Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΑΜΕ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Ο ΛΥΚΟΣ ΠΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΑΜΕ
Ίσως κανένα παραμύθι να μην ειπώθηκε περισσότερες φορές στα μικρά κορίτσια από την ιστορία της Κοκκινοσκουφίτσας. Ένα κορίτσι περπατά μόνο του μέσα στο δάσος. Κάπου εκεί παραμονεύει ένας λύκος. Είναι πονηρός. Είναι επικίνδυνος, μπορεί να τη ξεγελάσει, να τη φάει, να την καταστρέψει.
Δεν ξέρω αν το παραμύθι γράφτηκε για να διδάξει στα παιδιά την προσοχή ή τον φόβο. Ξέρω όμως πως, για αιώνες, εκατομμύρια κορίτσια μεγάλωσαν ακούγοντας μια ιστορία όπου ο άγνωστος άνδρας είχε τη μορφή ενός θηρίου.
Και βέβαια δεν ήταν ένα τυχαίο παραμύθι. Οι γυναίκες είχαν πραγματικούς λόγους να φοβούνται. Για αιώνες δεν είχαν δικαίωμα να επιλέξουν τον σύντροφό τους. Δεν είχαν οικονομική ανεξαρτησία. Δεν προστατεύονταν από τη βία. Η κακοποίηση, ο εξευτελισμός και η κυριαρχία δεν ήταν εξαιρέσεις της ιστορίας. Ήταν πολλές φορές η ίδια η ιστορία. Ο λύκος δεν ήταν απλώς σύμβολο. Ήταν πολλές φορές πραγματικότητα.
Γι' αυτό χρειάζεται μεγάλη ταπεινότητα όταν μιλά κανείς για τον γυναικείο φόβο απέναντι στους άνδρες. Δεν γεννήθηκε από προκατάληψη. Γεννήθηκε από πραγματικές εμπειρίες, από πραγματικές πληγές και από πραγματικούς κινδύνους.
Το ερώτημα όμως είναι άλλο. Τι συμβαίνει όταν ένας απολύτως δικαιολογημένος φόβος συνεχίζει να μεταδίδεται ακόμη και όταν η ιστορία αλλάζει; Τι συμβαίνει όταν μια μητέρα, χωρίς να το καταλάβει, δεν μεταδίδει μόνο την αγάπη της στην κόρη της αλλά και τον ανείπωτο φόβο της;
Γιατί το τραύμα δεν μεταφέρεται μόνο μέσα από γεγονότα. Μεταφέρεται και μέσα από αφηγήσεις. «Πρόσεχε τους άντρες.»
«Όλοι το ίδιο είναι.» «Μην εμπιστεύεσαι ποτέ κανέναν.» «Στην αρχή όλοι καλοί φαίνονται.»
Και βέβαια, το μικρό κορίτσι δεν ακούει μόνο λέξεις. Ακούει τον τρόμο που βρίσκεται πίσω από τις λέξεις. Και επειδή αγαπά τη μητέρα της, κάνει κάτι βαθιά ανθρώπινο. Ταυτίζεται μαζί της. Δεν κληρονομεί μόνο την ιστορία της. Κληρονομεί και τον τρόπο που εκείνη βλέπει τον κόσμο. Έτσι, πολλές φορές, πριν ακόμη γνωρίσει τον πρώτο άνδρα της ζωής της, έχει ήδη "γνωρίσει τον λύκο". Όχι μέσα στο δάσος. Μέσα στη φαντασία της. Μέσα στις οικογενειακές αφηγήσεις. Μέσα στις σιωπές που δεν εξηγήθηκαν ποτέ.
