Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Στρατηγός Ιωάννης Μπαλτζώης: Η μετατόπιση του καλωδίου στην Κάσο κρύβει υποχώρηση

 

Η Δημοκρατία στην πατρίδα μας: ''Ψιχαλίζει''. LNG ή αλλαγή κυβέρνησης..


ΣΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ, ΤΕΜΠΗ, ΕΝΕΡΓΕΙΑ

 Στο Ειδικο Δικαστηρίο στέλνει το δικαστικό συμβούλιο τον πρώην υφυπουργό Χρήστο Τριαντόπουλο για το μπαζώμα στα Τέμπη.

Τάσος Λειβαδίτης; Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα

 

Τζινα Βασιλειου Κοραη 1 ώρ. 
Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα
μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος…
σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι από το βάθος του χρόνου
καλούσε βοήθεια.
O ουρανός αμίλητος και σταχτύς
το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές και για τους νικημένους.
Eίδες ποτέ σου μες στα μάτια των νικημένων στρατιώτων
την πικρή θέληση να ζήσουν!
Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.
οι φίλοι είχαν χαθεί
κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι απ’ το μίσος σου…
…και τα μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικά
απο τους παλιούς λησμονημένους θεούς και τις παντοδύναμες
παιδικές ευπιστίες…
Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.
Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.
Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.
Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή
μπροστά στο θάνατο
ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…
Mεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους
οχετούς.
Α, εσύ δεν είδες ποτέ το ίδιο το χέρι σου να σε σημαδεύει αλύπητα
απ’ το βάθος των περασμένων.
…Θέ μου πόσο ήταν όμορφη
σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Xριστουγέννων…
Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.
Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν τό χαμόγελό σου…
Η πλατεία θα μείνει έρημη
σα μια ζωή που όλα τάδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή
λίγη επιείκεια
της την αρνήθηκαν.
Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πιά
να μας προδώσουν…
Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε
μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…
Συμφωνία αρ. 1
~ Τάσος Λειβαδίτης ~

 Νίκος Καρούζος Ο Ασκητής του Λόγου και της Υπαρξιακής Αγωνίας

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1990 η ελληνική γραμματεία έχασε μία από τις πιο ιδιόμορφες, αυθεντικές και ασυμβίβαστες φωνές της. Ο Νίκος Καρούζος δεν υπήρξε απλώς ένας «ποιητής» με την τρέχουσα, θεσμική ή επαγγελματική έννοια του όρου. Ήταν ένας αληθινός μύστης της γλώσσας, ένας υπαρξιακός αναχωρητής που επέλεξε να ζήσει στο περιθώριο της οργανωμένης κοινωνικής συμβατικότητας για να παραμείνει απόλυτα αφοσιωμένος στην ποιητική πράξη.

Το έργο του Καρούζου συνιστά έναν σπάνιο πυρήνα όπου διασταυρώνονται η ορθόδοξη θεολογική παράδοση, ο διαλεκτικός υλισμός, η αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη και ο ευρωπαϊκός μοντερνισμός. Η ποίησή του δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις ούτε καθησυχαστικές βεβαιότητες. Είναι ένα πεδίο μάχης ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, τη φθορά και την αιωνιότητα, την τραγική συνείδηση του θανάτου και την εκστατική κατάφαση της ζωής.

Για τον Νίκο Καρούζο, η γλώσσα δεν είναι ένα απλό εργαλείο επικοινωνίας, ούτε μέσο περιγραφής της πραγματικότητας. Η γλώσσα είναι ο ίδιος ο χώρος εντός του οποίου αποκαλύπτεται το Είναι. Ο ποιητής χειρίζεται τις λέξεις ως ζώντες οργανισμούς, με δικό τους αυτόνομο βάρος, υφή και πνευματική ενέργεια.

Η ποιητική του γλώσσα χαρακτηρίζεται από μια τολμηρή σύνθεση, ανανεωμένοι αρχαϊσμοί, εκκλησιαστική υμνογραφική ορολογία, ιδιώματα της

καθημερινότητας, επιστημονικοί όροι και αιφνίδιοι υπερρεαλιστικοί συνειρμοί συνυπάρχουν στον ίδιο στίχο. Αρνείται συστηματικά τον εύκολο λυρισμό και την επιτηδευμένη ωραιότητα, αναζητώντας μια πυκνή, ελλειπτική και συχνά αφοριστική διατύπωση.

