Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 11 Αυγούστου 2026

ΡΑΜΦΟΣ, Σ. (1939-2026)

 

Ηρα Κλήμου 
Ακολουθήστε

Dimitris Tsirkas : Ο Στέλιος Ράμφος υπήρξε ο αγαπημένος διανοούμενος των λεγόμενων εκσυγχρονιστικών ελίτ. Τις τίμησε και τον τίμησαν δεόντως.
Ο Ράμφος έβλεπε την ελληνική κοινωνία ως μια καθυστερημένη κοινωνία – οικονομικά, πολιτικά, πολιτισμικά - και τον Έλληνα ως μια ανώριμη προσωπικότητα, καθηλωμένο σε μια μόνιμη νηπιακότητα.
Αντί όμως να αναλύσει αυτή την υστέρηση με βάση οικονομικές και κοινωνικές δυναμικές, τους πολιτικούς θεσμούς, τη θέση της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, ο Ράμφος την απέδιδε στην ημιτελή Αναγέννηση του Βυζαντίου και την Τουρκοκρατία που πάγωσε περαιτέρω την είσοδο της Ελλάδας στη νεωτερικότητα.
Αυτό με τη σειρά του παρήγαγε ανώριμους ανθρώπους, χωρίς στέρεη και επεξεργασμένη εσωτερικότητα.
Οι Έλληνες ουδέποτε έγιναν άτομα – με τη δυτική, φιλοσοφική έννοια – δηλαδή αυτόνομα, συνειδητά υποκείμενα. Η δε συλλογική συμπεριφορά τους παραμένει έρμαιο των συγκυριών, διακατεχόμενη από έντονη αστάθεια και συναισθηματική μεταβλητότητα.
Ο όποιος εκσυγχρονισμός υπήρξε επιφανειακός αφού οι Έλληνες υιοθέτησαν μεν τα δυτικά καταναλωτικά πρότυπα και την τεχνολογία, αλλά ουδέποτε εσωτερίκευσαν τη δυτική ορθολογική σκέψη και πειθαρχία.
Ο κύριος υπεύθυνος για αυτό το έλλειμμα ήταν, κατά τον Ράμφο, η ελληνική οικογένεια. Οι υπερπροστατευτικοί γονείς που λύνουν κάθε πρόβλημα του παιδικού, ακόμα και όταν μεγαλώνει, με αποτέλεσμα να εμποδίζουν την ενηλικίωσή του.
Το αποτέλεσμα είναι οι Έλληνες να μην αναλαμβάνουν ποτέ τις συνέπειες των πράξεων τους και αργότερα να περιμένουν από το κράτος - πατερούλη να τους λύσει όλα τους τα προβλήματα, ακριβώς όπως έκαναν οι γονείς τους.
Αυτή η αφήγηση ταιριάζει γάντι στις εκσυγχρονιστικές ελίτ που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα ως μια απελπιστικά καθυστερημένη κοινωνία και εκείνους ως τους πεφωτισμένους ευγενείς που αναλαμβάνουν να την κάνουν Ευρώπη.
Παραφράζοντας τον Κίπλινγκ – το βάρος του εκσυγχρονιστή είναι να κάνει τον Έλληνα Ευρωπαίο.
Έτσι, ο Ράμφος δεν είχε κανένα πρόβλημα να συναναστρέφεται με τον Πέτρο Κωστόπουλο που «ξεβλάχεβε» την Ελλάδα την περίοδο που ο Σημίτης την εκσυγχρόνιζε.
Αν και οι κακές οι γλώσσες λένε ότι τον πλήρωνε αδρά για να τους «μυήσει» μαζί με την Μπαλατσινού στα μυστικά της φιλοσοφίας. Ή μάλλον, να τους "ξεβλαχέψει".
Το ότι ο Κωστόπουλος αντιπροσώπευε πολιτισμικά αυτόν τον επιφανειακό, μιμητικό, καταναλωτικό εκσυγχρονισμό που ο ίδιος στηλίτευε, ουδόλως ενοχλούσε τον «φιλόσοφο» ανατόμο των ελληνικών παθογενειών.
Εκεί όμως που ο Ράμφος έδωσε ρέστα ήταν μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2010.
Η «ανάλυσή¨του ότι η οικονομική κατάρρευση ήταν απλώς το σύμπτωμα μιας πνευματικά ανώριμης κοινωνίας που αρνείται να δει την πραγματικότητα, ταίριαζε γάντι με τις ελίτ που αναζητούσαν δικαιολογίες για φορτώσουν τη χρεοκοπία στον κόσμο.
Ήταν η «ανθρωπολογική» πλαισίωση του «μαζί τα φάγαμε» του Θ. Παγκάλου.
Η θέση του ότι ο Έλληνας αντιδρά με το άγχος του μαθητή που πιάνεται αδιάβαστος στις εξετάσεις και αντί να κάνει την αυτοκριτική του και να αναλάβει τις ευθύνες του, ψάχνει αποδιοπομπαίους τράγους (δανειστές, τρόικα κλπ.) ήταν η ψυχολογίστικη δικαιολόγηση όχι μόνο του αναπόφευκτου, αλλά και του ευεργετικού των μνημονίων.
Τα μνημόνια ήταν η επίπονη μεν, απαραίτητη και καθαρτική δε, υπέρβαση των πνευματικών και ψυχολογικών μας καθηλώσεων – η (ψυχαναλυτική) θεραπεία ενός ολόκληρου λαού.
Η συλλογική απαξίωση της ελληνικής κοινωνίας (πλην των ελίτ της) συνοδευόταν φυσικά, από την εξιδανίκευση της Ευρώπης, η οποία όχι μόνο δεν έφερε καμία ευθύνη για τη χρεοκοπία και τη μετέπειτα καταστροφική διαχείρισή της, αλλά ήταν εκείνη που ερχόταν να μας σώσει και ας μη όφειλε.
Πρέπει να μείνουμε στην Ευρώπη, ακόμη και αν αυτή διαλυθεί, φώναζε ο Ράμφος.
Πώς μετά να μη γίνει το ίνδαλμα των Μένουμε Ευρώπη, που το 2015 τρόμαξαν ότι οι λαϊκιστές θα τους υποβιβάσουν σε βαλκάνιους.
Εξίσου κοντά ήταν και στον Κυριάκο Μητσοτάκη που σήμερα θρηνεί γιατί έχασε έναν «φίλο» και «λαμπρό» Έλληνα.
Ο Μητσοτάκης, βέβαια - και η οικογένεια Μητσοτάκη εν γένει - είναι το πολιτικό ανάλογο του Πέτρου Κωστόπουλου.
Επιφανειακά σύγχρονοι και ευρωπαϊστές, αλλά στην πράξη οι πιο χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι των (προνεωτερικών) πελατειακών σχέσεων που τόσο στηλίτευε ο μακαρίτης.
Ο Ράμφος θεωρούσε τις πελατειακές σχέσεις όχι μια απλή συναλλαγή, αλλά ένα παθολογικό ψυχικό συμβόλαιο ανάμεσα στον πολιτικό και τον ψηφοφόρο.
Ο πολιτικός υπόσχεται προστασία, διορισμούς, ανοχή στην παρανομία, ενώ ο ψηφοφόρος του εκχωρεί όχι μόνο την ψήφο του, αλλά και την ατομική του ευθύνη.
Μήπως όμως αυτή δεν ήταν και η σχέση του Ράμφου με τις εκσυγχρονιστικές ελίτ;
Αυτές τον έραιναν με πλούτη και τιμές – εκείνος τους αφαιρούσε με σοφιστείες την ευθύνη τους για την οικονομική και πνευματική χρεοκοπία της χώρας.
Win win, που έλεγε και μια παρεξηγημένη εκσυγχρονιστική ψυχή.
