Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2026

Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943)

 


Τάσος Λειβαδίτης: Υπό έκδοση μελέτη από Παναγιώτης Κουμουνδούρος

 



Παναγιώτης Κουμουνδούρος 3 ημ. 

Ο Τάσος Λειβαδίτης

Πώς ένας αιώνιος έφηβος μας έμαθε ότι το να είσαι ηττημένος είναι ο μόνος έντιμος τρόπος να είσαι άνθρωπος

Για μένα, ο Τάσος Λειβαδίτης υπήρξε πάντα κάτι παραπάνω από ένας κλασικός της λογοτεχνίας μας. Υπήρξε ο απόλυτος συνοδοιπόρος, ο ποιητής που σημάδεψε ανεπιστρεπτί τη δική μου ποιητική φωνή, ο άνθρωπος που μου έμαθε ότι ο στίχος δεν χρειάζεται φανταχτερά κοσμήματα για να σε διαπεράσει, αλλά μια αμείλικτη, γυμνή ειλικρίνεια

Αυτό το αφιέρωμα στον Λειβαδίτη δεν είναι κάτι πρόχειρο, το ετοιμάζω εδώ και αρκετό καιρό, μελετώντας τον με ευλάβεια, βυθιζόμενος στις σελίδες του, προσπαθώντας να αφουγκραστώ τους κραδασμούς της ψυχής του. Σήμερα, σε αυτή την ημέρα μνήμης για τα τόσα χρόνια από την απώλειά του, δεν επέλεξα τυχαία να σταθώ σε αυτές τις δύο συγκεκριμένες συλλογές. «Ο τυφλός με το λύχνο» (1966) και το «Εγχειρίδιο ευθανασίας» (1979).

Τις επέλεξα γιατί αποτελούν τους δύο σταθμούς της μεγάλης εσωτερικής αποκάλυψης, είναι η στιγμή που ο ποιητής, αφού διέτρεξε τις ανοιχτές φλόγες των αγώνων, των εξοριών και των συλλογικών οραμάτων, αποφασίζει να κλειστεί στο μικρό, σκοτεινό δωμάτιο της ύπαρξης και να αναμετρηθεί με το απόλυτο κενό, με τη φθορά, με τους νεκρούς του και με τη δική του μοναξιά. Αυτή η διαδρομή, από το συλλογικό τραύμα στην ύστατη υπαρξιακή τρυφερότητα, είναι ακριβώς και η δική μου πυξίδα, το καταφύγιο όπου επιστρέφω κάθε φορά που η ποίηση γίνεται για μένα ζήτημα ζωής και θανάτου.

Παράλληλα, ήταν η ίδια η πολιτική και κοινωνική του διαδρομή που χάραξε ανεξίτηλα τον δικό μου βηματισμό. Ο Λειβαδίτης δεν υπήρξε ένας θεωρητικός της πολυθρόνας, αλλά ένας άνθρωπος που πλήρωσε τις ιδέες του με το ίδιο του το σώμα στις διαδηλώσεις της Κατοχής, στα σύρματα της Μακρονήσου, στην απομόνωση του Άη-Στράτη και στις αίθουσες των δικαστηρίων. Όμως, αυτό που με σημάδεψε βαθύτερα μέσα από τη μακρόχρονη μελέτη του έργου του δεν ήταν μόνο η αγωνιστική του συνέπεια, αλλά η σπάνια, σχεδόν αδιανόητη ηθική του υπέρβαση. Το γεγονός ότι μέσα από τη φρίκη της εξορίας και τη μεταγενέστερη διάψευση των οραμάτων της γενιάς του, δεν δίδαξε ποτέ το μίσος ή τον κυνισμό. Μου έμαθε ότι η αληθινή πολιτική πράξη στην τέχνη δεν είναι η κομματική περιχαράκωση ούτε τα εύκολα συνθήματα, αλλά η αδιάλλακτη υπεράσπιση του αδύναμου, η αλληλεγγύη στον ηττημένο και η μετατροπή του συλλογικού τραύματος σε μια διαρκή «ανταρσία ευγένειας» και ανθρώπινης τρυφερότητας.

Ας αφήσουμε, λοιπόν, αυτούς τους στίχους να μας πάρουν από το χέρι και να μας οδηγήσουν εκεί όπου ο Λειβαδίτης συνεχίζει να ανάβει το λύχνο του, μέσα στη νύχτα μας.

Ο Τυφλός με το Λύχνο (1966)

Το κατώφλι της μεγάλης μεταμόρφωσης

Η ποιητική συλλογή «Ο τυφλός με το λύχνο», που κυκλοφόρησε το 1966, δεσπόζει στο έργο του Τάσου Λειβαδίτη ως το κρίσιμο μεταιχμιακό σημείο, η γέφυρα που συνδέει οριστικά την επική, κοινωνική και αγωνιστική περίοδο της νεότητας με την εσωτερική, υπαρξιακή και μεταφυσική ωριμότητα της ύστερης περιόδου.

