Κανα, οι γυναίκες φεύγανε κλαίγοντας μέσα στο κίτρινο σούρουπο, εγώ, κυνηγημένος, μοίραζα πάνω στο λόφο το κρασί μου με ληστές και ψευδομάρτυρες, ενώ ο σταυρός δάγκωνε κιόλας την άκρη του παλτού μου
Ποιον ν’ αγαπήσω; Σε ποιον να εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός μπορεί να καυχηθεί οτι μ’ άκουσε να παραπονιέμαι,
ήπια όλο τον βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερά μου έγιναν οι δρόμοι που κυλάνε αμάξια θριάμβου,
έβγαλα τα φτερά μου και τα κάρφωσα στην γριά, που την έθαβαν ολομόναχη,
μ’ ένα σπουργίτι στο γειτονικό δέντρο,
με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη
– θυμηθείτε με όταν έρθει η ώρα

Χορωδία : Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν στο τζάκι
ήταν φθινόπωρο κι’ ειχαν ερημώσει τα χωράφια…
Βαρύτονος: άκουγα το βήμα των καραγωγέων καταβροχθί-ζοντας τον κλεμμένο σανό
Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα οπού έπρεπε ανεβώ,
άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς
ή θα κυλήσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων

Ηλίας Γ. Προβόπουλος ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΘΩΑ

 


ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΘΩΑ




Ο χρήστης Ηλίας Γ. Προβόπουλος είναι με το χρήστη Ιωάννης-Όμηρος Ντάφος και 

14 ακόμη
.

ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΘΩΑ
Προκαλεί εντύπωση και συζητιέται έντονα σε πολλά ημιορεινά χωριά η έκρηξη που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην ανθοφορία των κουτσουπιών στις εξοχές και κυρίως στα παρατημένα χωράφια. Είναι μάλιστα τόσο έντονη, που ολόκληρες περιοχές, τις τελευταίες ημέρες του Απρίλη, μοιάζουν να βυθίζονται μέσα στο μοβ χρώμα, ενώ πυκνή είναι σε ορισμένες συστάδες και η λευκή ανθοφορία των μέλεγων.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή, σχεδόν ειδυλλιακή. Όμως δεν είναι αθώα.
Τα δέντρα αυτά υπήρχαν πάντοτε στα δάση και στις άκρες των χωραφιών, αλλά συνήθως περνούσαν απαρατήρητα, καλυμμένα από μεγαλύτερα, πιο επιβλητικά είδη, χαμένα στη σκιά τους. Ξεχώριζαν μόνο για λίγο την άνοιξη, με την έντονη ανθοφορία τους, ή το φθινόπωρο, όταν τα φύλλα τους έπαιρναν εκείνο το ζεστό καφεκίτρινο χρώμα που δίνει τις πιο λεπτές αποχρώσεις στα δάση της ημιορεινής ζώνης, τον Οκτώβρη και τον Νοέμβρη.
Σήμερα, όμως, δεν ξεχωρίζουν απλώς — κυριαρχούν και αλλάζουν το τοπίο σε βαθμό που εντυπωσιάζουν τους παλιότερους και γι’ αυτό και συζητιούνται.
Η εντονότερη και ζωηρότερη παρουσία τους οφείλεται, όπως επισημαίνουν όσοι παρακολουθούν με προσοχή τις μεταβολές του τοπίου, στην εγκατάλειψη μεγάλων εκτάσεων της υπαίθρου. Όχι μόνο από τη γεωργία, αλλά και από την κτηνοτροφία — και κυρίως από την αιγοτροφία, που άλλοτε αποτελούσε τον βασικό «φραγμό» για κάθε νέο βλαστάρι. Οι κατσίκες δεν άφηναν τίποτα να σηκώσει κεφάλι· σήμερα, η απουσία τους αφήνει χώρο σε κάθε είδος να απλωθεί.
Ταυτόχρονα, έχει περιοριστεί δραστικά και η ανθρώπινη χρήση αυτών των φυτών. Τα νεαρά κλαδιά των μέλεγων, ευλύγιστα και ανθεκτικά, ήταν πολύτιμο υλικό: πλέκονταν με λάσπη και άχυρο για να φτιάξουν τοίχους σε καλύβια και μαντριά, γίνονταν φράχτες, στηρίγματα για καλλιέργειες, πρόχειρες αλλά απαραίτητες κατασκευές της καθημερινής ζωής.
Σήμερα, τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει. Οι φράχτες έπαψαν να έχουν νόημα εκεί όπου έπαψαν να υπάρχουν και τα περιφραγμένα χωράφια. Η εγκατάλειψη δεν σημαίνει μόνο ότι σταμάτησε η καλλιέργεια — σημαίνει και ότι χάθηκε το ενδιαφέρον, η φροντίδα, η διαρκής μικρή παρέμβαση που κρατούσε το τοπίο «ανοιχτό».
Έτσι, οι κουτσουπιές και οι μέλεγοι πολλαπλασιάζονται ανενόχλητοι, μαζί με πλήθος άλλων ειδών, μετατρέποντας σταδιακά την ύπαιθρο σε μια ενιαία μάζα δασικής ύλης. Μια ύλη που, όσο όμορφη κι αν μοιάζει την άνοιξη, κρύβει μέσα της έναν διαφορετικό κίνδυνο: τους θερινούς μήνες μπορεί να μετατραπεί σε εύφλεκτο φορτίο, ικανό να τροφοδοτήσει καταστροφικές πυρκαγιές.
Τότε, η σημερινή εικόνα θα ξεχαστεί γρήγορα. Το μοβ της άνοιξης θα δώσει τη θέση του στο γκρι της στάχτης κάτι που δυστυχώς επαναλαμβάνεται κάθε καλοκαίρι.
Οι φωτογραφίες με τις κουτσουπιές προέρχονται από τις εξοχές του Αμαράντου Ιτάμου και της Ραχούλας Καρδίτσας, ενώ η καλύβα στη θέση «Λιβάδια» του Αμαράντου —κατασκευασμένη από πλεγμένες λούρες μέλεγου με λάσπη και άχυρο— είναι έργο του Μιχάλη Καπνογιάννη, πριν από περίπου 70 χρόνια.
Αμάραντος Καρδίτσας, Απρίλιος 2007.

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)