Λιγότερα

Manos Lambrakis 
Ακολουθήστε

Ο νεκρός δεν είναι πια αντίπαλος
Δεν έχει ακόμη προλάβει να κατακαθίσει η είδηση του θανάτου του Στέλιου Ράμφου και άρχισε, σχεδόν αυτοματικά, η γνώριμη ελληνική «τελετουργία». Όχι εκείνη του αποχαιρετισμού, αλλά εκείνη της κατάταξης. Οι μεν σπεύδουν να ανακηρύξουν τον νεκρό σε μεγάλο στοχαστή, οι δε να αποκαταστήσουν επειγόντως την ιστορική τάξη υπενθυμίζοντας τις πολιτικές του μετατοπίσεις, τις αντιφάσεις, τις υπερβολές, τις ιδεολογικές του συγγένειες και τις κατά καιρούς δημόσιες επιλογές του.
Λες και ο θάνατος δεν αποτελεί πλέον ούτε για λίγες ώρες ένα όριο μπροστά στο οποίο ο δημόσιος λόγος μπορεί να αναστείλει τη βεβαιότητά του.
Λες και ο νεκρός οφείλει, προτού ακόμη ταφεί, να περάσει από το τελευταίο δικαστήριο των κοινωνικών δικτύων, για να αποφασιστεί αν δικαιούται τον σεβασμό μας. Πρόκειται για μία από τις πιο θλιβερές εκδοχές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Δεν αρκεί να έχουμε αντιπάλους όσο ζουν. Τους χρειαζόμαστε αντιπάλους ακόμη και νεκρούς.
Αυτή η βιασύνη δεν αποτελεί απόδειξη κριτικής εγρήγορσης. Φανερώνει κάτι πολύ βαθύτερο και περισσότερο ανησυχητικό. Την αδυναμία μας να αναγνωρίσουμε περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας που δεν μπορούν να απορροφηθούν ολοκληρωτικά από την πολιτική σύγκρουση. Στον ψηφιακό μας πολιτισμό όλα οφείλουν να μετατραπούν αμέσως σε θέση. Ο πόνος γίνεται θέση, η απώλεια θέση, η κηδεία θέση, ακόμη και η σιωπή ερμηνεύεται ως θέση.
Ο θάνατος παύει έτσι να αποτελεί το μεγάλο όριο της ανθρώπινης αυτάρκειας και μετατρέπεται σε ακόμη μία ευκαιρία παραγωγής περιεχομένου. Ο νεκρός δεν προλαβαίνει να γίνει απών. Παραμένει ψηφιακά παρών ως πρώτη ύλη για τον επόμενο γύρο της αντιπαράθεσης. Και αυτό που εμφανίζεται ως αμείλικτη κριτική δεν είναι πάντοτε γενναιότητα. Ενίοτε είναι η πιο ασφαλής μορφή επιθετικότητας, επειδή απευθύνεται σε εκείνον που δεν διαθέτει πλέον τη δυνατότητα της απάντησης.
Δεν χρειάζεται, επομένως, να κατασκευάσουμε σήμερα έναν άσπιλο Στέλιο Ράμφο. Θα ήταν προσβολή και προς τον ίδιο και προς τη σκέψη. Ο Ράμφος υπήρξε κατεξοχήν άνθρωπος των μετατοπίσεων. Χάρισε, όπως ο ίδιος έγραψε, την ύστερη εφηβεία και τα φοιτητικά του χρόνια στον μαρξισμό. Έφυγε στο Παρίσι, συνάντησε τον Κορνήλιο Καστοριάδη, πέρασε μέσα από την εμπειρία και το αδιέξοδο του 1968, στράφηκε στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και κατόπιν στην πατερική σκέψη. Αναζήτησε στους αναχωρητές της ερήμου, στον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη όχι αρχαιολογικά κατάλοιπα ενός ένδοξου παρελθόντος αλλά δυνατότητες μιας άλλης κατανόησης του ανθρώπου. Επιχείρησε επί δεκαετίες να διαβάσει τον ελληνισμό ως εκκρεμές ανάμεσα στο πρόσωπο και στο άτομο, στο Εγώ και στο Εμείς, στην Ανατολή και στη Δύση, στην παράδοση και στη νεωτερικότητα.
Και ύστερα μετακινήθηκε ξανά. Ο στοχαστής που είχε αναζητήσει στην πατερική εμπειρία μια δυνατότητα υπέρβασης του δυτικού ατομοκεντρισμού άρχισε να μιλά όλο και περισσότερο για την ελληνική αδυναμία εξατομίκευσης. Ο άνθρωπος που είχε υπερασπιστεί την ιδιοπροσωπία της καθ’ ημάς Ανατολής έγινε αυστηρότερος απέναντι στις καθηλώσεις της. Ο ερμηνευτής του Γεροντικού στράφηκε προς την ψυχανάλυση και προς την ανίχνευση ενός συλλογικού ελληνικού φαντασιακού. Ο κριτικός της δυτικής μονομέρειας έφθασε να θεωρεί τη δυτική ιστορικότητα αναγκαίο όρο για την έξοδο της ελληνικής κοινωνίας από την καθήλωση. Οι μετατοπίσεις αυτές είναι πραγματικές. Δεν χρειάζεται ούτε να τις αποκρύψουμε ούτε να τις εξωραΐσουμε.
Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να ασκήσει πολύ αυστηρή κριτική στον ύστερο Ράμφο. Να υποστηρίξει ότι ορισμένες από τις διαγνώσεις του για τους Έλληνες απέκτησαν κάποτε την ευκολία μιας γενικευμένης πολιτισμικής ψυχολογίας. Ότι η έννοια του «ελλείμματος εαυτού», ενώ μπορούσε να λειτουργήσει ως γόνιμο ερμηνευτικό εργαλείο, κινδύνευε να μετατραπεί σε καθολικό κλειδί που άνοιγε όλες τις πόρτες ακριβώς επειδή δεν άνοιγε καμία συγκεκριμένη. Ότι ορισμένες πολιτικές του προσεγγίσεις έδωσαν την εντύπωση πως η κριτική της ελληνικής καθυστέρησης συναντούσε υπερβολικά εύκολα την αυτοπεποίθηση του εκσυγχρονιστικού λόγου. Ότι ο άνθρωπος που κάποτε έψαχνε στην παράδοση το ανεκπλήρωτο μέλλον της έφθασε ορισμένες φορές να την αντιμετωπίζει περισσότερο ως βάρος από το οποίο έπρεπε να απελευθερωθούμε. Αυτή η κριτική όχι μόνο επιτρέπεται. Επιβάλλεται, αν πρόκειται το έργο του να συνεχίσει να διαβάζεται σοβαρά.
Αλλά άλλο πράγμα η κριτική και άλλο η μεταθανάτια εκδίκηση. Άλλο η αποτίμηση ενός έργου και άλλο η βιασύνη να καταθέσουμε πάνω στον ακόμη ανοιχτό τάφο το παλαιό μας κομματικό παράπονο. Και η διάκριση αυτή είναι περισσότερο πολιτική απ’ όσο φαίνεται.
Δημοκρατικός πολιτισμός δεν είναι μόνο η ελευθερία να μιλάς. Είναι και η ικανότητα να γνωρίζεις ότι δεν είναι κάθε στιγμή κατάλληλη για κάθε λόγο. Η ελευθερία χωρίς αυτοπεριορισμό καταλήγει εύκολα σε πολιτισμική αγριότητα.
Το γεγονός ότι μπορώ να γράψω κάτι τη στιγμή που πληροφορούμαι τον θάνατο ενός ανθρώπου δεν σημαίνει ότι οφείλω και να το γράψω.
Μεταξύ λογοκρισίας και αμετροέπειας υπάρχει μια παλαιά λέξη την οποία ο ψηφιακός κόσμος δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να κατανοήσει: μέτρο.
Και είναι σχεδόν τραγικά ειρωνικό ότι αυτό συμβαίνει στον Ράμφο. Ένας άνθρωπος που αφιέρωσε δεκαετίες προσπαθώντας να περιγράψει την ελληνική δυσκολία συγκρότησης του εαυτού πέρα από την ασφάλεια της ομάδας, γίνεται μετά τον θάνατό του αντικείμενο ακριβώς αυτής της παραταξιακής ανάγκης. Δεν ρωτούμε πρώτα τι έγραψε. Ρωτούμε με ποιους ήταν. Δεν αναμετριόμαστε με την ερμηνεία του. Αναζητούμε τη φωτογραφία, τη συνέντευξη, την πολιτική συνύπαρξη, την υποστήριξη σε ένα δημοψήφισμα, την παρουσία δίπλα σε έναν πρωθυπουργό ή έναν αρχηγό κόμματος. Η πνευματική βιογραφία μετατρέπεται έτσι σε φάκελο πολιτικών φρονημάτων. Και τότε ο Ράμφος παύει να είναι ο συγγραφέας που πέρασε από τον Μαρξ στον Παύλο, από τον Αριστοτέλη στο Γεροντικό και από την αναζήτηση του προσώπου στο αίτημα της εξατομίκευσης. Γίνεται απλώς «δικός μας» ή «δικός τους».