Κι αυτό είναι το παράδοξο του διαγενεακού τραύματος. Η κόρη μπορεί να θυμώνει με άνδρες που δεν γνώρισε ποτέ. Να αμύνεται απέναντι σε κινδύνους που δεν της ανήκουν προσωπικά. Να δυσκολεύεται να εμπιστευτεί έναν άνθρωπο που δεν της έκανε τίποτα, γιατί μέσα της συνομιλεί ακόμη με έναν άλλο άνδρα: τον πατέρα που εγκατέλειψε, τον παππού που κυριαρχούσε, τον σύζυγο που ταπείνωσε τη μητέρα, τον άνδρα που δεν ήταν ποτέ πραγματικά παρών.
Δεν σημαίνει ότι όλες οι γυναίκες ζουν έτσι. Ούτε ότι όλες οι μητέρες μεταδίδουν φόβο. Σημαίνει όμως ότι καμιά φορά ο άνθρωπος δεν κουβαλά μόνο τη δική του βιογραφία. Κουβαλά και εκείνη που προηγήθηκε.
Γι' αυτό υπάρχουν γυναίκες που αγαπούν βαθιά έναν άνδρα και, ταυτόχρονα, δυσκολεύονται να τον εμπιστευτούν. Σαν να ζουν δύο ιστορίες ταυτόχρονα. Η μία ανήκει στη δική τους ζωή. Η άλλη γράφτηκε πολύ πριν γεννηθούν.
Και ίσως η θεραπεία να αρχίζει ακριβώς εκεί. Όχι όταν μια γυναίκα πάψει να αγαπά τη μητέρα της. Αλλά όταν μπορέσει να διακρίνει πως ορισμένοι φόβοι που κατοικούν μέσα της δεν είναι εξ ολοκλήρου δικοί της. Ότι μπορεί να τιμήσει τον πόνο των γυναικών που προηγήθηκαν χωρίς να είναι υποχρεωμένη να συνεχίσει τη ζωή τους. Ότι μπορεί να προστατεύει τον εαυτό της χωρίς να θεωρεί κάθε άνδρα λύκο.
Γιατί ούτε όλοι οι άνδρες είναι λύκοι. Ούτε όλες οι γυναίκες είναι Κοκκινοσκουφίτσες.
Κι' ο έρωτας αρχίζει όταν δύο άνθρωποι συναντιούνται χωρίς να εκπροσωπούν ολόκληρα φύλα, ολόκληρες ιστορίες ή ολόκληρους πολέμους. Όταν ο άνδρας παύει να είναι ο πατέρας που πλήγωσε τη μητέρα. Και η γυναίκα παύει να είναι το κορίτσι που μεγάλωσε φοβούμενο το δάσος.
Ίσως τότε να αποκαλύπτεται και μια άλλη ανάγνωση του παραμυθιού. Το πραγματικό αντίθετο του λύκου δεν είναι ο κυνηγός. Είναι ο άνδρας που δεν χρειάζεται να κυριαρχήσει για να υπάρξει. Και το πραγματικό τέλος της ιστορίας δεν είναι η εξόντωση του λύκου. Είναι η στιγμή που μια γυναίκα μπορεί να περπατήσει μέσα στο δάσος χωρίς να χρειάζεται να φοβάται κάθε σκιά.
Γιατί τότε δεν έχει νικήσει ούτε ο άνδρας ούτε η γυναίκα. Όμως, έχει ηττηθεί το τραύμα.
Λιγότερα