«Μὲ τὴ γλῶσσα μου μόνη

ὁδηγῶ τὸ πουλί στοὺς αἰθέρες.»

Στον παραπάνω χαρακτηριστικό στίχο, αποτυπώνεται η οντολογική δύναμη που αποδίδει στην ποιητική πράξη. Η γλώσσα δεν περιγράφει την πτήση του πουλιού, την καθιστά δυνατή. Ο ποιητής γίνεται ο συμπαντικός συντονιστής που, μέσω του λόγου, απελευθερώνει την κτίση από τους νόμους της βαρύτητας και της φθοράς.

«Ὁ ποιητὴς εἶναι ἕνας ἔγκλειστος

που κρατάει τὰ κλειδιὰ τῆς ἐλευθερίας.»

Η ποιητική ιδιότητα βιώνεται ως παράδοξο, ο ποιητής βιώνει την έγκλειστη κατάσταση της ανθρώπινης μοίρας, τη φυλακή του σώματος και του χρόνου, αλλά ταυτόχρονα κατέχει το κλειδί της υπέρβασης μέσω της δημιουργικής ονοματοδοσίας των πραγμάτων.

«Η λέξη είναι ένα παράθυρο

που ανοίγει κατευθείαν στην άβυσσο.»

«Δεν γράφω στίχους για να με θυμούνται·

γράφω για να ανασάνω

μέσα στον αποπνικτικό αέρα της εποχής.»

«Η ποίηση είναι μια επικίνδυνη άσκηση

πάνω στο σχοινί της αλήθειας.»

Ο υπαρξιακός πυρήνας της καρουζικής ποιητικής είναι η διαρκής αντιπαράθεση με τον θάνατο. Ο θάνατος στον Καρούζο δεν παρουσιάζεται ως ένα μακρινό, μελλοντικό γεγονός, αλλά ως μια παρούσα, καθημερινή εμπειρία που διαποτίζει κάθε πτυχή του γίγνεσθαι. Ωστόσο, η συνείδηση της φθοράς δεν οδηγεί στον μηδενισμό ή την απελπισία. Αντίθετα, λειτουργεί ως ο απαραίτητος καταλύτης για την αποκάλυψη του αληθινού φωτός.

Η σχέση του ποιητή με το φως είναι βαθιά μυστική και βιωματική. Δεν πρόκειται για το φυσικό, ηλιακό φως των αισθήσεων, αλλά για ένα φως εσωτερικό, άκτιστο, που αναβλύζει μέσα από τη διάβαση του σκοταδιού:

«Ὅταν ἡ νύχτα πέφτει

ἐγὼ ἔχω ἕνα φῶς ἀπὸ τὴν αἰωνιότητα...»

Ο στίχος αυτός συμπυκνώνει την ικανότητα της καρουζικής ποιητικής να μεταστοιχειώνει το σκότος της υπαρξιακής δοκιμασίας σε πνευματική διαύγεια. Η αιώνια διάσταση δεν υπόσχεται μια μεταθανάτια δικαίωση, αλλά βιώνεται ως παρούσα πραγματικότητα στο «εδώ και τώρα» της ποιητικής εγρήγορσης.

«Είμαστε μια απελπισμένη αστραπή

που ταξιδεύει στη νύχτα του κόσμου.»

«Πορεύομαι μέσα στο θάνατο

όπως ο ταξιδιώτης μέσα στη βροχή

με την αίσθηση πως κάθε σταγόνα

είναι κι ένα μικρό αντίο.»

«Ο θάνατος δεν είναι η απουσία του φωτός

είναι η επιστροφή στην πηγή του.»

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες πτυχές της σκέψης του Νίκου Καρούζου είναι η οργανική σύζευξη δύο φαινομενικά ασύμβατων κόσμων, της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης και του Διαλεκτικού Υλισμού.