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η πολιτική παύει να αποτελεί κοινό χώρο και μετατρέπεται σε ταυτοτική θεολογία χωρίς Θεό. Αποκτά αιρετικούς και ορθοδόξους, αποστάτες και πιστούς, αφορισμούς και αναθέματα, αλλά δεν διαθέτει πλέον ούτε συγχώρηση ούτε έσχατο όριο. Απαιτεί από τον άνθρωπο να παραμείνει μέχρι τέλους πιστός στην πρώτη του πολιτική ταυτότητα, σαν κάθε μεταβολή να συνιστά ηθική προδοσία. Ο μαρξιστής πρέπει να πεθάνει μαρξιστής, ο συντηρητικός συντηρητικός, ο αριστερός αριστερός, ο ευρωπαϊστής ευρωπαϊστής. Διαφορετικά ολόκληρη η μεταγενέστερη ζωή του διαβάζεται ως αποστασία. Πρόκειται για βαθιά αντιπνευματική απαίτηση. Γιατί η σκέψη, όταν παραμένει ζωντανή, δεν ορκίζεται αιώνια πίστη στον εαυτό που υπήρξαμε στα είκοσι ή στα σαράντα μας χρόνια. Η σκέψη δοκιμάζει ακόμη και την ταυτότητά της.
Ο ίδιος ο Ράμφος προσφέρεται παραδειγματικά για αυτή τη συζήτηση. Μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι οι μεταστροφές του υπήρξαν γόνιμες ή ότι ορισμένες κατέληξαν σε αδιέξοδο. Μπορεί να πιστεύει ότι ο πρώιμος Ράμφος ήταν βαθύτερος από τον ύστερο ή ακριβώς το αντίθετο. Μπορεί να θεωρεί τους «Πελεκάνους Ερημικούς» κορυφαία στιγμή του και τις μεταγενέστερες ψυχολογικές ερμηνείες της Ελλάδας υπερβολικές. Αλλά θα ήταν πνευματικά ευτελές να συμπιέσει περισσότερα από πενήντα χρόνια συγγραφικής περιπέτειας σε μία κομματική ταμπέλα. Η αξία μιας σκέψης δεν μετριέται από το αν ο δημιουργός της παρέμεινε πιστός στο στρατόπεδο στο οποίο τον γνωρίσαμε. Μετριέται και από την ένταση των ερωτημάτων που αφήνει πίσω του, ακόμη και όταν οι απαντήσεις του αποδεικνύονται ανεπαρκείς.
Η θεολογία, ωστόσο, μας υποχρεώνει να πάμε ακόμη βαθύτερα. Μπροστά στον θάνατο η Εκκλησία δεν ζητεί από τον άνθρωπο να παρουσιάσει συνεπές βιογραφικό. Δεν ελέγχει αν παρέμεινε αμετακίνητος στις ιδέες του ούτε συντάσσει κατάλογο ορθών και λανθασμένων δημόσιων παρεμβάσεων. Προσεύχεται «μετά των αγίων ανάπαυσον» όχι επειδή ανακηρύσσει κάθε νεκρό άγιο, αλλά επειδή αρνείται να αναγνωρίσει στον εαυτό της το δικαίωμα της τελευταίας ετυμηγορίας. Η προσευχή για τον κεκοιμημένο είναι μία από τις ριζικότερες πράξεις ταπεινώσεως της ανθρώπινης κρίσεως. Ο άνθρωπος παραδίδεται πλέον σε ένα βλέμμα που δεν γνωρίζει αποσπάσματα, δημόσιες περσόνες, κομματικές ταυτότητες και επιλεγμένες φράσεις. Γνωρίζει το πρόσωπο στην ολότητά του.
Γι’ αυτό ο σεβασμός προς τον νεκρό δεν σημαίνει λήθη. Ούτε σημαίνει ότι ο θάνατος εξαγνίζει τις ιδέες. Η χριστιανική στάση απέναντι στον θάνατο δεν είναι μια συναισθηματική αναστολή της αλήθειας. Είναι η αναγνώριση ότι η αλήθεια για ένα ανθρώπινο πρόσωπο υπερβαίνει απείρως το άθροισμα των δημόσιων τοποθετήσεών του. Ο άνθρωπος δεν εξαντλείται σε όσα έγραψε, ψήφισε, υποστήριξε ή αναθεώρησε. Και ακριβώς εδώ η θεολογία αντιστέκεται στην πιο βίαιη τάση της ψηφιακής εποχής, στην πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα αρχείο δηλώσεων και στη συνέχεια να καταδικαστεί ή να αθωωθεί από ένα πλήθος που δεν τον γνώρισε ποτέ.
Η Εκκλησία, άλλωστε, έχει μια συγκλονιστική λέξη για τους νεκρούς. Τους ονομάζει κεκοιμημένους. Η λέξη δεν ωραιοποιεί τον θάνατο. Τον τοποθετεί όμως μέσα σε έναν διαφορετικό ορίζοντα. Εκεί όπου η πολιτική βλέπει την τελική αδυναμία του αντιπάλου να απαντήσει, η θεολογία βλέπει έναν άνθρωπο που έχει εξέλθει από τη δικαιοδοσία της ανθρώπινης αντιδικίας. Δεν σημαίνει ότι το έργο του εξέρχεται μαζί του. Τα βιβλία παραμένουν. Οι ιδέες παραμένουν. Οι αντιφάσεις παραμένουν. Η κριτική παραμένει. Εκείνος όμως δεν βρίσκεται πια απέναντί μας ως αντίπαλος. Και αυτή η διάκριση, τόσο απλή και τόσο δύσκολη, αποτελεί δοκιμασία πολιτισμού.
Θα έρθει λοιπόν η ώρα να ξαναδιαβαστεί ο Ράμφος χωρίς τη συναισθηματική φόρτιση της ημέρας του θανάτου του. Να εξεταστεί αν πράγματι κατόρθωσε να γεφυρώσει τον αρχαίο με τον χριστιανικό ελληνισμό ή αν κατασκεύασε μια υπερβολικά συνεκτική συνέχεια. Να εξεταστεί η ανάγνωσή του για το πρόσωπο, η σχέση του με την πατερική σκέψη, η μεταγενέστερη στροφή του προς την εξατομίκευση, η ψυχαναλυτική του προσέγγιση του ελληνικού συλλογικού φαντασιακού, οι πολιτικές του παρεμβάσεις, ακόμη και η ενδεχόμενη απόσταση ανάμεσα στον Ράμφο που αναζητούσε στην παράδοση μια πηγή μέλλοντος και στον Ράμφο που αργότερα έβλεπε μέσα της μηχανισμούς καθήλωσης. Αυτή θα είναι η πραγματική τιμή προς έναν στοχαστή. Να μη φοβηθούμε να τον διαβάσουμε εναντίον του εαυτού του.
Αλλά όχι σήμερα με όρους διαδικτυακού λιντσαρίσματος. Όχι με τη χαιρεκακία εκείνου που περίμενε τον θάνατο για να παρουσιάσει τον τελικό λογαριασμό. Όχι με τη βιασύνη να αποδείξουμε ότι ένας νεκρός υπήρξε πολιτικά ένοχος επειδή κάποτε βρέθηκε κοντά σε ανθρώπους που εμείς αποστρεφόμαστε. Γιατί τότε η κριτική δεν αφορά πια τον Ράμφο. Αφορά εμάς. Αποκαλύπτει μια κοινωνία που δεν μπορεί να πενθήσει χωρίς να πολωθεί, να αποχαιρετήσει χωρίς να ταξινομήσει, να θυμηθεί χωρίς να δικάσει. Μια κοινωνία που φοβάται τόσο πολύ τη σιωπή, ώστε χρειάζεται να τη γεμίσει αμέσως με την ηχώ του παλαιού της θυμού.