σκαλα

σκαλα 

Βάρναλης, Κ.

 


Καβάφης Κ. Θάταν το οινόπνευμα //Ποσειδωνιάται

 










Γιώργος Θέμελης

 


Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Geoffrey Hinton

 



CHARACTERS

Geoffrey Hinton ασχολήθηκε για περισσότερα από σαράντα χρόνια στην ανάπτυξη των τεχνητών νευρωνικών δικτύων. Μια ιδέα που για δεκαετίες οι περισσότεροι επιστήμονες θεωρούσαν αδιέξοδη. Όταν όμως τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης άρχισαν να γράφουν κείμενα, να αναγνωρίζουν εικόνες και να συνομιλούν με ανθρώπους, ο ίδιος συνειδητοποίησε ότι η έρευνά του είχε ξεπεράσει τις αρχικές του προσδοκίες.

Το 2023 πήρε την αποφαση να παραιτήθεί από την Google επειδή ήθελε να μιλήσει δημόσια χωρίς περιορισμούς για τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο Hinton εξήγησε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία δημιουργούμε μια μορφή νοημοσύνης που μπορεί να μαθαίνει πολύ πιο γρήγορα από τον άνθρωπο. Ένας άνθρωπος χρειάζεται χρόνια για να αποκτήσει γνώσεις. Ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να «αντιγράψει» όσα έμαθε σε χιλιάδες άλλα συστήματα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Αυτή η δυνατότητα αλλάζει τους κανόνες της εξέλιξης της γνώσης. Δεν πρόκειται πλέον για μια μηχανή που εκτελεί εντολές· πρόκειται για ένα σύστημα που μπορεί να βελτιώνεται, να συνεργάζεται με άλλα συστήματα και να αυξάνει συνεχώς τις ικανότητές του.

Γι' αυτό ο Hinton υποστήριξε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι να κάνουμε την τεχνητή νοημοσύνη πιο έξυπνη, αλλά να διασφαλίσουμε ότι οι στόχοι της θα παραμείνουν ευθυγραμμισμένοι με τις ανθρώπινες αξίες. Όπως έχει πει χαρακτηριστικά, όταν δημιουργείς κάτι πιο έξυπνο από εσένα, δεν μπορείς να θεωρείς δεδομένο ότι θα παραμείνει πάντα υπό τον έλεγχό σου.

Η ιστορία του αναδεικνύει μια βαθύτερη φιλοσοφική ιδέα: η πραγματική ευθύνη εκείνου που δημιουργεί μια καινοτομία, δεν τελειώνει τη στιγμή της δημιουργίας. Ξεκινά όταν η καινοτομία αποκτά τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο. Η ΤΝ πλέον θα μπορει να δημιουργεί η ίδια καινοτομίες. Θα εχει όμως την ευθύνη για αυτές;

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: ΝΑ ΑΝΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΦΩΣ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