Ο Καρούζος δεν υιοθετεί τη θεσμική θρησκευτικότητα ούτε τη δογματική κομματική γραμμή. Η «ορθοδοξία» του είναι ασκητική, νηπτική, επικεντρωμένη στο πάθος του Χριστού ως σύμβολο του ανθρώπινου πόνου. Ταυτόχρονα, ο «μαρξισμός» του είναι μια βαθιά ανθρωπιστική απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη και απελευθέρωση από τα δεσμά της εκμετάλλευσης.

Για τον Καρούζο, η ύλη είναι ιερή. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο πνεύμα και την ύλη. Η ύλη είναι η φανέρωση του πνεύματος, και το πνεύμα είναι η εσωτερική φωτεινότητα της ύλης. Έτσι, το ελάχιστο αντικείμενο της καθημερινότητας αποκτά θεολογικές και κοσμικές διαστάσεις.

«Δεν γυρεύω τη δόξα των ανθρώπων

γυρεύω εκείνο το φως

που δεν αφήνει σκιές.»

«Ο Θεός δεν είναι μια ιδέα

είναι η σιωπή που απομένει

όταν σωπάσουν όλα τα λόγια.»

«Με την καρδιά μου ολοκληρωτικά δοσμένη στο άγνωστο,

βαδίζω χωρίς χάρτη.»

Στο ποιητικό σύμπαν του Καρούζου, τα «μικρά» και «ασήμαντα» πράγματα του κόσμου κατέχουν κεντρική θέση. Ένα σπουργίτι, μια πέτρα, ένα ξερό φύλλο, η βροχή στο πεζοδρόμιο, ένα αδέσποτο σκυλί γίνονται οι αληθινοί πρωταγωνιστές μιας συμπαντικής λειτουργίας.

«Βλέπω τὸ σπουργίτι

καὶ συλλογίζομαι τὴν ἀπεραντοσύνη.»

Ο ποιητής δεν εξιδανικεύει τη φύση βουκολικά. Την παρατηρεί με την προσοχή του ασκητή. Η φύση δεν έχει αμαρτία, δεν διαθέτει την ψευδή συνείδηση του ανθρώπου, κι έτσι παραμένει αμόλυντη, καθαρός καθρέφτης του Θείου.

«Τὸ δέντρο εἶναι μιὰ προσευχὴ

ποὺ δὲν ζητάει τίποτα.»

Η ανιδιοτέλεια της φύσης αντιπαραβάλλεται διαρκώς με την υστεροβουλία και την απληστία του σύγχρονου ανθρώπου. Το δέντρο υπάρχει απλώς, προσφέροντας τη σκιά και την ομορφιά του χωρίς να απαιτεί αντάλλαγμα.

«Το σπουργίτι δεν ξέρει από αμαρτία

γι’ αυτό και πετάει τόσο ανάλαφρα

πάνω από την ασχήμια μας.»

«Κοιτάζω το μυρμήγκι

που κουβαλάει έναν σπόρο μεγαλύτερο από το σώμα του

και σκέφτομαι πως έτσι πρέπει να κουβαλάμε

την ελπίδα μας.»

«Ένα πράσινο φύλλο

είναι μια ολόκληρη θεολογία

που δεν χρειάζεται λέξεις.»└───────────────────────────┘

Ο Νίκος Καρούζος επέλεξε συνειδητά έναν βίο λιτό, σχεδόν περιθωριακό. Συχνάζοντας στα καφενεία της Αθήνας (με κατεξοχήν ορμητήριο το «Μπαλκόνι» ή τα στέκια της Ομόνοιας και των Εξαρχείων), μακριά από ακαδημαϊκές έδρες, δημοσιογραφικά σαλόνια και δημόσιες σχέσεις, ενσάρκωσε το πρότυπο του «ποιητή-αλήτη» με την ευγενέστερη σημασία της λέξης.

Η στάση ζωής του ήταν η αμεσότερη εφαρμογή της ποιητικής του. Αρνήθηκε να μετατρέψει την τέχνη του σε εμπόρευμα ή μέσο κοινωνικής ανέλιξης. Στους στίχους του στηλιτεύει με δριμύτητα τον τεχνοκρατικό πολιτισμό, τον καταναλωτισμό και την πνευματική νάρκωση του σύγχρονου αστού.

«Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ

ποὺ τὰ ἔπιπλα εἶναι πεινασμένα ἀπὸ ἀνθρώπους.»

Η αλλοτρίωση του ανθρώπου της πόλης, η υποκατάσταση των ουσιαστικών ανθρώπινων σχέσεων από τα καταναλωτικά αγαθά και η απώλεια του πνευματικού κέντρου αποτελούν σταθερούς στόχους της ποιητικής του κριτικής, η οποία συνδυάζεται πάντα με μια βαθιά αλληλεγγύη προς τον ανθρώπινο πόνο.

«Οι άνθρωποι έχτισαν μεγάλες πόλεις

για να κρύψουν τη μικρή τους καρδιά.»

«Όποιος δεν έκλαψε για τον πόνο του άλλου

δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει τα αστέρια.»

«Πείνασε η ομορφιά

μέσα στους δρόμους της αφθονίας.»

Ο Νίκος Καρούζος αφήνει πίσω του μια ποιητική κληρονομιά που παραμένει ολοζώντανη, επίκαιρη και αμείλικτα απαιτητική. Η ποίησή του δεν διαβάζεται για να προσφέρει παρηγοριά ή αισθητική απόλαυση· απαιτεί από τον αναγνώστη μια εσωτερική μετακίνηση, μια υπαρξιακή εγρήγορση.

Σε μια εποχή γρήγορης κατανάλωσης πληροφοριών και επιφανειακής επικοινωνίας, ο λόγος του Καρούζου λειτουργεί ως αντίδοτο. Μας υπενθυμίζει το βάθος της γλώσσας, την ιερότητα του καθημερινού, την τραγικότητα αλλά και την ανεπανάληπτη ομορφιά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Αφού εξαντλήσαμε τα ακαδημαϊκά σχήματα, τις αναλύσεις δομής και τις φιλολογικές αγιογραφίες για να καλύψουμε την αμηχανία μας, ας σοβαρευτούμε. Ο Νίκος Καρούζος δεν χρειάζεται τις δικές μας επικήδειες κορώνες, ούτε τα όψιμα κλάματα της διανόησης για να επιζήσει. Ήταν από εκείνους τους σπάνιους, αυτόχειρες της καθημερινότητας που αρνήθηκαν πεισματικά να συμμορφωθούν με τους κανόνες της νεοελληνικής μικροαστικής μας μιζέριας.

Δεν πουλούσε πνεύμα στα σαλόνια της αθηναϊκής ελίτ, δεν υπέγραφε δηλώσεις νομιμοφροσύνης σε καμία κομματική ή λογοτεχνική φατρία, ούτε εξαγόρασε την ποίησή του με θεσμικές δάφνες, κρατικά βραβεία και δημόσιες σχέσεις. Έζησε όπως ακριβώς έγραφε, ανυπότακτος, γυμνός, απολύτως έκθετος στο απόλυτο φως και στο απόλυτο σκοτάδι, πίνοντας τον υπαρξιακό του τρόμο μονορούφι στα καφενεία της Αθήνας, ανάμεσα σε καπνούς, φτηνούς καφέδες και αδιάφορους περαστικούς.

Κι αν σήμερα τον θυμόμαστε, τριάντα και πλέον χρόνια από τότε που έκανε τη δική του έξοδο προς την κοσμική σιγή, δεν είναι για να στήσουμε ακόμα ένα υποκριτικό μνημόσυνο. Ο Καρούζος σιχαίνεται τα μνημόσυνα και τις στεφανώσεις. Το κάνουμε απλώς για να θυμόμαστε, εμείς οι βολεμένοι κάτοικοι της εσχατιάς της Ευρώπης, πως κάποτε σε αυτή τη χώρα υπήρξαν άνθρωποι που πήραν τη λέξη «άνθρωπος» και τη λέξη «ποιητής» στα σοβαρά , τόσο σοβαρά, που τις πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή.

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)