Κάποτε ο πολιτισμός αρχίζει από πολύ λιγότερα από όσα φανταζόμαστε. Από το να μη θεωρούμε κάθε θάνατο ευκαιρία για την επιβεβαίωση της δικής μας ορθότητας. Από το να μπορούμε να πούμε για κάποιον «διαφώνησα βαθιά μαζί του» και αμέσως μετά να σωπάσουμε. Από το να αντιληφθούμε ότι η ευπρέπεια δεν είναι ιδεολογική υποχώρηση και ότι ο σεβασμός δεν αποτελεί πολιτική συμφωνία. Από το να δεχθούμε πως η τελευταία λέξη για έναν άνθρωπο δεν μας ανήκει.
Ο Ράμφος είχε γράψει ότι «η πιο δυνατή πρωτοτυπία είναι η οικειοποίηση». Ίσως λοιπόν, την ημέρα του θανάτου του, να άξιζε να οικειοποιηθούμε μία αλήθεια πολύ παλαιότερη από όλους τους πολιτικούς μας καβγάδες. Ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι μεγαλύτερη από την παράταξή της. Ότι κανένα πρόσωπο δεν εξαντλείται στις ιδέες με τις οποίες συμφωνήσαμε ή διαφωνήσαμε. Ότι μπροστά στο αμετάκλητο του θανάτου η σιωπή δεν είναι έλλειψη επιχειρημάτων αλλά γνώση του μέτρου.
Και κυρίως αυτό: ο νεκρός δεν είναι πια αντίπαλος.
Το έργο του είναι εδώ. Ας το κρίνουμε αυστηρά.
Ο άνθρωπος έφυγε.
Ας του επιτρέψουμε, τουλάχιστον, να φύγει.
Λιγότερα
Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 87 ετών, ο Έλληνας συγγραφέας και στοχαστής Στέλιος Ράμφος. Ενας τύπος απόλυτα συντηρητικός, θεωρούμενος από κάποιους διανοούμενος, που τόσα χρόνια στήριζε με τις αναλύσεις του την ιδέα ενός “νεοορθόδοξου” κατεστημένου, ενώ ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την πατερική φιλοσοφία και την Ορθοδοξία.
Δεν θα ασχολούμαστε με την περίπτωση του αν δεν μας πληροφορούσε ιστοσελίδα (εδώ..https://tinyurl.com/yu9bdewn) ότι “Για τον Στέλιο Ράμφο η ΕΡΤ αλλάζει το πρόγραμμά της (και μας στέλνει και 2 δελτία τύπου), για τον Νίκο Καλογερόπουλο όμως δεν το αλλάζει (και δεν στέλνει και τίποτε). Τι ανθρωπάκια…”.
Και ασχολούμαστε επαναφέροντας μια ανάρτηση μας που απεικονίζει το μέγεθος του “διανοουμένου” Ράμφου:
Το παρακάτω είναι απόσπασμα από συνέντευξη (εδώ...https://tinyurl.com/bddvmruh) που είχε πάρει η δημοσιογράφος της Καθημερινής Κατερίνα Μπακογιάννη, από τον “φιλόσοφο” Στέλιο Ράμφο:
Κάθομαι απέναντί του, στο Café Merlin του Ιδρύματος Bασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη, και μου αναλύει το «κίνημα της γραβάτας» με φροϊντιανούς όρους. «Ποια είναι η σημασία της γραβάτας στην “Ερμηνεία των ονείρων”;» με ρωτάει. Δεν απαντάω, όχι τόσο από σεμνοτυφία, αλλά επειδή η απάντηση μου φαίνεται προφανής. «Προσοχή», συνεχίζει ο Στέλιος Ράμφος.«Είναι πολύ κρίσιμο. Διότι, εάν η γραβάτα συμβολίζει το ανδρικό γεννητικό μόριο, το οποίο οι πετυχημένοι γραβατωμένοι της ζωής ανεμίζουν ως ένδειξη ταυτότητας, ποια υπόθεση εργασίας θα μπορούσε να γίνει για ανθρώπους που δεν θέλουν ποτέ να φοράνε γραβάτα;»
Το ασυνείδητο δηλαδή σου υποβάλλει να προβάλλεις τον ελλειμματικό σου ανδρισμό «Είναι πολύ κρίσιμο. Διότι, εάν η γραβάτα συμβολίζει το ανδρικό γεννητικό μόριο, το οποίο οι πετυχημένοι γραβατωμένοι της ζωής ανεμίζουν ως ένδειξη ταυτότητας, ποια υπόθεση εργασίας θα μπορούσε να γίνει για ανθρώπους που δεν θέλουν ποτέ να φοράνε γραβάτα;»
Οτι έχουν μειωμένο ανδρισμό; «Ακριβώς! Το ασυνείδητο δηλαδή σου υποβάλλει να προβάλλεις τον ελλειμματικό σου ανδρισμό με τέτοια έμφαση, ώστε να νομίζεις ότι δείχνεις μη συμβατικός τύπος». Και γιατί αυτό είναι πρόβλημα σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι άνδρες πολιτικοί επιδεικνύουν την αρρενωπότητά τους και οι γυναίκες αποτελούν μειοψηφία στη Βουλή; «Μα αυτή η μείωση του ανδρισμού υποκρύπτει την έννοια ότι είμαι “υπεράντρας” και μη κονφορμιστής, ενώ, στο βάθος, κάνω όλες τις υποχωρήσεις».
Δηλαδή λέτε, κύριε Ράμφο, ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα κάνει κι άλλες υποχωρήσεις; «Δεν αναφέρω ονόματα. Εχει ήδη κάνει σημεία και τέρατα. Εχει, όμως, σημασία να δούμε πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τέτοιες ερμηνευτικές κατηγορίες για να προσεγγίσουμε φαινόμενα τα οποία αλλιώς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε».
Αλήθεια πώς είναι δυνατόν να αποκαλούν τα ΜΜΕ φιλόσοφο έναν τύπο που κατά καιρούς έχει πει τόσες παπαριές που πιθανόν στο μαλακιοδρόμιο μόνο ο Αδωνης τον συναγωνίζεται. Την μια διαπιστώνει ότι η πανδημία μπορεί να εξελιχθεί σε ευλογία για την χώρα μας -κάτι ανάλογο δεν έλεγε και ο Θ. Πάγκαλος για τα Μνημόνια;
Την άλλη ανακαλύπτει ότι “το ασυνείδητο σου υποβάλλει να προβάλλεις τον ελλειμματικό σου ανδρισμό“, μη φορώντας γραβάτα, και τώρα συμπαρατάσσεται στο αντιδραστικό μέτωπο που υπάρχει ενάντια στον γάμο ομοφυλόφιλων ατόμων και στην τεκνοθεσία.
Το επαναλαμβάνουμε: Είναι απίστευτο το πόσο εύκολα τα ΜΜΕ δίνουν τίτλους σε ανθρώπους αρκεί αυτή να εξυπηρετούν το αφήγημά τους.
Διαβάστε αναλυτικά περισσότερα στο σύνδεσμο εδώ...
⤵️

Διαμαντής Κούτουλας 
Ακολουθήστε

Στέλιος ΡΑΜΦΟΣ: Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ. Ὁ Ράμφος καὶ τὸ Βυζάντιο.
Ὁ ΣΤ. ΡΑΜΦΟΣ ἦταν ἕνας ἁπὸ τοὺς ἐλάχιστους Νεοἐλληνες διανοούμενους ποὺ ἐντόπισαν
(μετὰ τὴν ΔΕΚΑΕΤΙΑ '90)* μὲ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΚΡΙΒΕΙΑ τὴν πηγὴ τοῦ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ προβλήματος τοῦ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, στὸ ΒΥΖΑΝΤΙΟ καὶ εἰδικῶς στὸ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟ θεμἐλιο τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ποὺ ΥΠΟΤΙΜΑ τὸν ὑλικὸ ἐξωτερικὸ κόσμο, δίνοντας "προτεραιὀτητα" στὸν ἐσωτερικὸ ψυχικὸ κόσμο, ἀγνοῶντας ἔτσι τὰ γραφόμενα ἀπὸ τὸν ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ στά "ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ" : "δίκαιοι γενόμεθα τὰ δίκαια πράττοντες" (Β,1)
Ἐξυπακοὐεται βέβαια, ὅτι στὸ ὅλο πνευματικὸ πρόβλημα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ συνέβαλαν καὶ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα τοῦ ὕστερου Μεσαίωνα ποὺ ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΑΝ τὴν ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ ἀπὸ μίαν ΑΝΑΓΕΝΗΗΣΗ ἢ ἐνα ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟ—καὶ τὴν ἀποστεροῦν ἀκόμη...