ΝΑ ΑΝΑΨΕΙΣ ΕΝΑ ΦΩΣ

Ο Carl Jung έγραψε κάποτε πως «ο μόνος σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι να ανάψει ένα φως μέσα στο σκοτάδι της ύπαρξης».
Πόσο παράξενη φράση!
Γιατί οι περισσότεροι από εμάς μεγαλώσαμε πιστεύοντας πως σκοπός της ζωής είναι να τα καταφέρουμε. Να σπουδάσουμε. Να δουλέψουμε. Να φτιάξουμε οικογένεια. Να αποκτήσουμε σπίτι. Να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας. Να φανούμε χρήσιμοι. Να είμαστε συνεπείς. Να μην απογοητεύσουμε τους ανθρώπους που μας εμπιστεύτηκαν.
Και όλα αυτά είναι όμορφα. Όλα αυτά έχουν αξία. Μόνο που υπάρχει ένας κίνδυνος. Να περάσει κανείς ολόκληρη τη ζωή του υπηρετώντας τη ζωή χωρίς να την έχει πραγματικά ζήσει. Να "λειτουργεί" αντί να κατοικεί μέσα στην ύπαρξή του. "Σαν να 'μουν άλλος κι όχι εγώ..." όπως λέει ο Ελύτης.
Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι δεν αποφασίσαμε συνειδητά να μπούμε στον αυτόματο πιλότο. Μπήκαμε γιατί έπρεπε. Υπήρχαν λογαριασμοί. Υπήρχαν παιδιά. Υπήρχαν γονείς που προσδοκούσαν. Υπήρχαν ευθύνες που δεν μπορούσαν να περιμένουν μέχρι να βρούμε τον εαυτό μας.
Και αυτό προφανώς είναι μια μορφή αγάπης. Η αφοσίωση έχει πάντοτε κάποιο κόστος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν, ύστερα από χρόνια, ίσως και όταν οι υποχρεώσεις μικραίνουν, μένεις ξαφνικά μόνος με τον εαυτό σου.
Τότε εμφανίζεται μια παράξενη ομιλούσα σιωπή, αν δεν την "σωπάσεις" κι αυτήν με διάφορους περισπασμούς. Και η σιωπή αυτή δεν είναι απαραίτητα θλίψη. Είναι μάλλον κάτι σαν μια απορία. «Ποιος είμαι όταν δεν χρειάζεται πια να είμαι χρήσιμος;» Ζόρικη ερώτηση.
Γιατί για αρκετά χρόνια γνωρίζαμε ακριβώς τι έπρεπε να κάνουμε. Δεν γνωρίζαμε όμως πάντοτε τι μας κρατούσε ζωντανούς. Ο Jung θα έλεγε πως αυτό είναι το σκοτάδι της απλής ύπαρξης. Δεν είναι μια τραγωδία, ούτε μια αποτυχία. Αλλά μια ζωή που κύλησε κυρίως μέσα στη "λειτουργία".
Και κάποια στιγμή αντιλαμβανόμαστε πως έχουμε μάθει να απαντάμε σε όλα τα εξωτερικά ερωτήματα/ερεθίσματα χωρίς ποτέ να σταθούμε αρκετά μπροστά στα "εσωτερικά".
Όπως, για παράδειγμα, τα ερωτήματα: Τι με συγκινεί; Τι με κάνει να αισθάνομαι παρών; Πότε ένιωσα τελευταία φορά ότι δεν υπάρχω απλώς αλλά ζω;
Κι εδώ δεν χρειάζονται μεγάλες απαντήσεις. Αρκεί συχνά ένα βλέμμα, ένα βιβλίο, ένα τραγούδι, ένα παιδί που σε κοιτάζει σαν να είσαι ολόκληρος κόσμος, ένας κήπος, μια κουβέντα που δεν βιάζεται να τελειώσει, ένα παλιό όνειρο που περίμενε υπομονετικά για χρόνια.
Ίσως τελικά το φως για το οποίο μιλούσε ο Jung να μην είναι κάποια σπουδαία αποκάλυψη. Ίσως να είναι εκείνες οι μικρές στιγμές όπου ο άνθρωπος παύει να "λειτουργεί" και αρχίζει ξανά να υπάρχει.
Ο πολιτισμός μας μάς έμαθε να μετράμε την αξία της ζωής με όρους παραγωγικότητας. Πόσα έκανες. Πόσα απέκτησες. Πόσα πρόλαβες.
Όμως η ψυχή δεν λογαριάζει έτσι. Η ψυχή θυμάται μόνο τις στιγμές που ήταν πραγματικά παρούσα. Εκείνες που ο χρόνος άνοιγε λίγο και ο άνθρωπος ένιωθε ότι βρισκόταν ολόκληρος μέσα σε μια στιγμή.
Ίσως λοιπόν το σημαντικότερο ερώτημα της ζωής να μην είναι:
«Τι κατάφερες;» Αλλά: «Πότε ένιωσες πραγματικά ζωντανός;»
Και αν η απάντηση είναι «πολύ σπάνια», να ξέρεις πως δεν είναι καθόλου αργά.
Το φως δεν χρειάζεται μεγάλες φωτιές. Ένα κερί αρκεί για να νικήσει ένα ολόκληρο σκοτεινό δωμάτιο. Ένας περίπατος. Μια συγγνώμη. Μια αγκαλιά. Ένα ποίημα. Μια αλήθεια που περίμενε χρόνια να ειπωθεί. Ένας έρωτας.
Ο Jung δεν είπε να ανάψουμε πυρκαγιές. Είπε να ανάψουμε ένα φως. Και ίσως τελικά αυτή να είναι η βαθύτερη ευθύνη κάθε ανθρώπου. Όχι να ζήσει μια τέλεια ζωή. Αλλά να μη φύγει από τον κόσμο χωρίς να έχει φωτίσει, έστω για λίγο, το σκοτάδι της δικής του ύπαρξης-άντε και κανά δυο άλλων το πολύ.
Δηλαδή, "Να μην πεθάνει μαλάκας" που έλεγε κι ο Κοροβέσης.
Λιγότερα

Άρης Αλεξάνδρου : Η αναμμένη λάμπα

 