Συγκεκριμένα ὁ ΡΑΜΦΟΣ περιγράφει τὴ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ περίπου ὡς ἑξῆς·
Τὸ Βυζάντιο δὲν εἶναι μόνον μία περίοδος τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, ἀλλὰ μία βαθιὰ πνευματικὴ καὶ πολιτισμικὴ ἐμπειρία, ἡ ὁποία ἐπηρέασε καθοριστικὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ νεώτερος Ἕλληνας βλέπει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Ὁ Ράμφος ἐνδιαφέρεται περισσότερο γιὰ τὴ νοοτροπία ποὺ δημιουργήθηκε μέσα στὸ Βυζάντιο παρὰ γιὰ τὰ ἱστορικὰ γεγονότα αὐτὰ καθαυτά.
Κεντρικὴ θέση στὴ σκέψη του ἔχει ἡ διάκριση ἀνάμεσα στὴν ἐσωτερικὴ καὶ τὴν ἐξωτερικὴ ζωή. Ὁ βυζαντινὸς ἄνθρωπος στρέφεται ἔντονα πρὸς τὸν ἐσωτερικό του κόσμο. Ἡ πίστη, ἡ ψυχὴ καὶ ἡ σωτηρία ἀποκτοῦν μεγαλύτερη σημασία ἀπὸ τὴν προσπάθεια γιὰ ἀλλαγὴ καὶ ὀργάνωση τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ νοήματος γίνεται κυρίως μέσα στὸν ἄνθρωπο καὶ ὄχι τόσο μέσα στὴν πράξη.
Αὐτὴ ἡ ἐσωστρέφεια συνδέεται, κατὰ τὸν Ράμφο, μὲ τὴν ὀρθόδοξη ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΖΟΥΣΑ πνευματικότητα καὶ μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετωπίστηκε ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν κόσμο.
Ὁ κόσμος δὲν ἀποτελεῖ πρωτίστως πεδίο γιὰ δημιουργικὴ κυριαρχία καὶ μεταμόρφωση, ἀλλὰ ἕναν χῶρο μέσα στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀναζητήσει τὴν πνευματική του ὁλοκλήρωση.
Ὁ Ράμφος συγκρίνει αὐτὴ τὴ στάση μὲ τὴν πορεία ποὺ ἀκολούθησε ἡ Δύση. Στὴ δυτικὴ Εὐρώπη ἀναπτύχθηκε σταδιακὰ μεγαλύτερη ἔμφαση στὴν ἀτομικὴ ἐλευθερία, στὴν πράξη, στοὺς θεσμοὺς καὶ στὴν ὀργάνωση τῆς κοινωνίας σύμφωνα μὲ τὶς διδαχές τοῦ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. Ὁ ἄνθρωπος ἔμαθε νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ὡς ἐνεργὸ παράγοντα, ἱκανὸ νὰ μετασχηματίζει τὴν πραγματικότητα.
Ἀντίθετα, ἡ βυζαντινὴ κληρονομιὰ ἔτεινε, σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τοῦ Ράμφου, νὰ διατηρήσει μία περισσότερο ἐσωτερικὴ καὶ προσωπικὴ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ ζωή δὲν ἀποκτᾷ πάντοτε τὴν ἴδια σημασία ποὺ ἀπέκτησε στὴ νεώτερη δυτικὴ κοινωνία. Ἡ προσωπικὴ σχέση, ἡ οἰκειότητα καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπο μποροῦν νὰ ὑπερισχύσουν ἀπέναντι στὸν ἀπρόσωπο θεσμὸ καὶ στὸν καθολικὸ κανόνα.
Ἐδῶ ὁ Ράμφος βλέπει καὶ μία ἀπὸ τὶς βαθύτερες αἰτίες τῶν δυσκολιῶν τοῦ νεότερου ἑλληνικοῦ κόσμου. Ὁ σύγχρονος Ἕλληνας κλήθηκε νὰ ζήσει σὲ ἕνα νεωτερικὸ κράτος, μὲ θεσμούς, κανόνες καὶ ἀτομικὴ εὐθύνη, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπὸ μία παλαιότερη νοοτροπία.
Ἔτσι δημιουργεῖται μία ἐσωτερικὴ ἀντίφαση: ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη γιὰ ὀργάνωση, κανόνες καὶ συλλογικὴ εὐθύνη, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ τάση νὰ προτιμῶνται οἱ προσωπικὲς σχέσεις καὶ τὸ ἄμεσο συμφέρον.
Τὸ Βυζάντιο, λοιπὸν, ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Ράμφο ἕνα κλειδὶ ἑρμηνείας τῆς νεοελληνικῆς ταυτότητας. Δὲν σημαίνει ὅτι ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ σημερινοῦ Ἕλληνα προέρχονται ἄμεσα ἀπὸ τὸ Βυζάντιο, ἀλλὰ ὅτι ἡ βυζαντινὴ ἐμπειρία συνέβαλε στὴ διαμόρφωση ἑνὸς συγκεκριμένου τρόπου σκέψης: περισσότερο ἐσωτερικοῦ, προσωπικοῦ ,πνευματικοῦ ,ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΚΟΥ καὶ λιγότερο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΟΥ, δηλαδὴ προσανατολισμένου στὴν ἐξωτερικὴ δράση καὶ στὴν ἀπρόσωπη θεσμικὴ ὀργάνωση.
Ἡ σημασία τοῦ Ράμφου βρίσκεται, τελικά, στὸ ὅτι χρησιμοποιεῖ τὸ Βυζάντιο γιὰ νὰ θέσει ἕνα σύγχρονο ἐρώτημα:
πῶς μπορεῖ ὁ Ἕλληνας νὰ συνδυάσει τὴν πνευματικὴ του κληρονομιὰ μὲ τὴν ἀνάγκη γιὰ ἐλευθερία, ὑπευθυνότητα, θεσμοὺς καὶ δημιουργικὴ δράση;
Ἡ ἀπάντηση δὲν βρίσκεται στὴν ἀπόρριψη τοῦ Βυζαντίου, ἀλλὰ στὴν κατανόησή του.
Μόνον ὅταν ὁ ἄνθρωπος γνωρίσει τὶς βαθύτερες ρίζες τῆς νοοτροπίας του μπορεῖ νὰ ἀποφασίσει συνειδητὰ τί θέλει νὰ κρατήσει καὶ τί θέλει νὰ ἀλλάξει.
ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ
—μακάρι νὰ ὑπάρξουν καὶ ἂλλοι Ρἀμφοι στὸ μἐλλον...
ΒΙΝΤΕΟ:
———
*πρὶν τὴν δεκαετία '90 ὁ Ράμφος εἶχε ἄλλες, ΑΝΤΙΘΕΤΕΣ , ἀντιλήψεις χαρακτηριζόμενος ὡς "νεορθόδοξος"
Λιγότερα

Για τον Στέλιο Ράμφο
Αναμφίβολα ο Στέλιος Ράμφος υπήρξε ένας απο τους σημαντικότερους στοχαστές του νέου ελληνισμού. Κανείς που επιδιώκει να προβληματιστεί γόνιμα και σε βάθος δεν μπορεί να τον αγνοήσει. Ανήκε στην γενιά της "Πανσπουδαστικής" μαζί με τον Παναγιώτη Κονδύλη, τον Γιάννη Καλιόρη, τον Γιώργο Χατζόπουλο, τον Κ.Βεργόπουλο, τον Κ.Ψυχοπαίδη, τον Σ.Καργάκο, την Ι.Τσιβάκου . Ακόμη και οι ενστάνσεις και οι διαφωνίες μαζί του μπορεί να είναι αφετηρία θετικών σκέψεων. Χάρις τον λόγο του ένα πλήθος σημαντικών στοχαστών που προέρχονταν από την αριστερά ανακάλυψαν την σημασία της Ορθοδοξίας και του Άγιου Όρους. Παρά τις υπερβολές είδε σωστά την θέση της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη.
Αιωνία η μνήμη του.
Ειλικρινή συλλυπητήρια στους οικείους του.
Ακολουθούν παλαιότερα δικά μου κριτικά σημειώματα.

Αποχαιρετισμός στον Στέλιο Ράμφο Αποχαιρετούμε τον Στέλιο Ράμφο με μια εκτενή συζήτηση με τον Γιώργο Καραμπελιά το 1999 (Άρδην τ. 18) ενδεικτική πιστεύουμε της σκέψης και της πορείας του.
Γ. Καραμπελιάς: Θα επιθυμούσα να αρχίσουμε με μια διαφορά ανάμεσα στα παλιότερα σου κείμενα, των μέσων της δεκαετίας του ’80, π.χ. και στα πλέον πρόσφατα. Στα πα­λιότερα, θα έλεγα ότι υπάρχει μία αρνητική στάση έναντι τής Δύσε­ως. Αντίθετα, στα τελευταία σου κείμενα (έβλεπα τη συνέντευξη σου στό “Έρουρέμ” πριν δύο χρόνια περίπου), θεωρείς ότι η Δύση είναι ένας βασικά υγιής οργανισμός, σε αντίθεση με την ‘Ελλάδα πού υπο­φέρει από γεροντική ασθένεια. Δη­λαδή πιστεύεις ότι δεν έχει εξαντληθεί το δυτικό υπόδειγμα και ότι απλώς διέρχεται κρίση;
Στέλιος Ράμφος: Θα ήθελα να αρχίσω με μία μικρή ιστορία αυτής τής διαφοράς των τοποθετήσεων: Να εκστομίσεις στην Ελλάδα του ’74, τη λέξη “παράδοση” ισοδυναμούσε με πα­ραφροσύνη. Προσωπικώς είχα ήδη αρχίσει από το ’69-70 να μελετώ αυτά τα θέματα. Υπήρχε επείγουσα ανάγκη να αναδειχθεί ο κορμός του προβλήματος πού λέμε “παράδοση” και αν ήταν δυνατόν με τον στερεότερο τρόπο. Αυτό το δουλέψαμε πολλοί μεταξύ τής δε­καετίας ’70-’80 και το αποτέλεσμα ήταν νομίζω θετικό. Όμως, από τη στιγμή πού αναδεικνύονταν η ελ­ληνορθόδοξη παράδοση ετίθετο ένα καινούργιο ερώτημα: Ποιοι ήταν οι λόγοι τής καταρρεύσεως ενός τόσο σημαντικού κόσμου; Και ποίοι είναι οι λόγοι τής αδυ­ναμίας του να προσαρμοσθεί; Οι ίδιοι λόγοι πού το ’89-’90 οδήγη­σαν στην κατάρρευση τής Σοβιετικής Ενώσεως. Αυτό άνοιξε αμέ­σως προοπτική για ένα καινούργιο στάδιο μελέτης, μια καινούργια φάση. Ενώ λοιπόν το πρώτο μέρος της εργασίας μου ήταν η ανάδειξη και η περιγραφή της παραδόσεως μας, το δεύτερο ήταν ο εντοπισμός των εσωτερικών προβλημάτων τα όποια οδήγησαν σε κρίση αυτό τον πολιτισμό και σήμερα σε περιθω­ριοποίηση, εν σχέσει με τον υπό­λοιπο αναπτυγμένο κόσμο. Αυτό το διατύπωσα με σαφήνεια στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου μου “Πελεκάνοι Ερημικοί” (1991). Εκεί θέτω το ζήτημα τής μεταλλάξεως μιας μεσαιωνικής κοινωνίας προς αυτό πού ονομάζω “εξατομίκευση” και η οποία ακόμη δεν συνετελέσθη. Συνεχίζω προς την κατεύθυνση αυτή και όταν θεωρήσω ότι θα εξαντληθεί, θα προχωρήσω σ’ ένα τρίτο μέρος πού θα είναι η σύνθεση. Δηλαδή η συγκατοίκηση του μύθου και τής τεχνολογίας στο μέλλον.
Δηλαδή θα πάψει τότε η “ερμηνευ­τική φάση” την οποία πιστεύεις ότι τώρα χρειάζεται ο ελληνισμός;
Όχι, θα συνεχίσει, αλλά θα περιλαμβάνει πλέον τα στοιχεία τα όποια έχω αποσπάσει ερμηνευτικώς από την παράδοση και τα στοιχεία τα όποια βρίσκω στο σύγχρονο κόσμο, ώστε να αντα­ποκρίνονται σε μια δυναμική ιστο­ρική. Θα προσπαθήσω να περιγρά­ψω ποιες είναι οι δυνατότητες των οργανικών συνθέσεων, οι όποιες θα επιτρέψουν πλέον σε κοινωνίες, όπως η δική μας είτε ή ρωσική, πού δείχνουν να περιθωριοποιού­νται, να ενταχθούν στον σύγχρονο κόσμο. Εκείνο πού με νοιάζει είναι όχι απλώς να ενταχθούν χω­ρίς να χάσουν το πρόσωπο τους, αλλά να ενταχθούν κερδίζοντας τον καλύτερο τους εαυτό. Αυτό λοιπόν είναι το σχέδιο των μελε­τών, και προς το παρόν βρίσκομαι στη μέση.
Τώρα το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος: Πώς εκτιμώ τα πράγ­ματα σήμερα στη Δύση. Θεωρώ ότι η Δύση, και κυρίως η Αμερική, αυτή τη στιγμή αναπτύσσει μία ισχυρή δυναμική η όποια μοιραία παρασύρει τη σύνολη ανθρωπότη­τα. Βρίσκω πώς η Αμερική σήμερα προηγείται με μεγάλη απόσταση από την ευρωπαϊκή Δύση. Στον βαθμό πού η δυναμική αυτή συνο­δεύεται και συνδυάζεται με έντονη αυτοκριτική στάση, έχουμε εξαι­ρετική πνευματική παραγωγή, η όποια νομίζω ότι θα φέρει πολύ θετικά αποτελέσματα. Δεν έχουμε πλέον να κάνουμε μ’ έναν κλειστό χώρο ο όποιος προσδιορίζεται α­ντιδρώντας σε άλλους χώρους, ό­πως συμβαίνει μ’ εμάς. Εμείς πε­ριμένουμε τον διαφορετικό από μας για να σχηματίσουμε την ταυ­τότητα μας- αυτοί σχηματίζουν την ταυτότητα τους με εσωτερικά κριτήρια πού τους παρέχει ο πολι­τισμός και υπ’ αυτήν την έννοια είναι εξαιρετικά ανοιχτοί. Μπορεί να φθάσουν στην Δύση σε μεγάλα αδιέξοδα, νομίζω όμως ότι οι πιθανότητες είναι πολύ μεγαλύτερες να φθάσουν σε πολύ παραγωγικές μορφές ζωής και ιστορικότητος, τέτοιες πού δεν τις είχαμε γνωρίσει μέχρι τώρα. Βρίσκω ότι, στον ση­μερινό κόσμο, έχουν εκλείψει εκείνα τα στοιχεία τα όποια παρα­σέρνουν την Ευρώπη είτε τις χώ­ρες της Ορθοδόξου περιοχής στο κλίμα μιας συνειδήσεως η οποία διαμορφώνεται απ’ έξω. Δηλαδή, την ταυτότητα μας, οι Ρωμιοί την παίρνουμε κατ’ αντιδιαστολή προς πράγματα τα οποία δεν είμαστε εμείς. Κι αυτό μοιραία οδηγεί τις συνειδήσεις σε μια αδυναμία συν­θέσεως ή συλλήψεως πραγμάτων, τα όποια αυτή τη στιγμή συμβαί­νουν στην ιστορία και στα οποία, εάν δεν ανοιχτούμε εγκαίρως, μπορεί να χάσουμε οριστικά το τραί­νο. Υπό την έννοια αύτη είμαι απολύτως θετικός ως προς την ένταξη στην Ευρώπη. Είμαι γενι­κώς απολύτως θετικός σε όλες εκείνες τις ιστορικές διεργασίες οι όποιες θα μάς οδηγήσουν σε μια κριτική στάση απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας. Γιατί εμείς οι Έλληνες και γενικότερα οι Ορθόδοξοι, κάθε φορά πού παθαίνουμε κάτι, αντί να κρίνουμε τα γεγονότα και να σκεφθούμε γιατί το πάθαμε, φτιάχνουμε μια “κόκκινη μηλιά” με την οποία “θεραπεύουμε” το πάθημα έσχατολογικά και έτσι δεν μπορούμε να διαμορφώσουμε ιστορικό κριτήριο.