Εν Φαντασία και Λόγω

Η αναμμένη λάμπα
Εσείς που υπακούτε σε κυβερνήσεις και Π. Γ.
σαν τους νεοσύλλεκτους στο σιωπητήριο
θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα πως η ποσότητα της πίκρας
έτσι που νότιζε τους τοίχους του κελιού
ήταν αναπόφευκτο να φτάσει στην ποιοτική μεταβολή της
και ν’ ακουστεί
σαν ουρλιαχτό
σαν εκπυρσοκρότηση.
Εσείς που άλλα λέγατε στους φίλους σας κι άλλα στην καθοδήγηση
θ’ αναγνωρίσετε μια μέρα πως εγώ
ήμουνα μονάχα παραλήπτης
των όσων μου ’στελναν γραμμένα με λεμόνι
οι φυλακισμένοι
και των δυο ημισφαιρίων.
Αν μου πρέπει τιμή
είναι που είχα πάντοτε τη λάμπα αναμμένη
μέσα στην κάμαρά μου
κ’ έκανα την εμφάνιση των μυστικών τους μηνυμάτων
κρατώντας τις λογοκριμένες τους γραφές πάνω από τη φλόγα.
Άρης Αλεξάνδρου
Από τη συλλογή ''Ευθύτης οδών'' 1959
Λιγότερα

Δημήτρης Μαρωνίτης Σαν σήμερα το 2016

 




Δημήτρης Σταματάκης

 
Ακολουθήστε

In memoriam
Σαν σήμερα ήταν το 2016, μού θυμίζει ο ρουφιάνος του f/b, όταν άκουγα από τους πρωινατζήδες του μέγκα (Καμπουράκη
και Οικονομέα) για τον θάνατο του Δημήτρη Μαρωνίτη στα
87 του χρόνια. «Πολύ μορφωμένο άνθρωπο, πατέρα της
δημοσιογράφου Εριφύλλης» βρήκαν να ψελλίσουν τότε
μόνον εκείνοι οι παρηκμασμένοι άσχετοι της
πρωινάδικης παραπληροφόρησης...
Μέγας πανεπιστημιακός δάσκαλος λοιπόν, μαθητής και
συνεχιστής του Ιωάννη Κακριδή, αταλάντευτα δημοτικιστής,
αντιστασιακός και κυνηγημένος στην επταετία της χούντας,
εκτός από την μνημειακή έκδοση και τον σχολιασμό του
Ηροδότου και των Λυρικών, ο Μαρωνίτης είναι βεβαίως
από τους μεγαλύτερους Έλληνες Ομηριστές. Πέρα από τα
πολλά «Ομηρικά Μεγαθέματα» άφησε ολοκληρωμένες
μεταφράσεις και της Ιλιάδας, αλλά και της Οδύσσειας!
Μελέτησε όμως και έγραψε εύστοχα με κριτική οξυδέρκεια
και για την Νεοελληνική Ποίηση. Ανακάλυψε την ποιητική
φλέβα του Μανώλη Αναγνωστάκη και την συγγραφική
δεινότητα του Άρη Αλεξάνδρου, ενώ εξέδωσε πολύ
διεισδυτικές κριτικές για τους μεταπολεμικούς της
Α' Γενιάς, τον Τίτο Πατρίκιο, τον Τάκη Σινόπουλο,
τον Μίλτο Σαχτούρη, αλλά και για τον
Κ.Π.Καβάφη, την Γενιά του '30 και τον Δ.Σολωμό.
Πολυγραφότατος, δημοσίευε πάνω από 40 χρόνια
επιφυλλίδες στο «Βήμα» για φιλολογικά κυρίως θέματα
ομηρικών προβλημάτων και βιβλιοκρισίες. Αλλά είναι
και τεράστιο επίσης το έργο του τα τελευταία χρόνια
της ζωής του για την πλήρη σειρά εκδόσεων
Αρχαιογνωσίας και Αρχαιογλωσσίας, εκεί στο περίφημο
Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας του «Ιδρύματος
Μ.Τριανταφυλλίδη» της Θεσσαλονίκης.
Ας έχει καλό κατευόδιο στην αγαπημένη του
Νέκυια και στο Νόστο του αναπόδραστου και
αενάου ταξιδιού της ζωής!
Λιγότερα

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)