Αυτό σχετίζεται με την παράδοση της Ορθοδοξίας;
Βέβαια, γιατί η παράδοση αύτη, ως παράδοση πού σχηματίζει ταυτό­τητα κατ’ αντιπαράθεση προς τους άλλους, δεν επιτρέπει στους αν­θρώπους να σχηματίσουν από μέ­σα τους εικόνα του εαυτού τους και τής ιστορικής στιγμής. Όποτε, στην αδυναμία σου να βγεις έξω από εσένα και να κοιταχτείς, δεν μπορείς να κριθείς. Απομένουν τότε εχθροί σκοτεινοί, μασόνοι, σιωνιστές, κι εσύ αναπαύεσαι, για­τί άλλοι θέλουν το κακό σου, ενώ εσύ είσαι ο κάλλιστος των ανθρώ­πων. Ή πραγματικότητα βεβαίως δεν είναι καθόλου έτσι. Όμως η ζωτική ανάγκη αυτογνωσίας προϋ­ποθέτει κάτι πάρα πολύ απλό: να διαμορφώσουμε κριτήρια για τον εαυτό μας. Ήταν πολύ χειρότερο από την Άλωση το γεγονός ότι δεν κρίναμε ποτέ για ποιο λόγο έπεσε η Πόλη. Το γεγονός ότι ζούμε μεταξύ ενός αναρχούμενου αισθή­ματος, ενός διαλυμένου κράτους και μιας κοινωνίας, η οποία δεν ξέρει πως να σταθεί, οφείλεται στο ότι έχουμε εξαιρετικά μειωμένη αυτοσυνειδησία. Το μόνο πού κα­ταλαβαίνουμε είναι οι θωπείες. Ξεκινώντας λοιπόν από αποδεδειγ­μένες ιστορικές αδυναμίες και με­λετώντας βεβαίως τα κεκτημένα τής έρευνας, είδα ότι υπήρξε γύρω στον 10ο με 12ο αιώνα μια ιστορι­κή πρόκληση στην οποία δεν α­παντήσαμε. Ετέθη τότε το θέμα του ατομικού ανθρώπου σε μας, καθώς διαπιστώνει κανείς, αν συμ­βουλευθεί έργα πολύ έγκυρα σαν τις Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό του Καζντάν, πού εξέδωσε προ διετίας το Μορφωτικό Ίδρυμα τής ‘Εθνικής Τραπέζης. Εκεί ο σημαντικός αυτός ρώσος ιστορι­κός δείχνει πώς η βυζαντινή κοι­νωνία, από πλευράς κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής, είχε θέσει νωρίτερα από τη Δύση αυτά τα προβλήματα, αλλά δεν μπόρεσε η ίδια ν’ απαντήσει, και όταν, μετά το 1160, ήρθε η ώρα της Δύσεως, εκείνη προχώρησε ακάθεκτη. Ξέ­ρουμε από την έρευνα ότι το θέμα είχε απασχολήσει τους διανοουμέ­νους των τελευταίων αιώνων του Βυζαντίου. Αλλά εκείνοι δεν έδιναν πια απαντήσεις. Έλεγαν: “Για τις αμαρτίες μας παθαίνουμε”. Ό­ταν έλεγαν αμαρτίες, εννοούσαν ότι το βράδυ έβγαζαν τα ρούχα για να κοιμηθούν και ότι πήγαιναν σε εβραίους γιατρούς. Όταν πάλι ο Βησσαρίων πρότεινε στον αυτο­κράτορα να στείλουν λιγοστούς νέους στην Ιταλία, για να σπουδά­σουν μεταλλουργία, ναυπηγική κ.λπ., ή απάντηση ήταν: “Εμάς δεν μας ενδιαφέρουν αυτά: αυτά είναι για βαρβάρους. Μας ενδια­φέρουν οι ρητορικοί τρόποι του Αίλιου Αριστείδου”. Μέσα σ’ αυ­τό το κλίμα χάθηκε ένα παιχνίδι, του οποίου διαφορετική έκβαση θα οδηγούσε ενδεχομένως σε μια άλ­λη διάσταση τής ατομικότητος στην Ανατολή, η οποία θα έφερνε με τη σειρά της πολύ πιο ισορρο­πημένη εξέλιξη στά ιστορικά πράγματα. Αλλά το 1204 η υπόθεση έκλεισε.
Το ερώτημα είναι, αν σήμερα μπο­ρούμε να θεωρήσουμε ότι η εξέλιξη θα έρθει και πάλι από τη Δύση και ιδιαίτερα από την Αμερική. Δηλα­δή ως αυτομεταρρύθμιση, η οποία θα πραγματοποιηθεί στο εσωτερικό τής Δύσης, ή θα υπάρξει μια σύνθε­ση, στο βαθμό που έχουμε και μετατόπιση του οικονομικοί κέ­ντρου. Δηλαδή έχουμε ένα μοντέλο κυρίαρχο, το δυτικό, αλλά την ίδια στιγμή στο υλικό – οικονομικό πεδίο, εκεί δηλαδή πού κυριάρχησε στο παρελθόν η Δύση, έχουμε πλέον – πράγμα που δεν νομίζω ότι η πρόσφατη κρίση θα το αναιρέσει -μία ανάδυση της Άπω Ανατολής. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η αδυ­ναμία των λαών αυτών πού συμβα­τικά λέγεται Τρίτος Κόσμος να αποδεχτούν την δυτική νοοτροπία. Ναι μεν δανείζονται τον τεχνικό πολιτισμό, αλλά ταυτόχρονα απο­κρούουν την νοοτροπία-φιλοσοφία που τον παράγει! Μήπως τελικά το αίτημα μιας σύνθεσης στον 21ό αιώνα θα είναι πιο κοντά από ότι στο παρελθόν, ακριβώς γιατί δεν θα είναι μονοδιάστατη η παγκόσμια ισχύς, οπότε τεράστιοι ενδιάμεσοι χώροι θα λειτουργήσουν πάλι σε μια δυναμική σύνθεσης Ανατολής και Δύσης; Στην δυναμική αύτη πού θα έχει υλικό περιεχόμενο, θα έπανεργοποιηθεί σε ορισμένο βαθ­μό το αρχαίο δράμα (δηλ. η Ελλά­δα είχε μια Ανατολή και μια Δύση ανάμεσα στις οποίες μπόρεσε να κινηθεί).
Θα ήθελα να τονίσω το εξής: Ο σημερινός δυτικός πολιτισμός δεν διεκδικεί μονοπωλιακά τίποτα -αυτό το βλέπουμε στην τέχνη ή την επιστήμη του. Είναι εξαιρετι­κά ανοιχτός. Η σύγχρονη αμερι­κάνικη κοινωνία είναι μία κοινω­νία, ή οποία ακριβώς υπολογίζει Ιδιαίτερα το στοιχείο τής συνθέσε­ως και γι’ αυτό παρουσιάζεται τελευταίως το φαινόμενο της δη­μιουργίας αστικών στρωμάτων εγ­χρώμων, πού έφερε μία κοινωνική ισορροπία, στην όποια οφείλεται η σημερινή ακμή τής Αμερικής. Η ιδέα μας, για τον δυτικό πολι­τισμό, θα είναι εντελώς άστοχη αν θεωρήσουμε ότι διέπεται από μο­νομέρεια. Επειδή ο πολιτισμός αυτός βασίζεται στην ιδέα ενός αυτοσυνειδήτου ανθρώπου, έχει εγκαταλείψει τον ομαδισμό παλαιού τύπου και προχωρεί σε κοι­νωνίες ευθύνης και πολιτών, ήτοι, προσδιοριζόμενων ανθρώπων με εξελιγμένη κοινωνική συνείδηση. Ο πολιτισμός αυτός έχει ένα πλε­ονέκτημα έναντι των άλλων: Ότι μόνος μετά τον 14ο-15ο αιώνα έφερε στην επιφάνεια ένα γεγονός άγνωστο στους υπολοίπους λαούς της Γης, το όποιο είχε προετοι­μασθεί κατά βάση στην Αρχαία Ελλάδα και εν τινι μέτρω στα μεσαιωνικά χρόνια με τον χριστια­νισμό. Ποιο γεγονός; Τον άνθρω­πο ο όποιος διαθέτει εσωτερικά κριτήρια να κοιταχθεί και να κα­ταλάβει τον εαυτό του.
Δεν είναι φιλολογικό το ζήτη­μα. Για να το πω απλούστερα: Η γνώση, χονδρικά μέχρι τον Γαλι­λαίο, βασιζόταν στην ομοιότητα της σκέψεως μας με την εικόνα που είχαμε για τον Κόσμο, τον Θεό κ.τ.λ. Με τον Γαλιλαίο ή επιστήμη καταργεί την αρχή της ομοιότητος και εισάγει μια γνώση αφαιρετι­κής διανοήσεως, την γνώση του άνθρωπου της εσωτερικότητος. Επομένως η μεγάλη εκτίναξη της επιστήμης και της τεχνολογίας βασίζεται σ’ ένα τύπο ανθρώπου αγνώστου μέχρι τότε. Αυτός ο τύπος ανθρώπου ο όποιος μπορεί να κατακτήσει το πάν, προσφέρει τα προϊόντα του κυρίαρχου τώρα μεγέθους του σε λαούς οι όποιοι τα προσλαμβάνουν ως μέσα, δεν έχουν όμως τις νοοτροπίες οι οποίες θα τους καταστήσουν παραγωγούς και πρωτεργάτες, μηδέ της Ιαπωνίας εξαιρουμένης. Υπό την έννοια αύτη, η οικονομική έκρηξη στις χώρες της Άπω Ανατολής οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι Δυτικοί ιδρύουν εκεί μεγάλες παραγωγικές μονάδες, λόγω φθηνών ημερομισθίων και εξαιρετικών εργασιακών συνθηκών οφείλεται όμως και η κρίση στον ίδιο λόγο: Η ίδια η παράδοση που τους κάνει εργατικούς, δεν τους επιτρέπει να καταναλώνουν. Όπως είδαμε πρόσφατα, το Ιαπωνικό κράτος δίνει τώρα στους εργαζομένους μία επιπλέον ημέρα αργίας και μια επιταγή, η οποία να μην αποταμιεύεται αλλά να πρέπει να ξοδευτεί, για να εθισθούν οι άνθρωποι στην κατανάλωση. Τι σημαίνει λαοί πού αρνούνται την κατανάλωση; Σημαίνει ότι είναι λαοί πού περιμένουν τη σωτηρία τους από τον άλλον κόσμο. Οι καταναλωτικοί λαοί της Δύσεως περιμένουν τη σωτηρία τους εδώ και τώρα. Πίσω από την πραγματικότητα του πολυκαταστήματος βρίσκεται ή πίστη του ανθρώπου ότι κερδίζει την σωτηρία του και μέσα από την υγεία του και από την καλοπέραση του. Και μέσα από την ελευθερία του να το πραγματοποιήσει. Για να φθάσουν εδώ οι λαοί της Άπω Ανατολής πρέπει να υποστούν εκ­χερσώσεις βαθύτατες πού χρειά­ζονται χρόνους και χρόνους. Και οι μεν ορθόδοξοι είμαστε χριστια­νικοί λαοί, έχουμε δηλαδή πολλά κοινά σημεία με τη Δύση δεν ισχύει το ίδιο για λαούς με πολιτισμούς υπερβατοκρατικούς, οπού τα προβλήματα είναι τεράστια. Εκεί οι συνθέσεις θα είναι δη­μιουργίες ρωμαλέες, όταν έρθει η ώρα τους!
Τι κοινό έχουμε οι χριστιανικοί λαοί; Το κήρυγμα τής Αγάπης δεν επέτρεψε στον χριστιανισμό να, ύπαρξη ως κοινωνικό κίνημα. Ο χριστιανισμός υπήρξε καθαρώς θρησκευτικό κίνημα. Η Αγάπη ήταν το στοιχείο εκείνο πού έθεσε με τρόπο ριζικό το αίτημα της εξατομικεύσεως στην Ιστορία. Αν ο χριστιανισμός δεν έριχνε όλο το βάρος στην Αγάπη και στη σωτηρία της ψυχής μέσα από την Αγάπη, δεν θα είχαμε την καλλιέργεια του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, σε βαθμό ώστε μετά να αναπτυχθεί αυτόνο­μα. Στα Ευαγγέλια καταργούνται όλες οι διακρίσεις -ούτε φτωχοί, ούτε Εβραίοι- παραμένει εν τού­τοις η διάκριση που λέει: “πολλοί είναι οι κλητοί, λίγοι όμως οι εκλεκτοί στον παράδεισο”. Επο­μένως, στο ψυχικό ποιόν υπάρχει διαφορά. Αυτό το διαφοριστικό ψυχικό ποιόν μετεβλήθη κατά τους Μέσους αιώνες σε χριστιανικό πολιτισμό, ο οποίος έδωσε στη Δύση ως καρπό έναν καινούργιο τύπο ανθρώπου, με σαφή εσωτερι­κή ζωή. Επομένως, εάν μιλήσουμε για μια ιστορική προοπτική, η σύνθεση δεν θα είναι απαίτηση της Δύσεως αλλά ζωτική ανάγκη όλων ημών των άλλων. Σ’ αυτούς τους άλλους άνηκε ο Μεγάλος Πέτρος, ο Πούσκιν, ο Ντοστογιέφ­σκι), ο Γκόγκολ. Θα υπάρξει ασφαλώς μία συν­θετική κίνηση. Δεν μπορεί όμως κανείς εύκολα να προβλέψει τους δρόμους της μακρόχρονης αυτής προοπτικής. Πολύ δύσκολα μπο­ρούμε από τώρα να φαντασθούμε πώς θα δημιουργήσουν διέξοδο τόσο διαφορετικές ψυχοσυνθέσεις. Για μας το πράγμα δεν είναι ακατόρθωτο. Είναι ωστόσο πάρα πολύ δύσκολο, διότι έχουμε μια έσχατολογική θεώρηση για τα πράγματα, αλλά το μυαλό μας δεν χωρεί την Ιστορία. Είναι εκείνο πού μας κάνει να πιστεύουμε και να μη σκεπτόμαστε. Το γεγονός ότι ακόμα εξακολουθούμε να σκεπτό­μαστε συναισθηματικά, άρα να είμαστε ανίκανοι να φτιάξουμε κάτι στέρεο, οφείλεται σε μια θρησκευτική παράδοση, η οποία πολύ συχνά εννοεί ατροφικά να υπάρχει. Επομένως είναι ζωτικής σημασίας να γνωρίζουμε πόσο με­γάλη παράδοση έχουμε, αλλά επί­σης να γνωρίζουμε ποια είναι τα στοιχεία της, τα όποια δυσχεραί­νουν την είσοδο μας στην Ιστορία. Είναι παρά πολύ σημαντικό να ανανεωθεί η σχέση μας μ’ αυτήν την παράδοση, αν ενδιαφέρει να μην πάθουμε ό,τι έπαθαν στη Ρωσία. Στη Ρωσία πήγε να ανανεωθεί η πνευματική τους παράδοση, υπό μορφήν κομμουνισμού, να έρθει ο άλλος κόσμος επί της Γης, ως υλικά μέσα, κι αυτό εξελίχθηκε στά Γκουλάγκ.
................................................................................
Η συνέχεια της συζήτησης στην ιστοσελίδα του Άρδην.

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)