Ο τίτλος από μόνος του λειτουργεί ως ένα ισχυρό ποιητικό οξύμωρο.

Ένα βαθύτατο σύμβολο. Ο τυφλός δεν βλέπει τον έξω, υλικό κόσμο, αλλά κρατάει λύχνο. Τι φωτίζει; Φωτίζει το εσωτερικό σκοτάδι, τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, τις σκιές της μνήμης και την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα. Το 1966, σε μια Ελλάδα που ετοιμάζεται να πέσει στη σκοτεινή παγίδα της δικτατορίας, ο Λειβαδίτης διαισθάνεται την πνευματική τύφλωση της εποχής και αντιτάσσει σε αυτήν το φως της εσωτερικής γνώσης και της συνείδησης.

Στη συλλογή αυτή, οι μεγάλες διαδηλώσεις, τα λάβαρα και οι ανοιχτοί δρόμοι των πρώτων συλλογών δίνουν τη θέση τους σε πιο κλειστούς, εσωτερικούς χώρους. Ας αναλύσουμε εκτενέστερα μερικούς από τους πιο αντιπροσωπευτικούς και σπαρακτικούς στίχους της συλλογής:

Η δεκαετία του '60 φέρνει τη συνειδητοποίηση ότι τα μεγάλα οράματα της Αντίστασης διαστρεβλώθηκαν ή ηττήθηκαν από την Ιστορία. Ο Λειβαδίτης θρηνεί με μια γλυκιά, αξιοπρεπή μελαγχολία τα χαμένα χρόνια και τους συντρόφους.

«Κι έμειναν οι παλιοί μας σύντροφοι σ’ εκείνα τα χρόνια,

σαν ξένα αγάλματα που τα σκέπασε η σκόνη

κι εμείς περνάμε απ’ έξω και δεν τολμούμε πια ούτε να τους μιλήσουμε.»

Η εικόνα των συντρόφων ως «ξένων αγαλμάτων» αποτυπώνει την παγιοποίηση του παρελθόντος μέσα στην ακαμψία της Ιστορίας. Η σκόνη είναι ο χρόνος που επικαθόταν πάνω στις θυσίες, ενώ η αδυναμία επικοινωνίας («δεν τολμούμε πια ούτε να τους μιλήσουμε») εκφράζει την ενοχή των επιζώντων απέναντι στους χαμένους αγώνες.

«Οι νεκροί μας είναι πάντα πολύ κοντά,

κάθονται ήσυχα στις καρέκλες μας όταν λείπουμε,

κι αγγίζουν τα βιβλία μας με τα φθαρμένα τους δάχτυλα.»

Εδώ η μνήμη μετατρέπεται σε ιερό, οικείο τόπο. Οι νεκροί δεν είναι τρομακτικά φαντάσματα, αλλά σιωπηλοί συνοδοιπόροι της καθημερινότητας. Τα «φθαρμένα δάχτυλα» φέρουν τα σημάδια της εξορίας και των βασανιστηρίων, υπενθυμίζοντας ότι η απώλεια είναι μια ζωντανή παρουσία στο σπίτι του ποιητή.

«Κάποτε είχαμε κι εμείς μια πατρίδα,

τώρα μας έμεινε μόνο μια γωνιά στη σιωπή

να θυμόμαστε όσους δεν πρόλαβαν να γείρουν στο προσκεφάλι τους.»

Η έννοια της «πατρίδας» μετατοπίζεται από τη γεωγραφική ή πολιτική της σημασία στην επικράτεια της μνήμης. Η «γωνιά στη σιωπή» είναι το καταφύγιο του ηττημένου, όπου η μόνη υποχρέωση που απομένει είναι η διατήρηση της ανάμνησης εκείνων που χάθηκαν πρόωρα.

Καθώς τα συλλογικά οράματα υποχωρούν, ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με το απόλυτο υπαρξιακό του κενό.

«Ο κόσμος είναι ένας απέραντος ξένος...

κι εμείς γυρεύουμε ένα χέρι να κρατηθούμε στο σκοτάδι.»

Η απόλυτη συμπύκνωση της υπαρξιακής αλλοτρίωσης. Απέναντι στην παγωνιά ενός αδιάφορου ή εχθρικού σύμπαντος, η μόνη ουσιαστική απάντηση δεν είναι οι υψηλές ιδεολογικές θεωρίες, αλλά η πρωτογενής, γυμνή ανθρώπινη επαφή («ένα χέρι»).

«Και μες στη νύχτα αυτή, που δεν της ανήκεις,

ψάχνεις να βρεις μια λέξη να σου μοιάζει,

μια λέξη που να ’χει ζεστασιά από χέρι που έφυγε.»

Η ποιητική λειτουργία της γλώσσας αλλάζει. Η λέξη δεν είναι πλέον ένα ντοκουμέντο ή ένα ιδεολογικό σύνθημα για τις μάζες, αλλά ένα υποκατάστατο της ανθρώπινης απουσίας. Ο ποιητής αναζητά τη λέξη που θα προσφέρει τη σωματική ζεστασιά ενός αγαπημένου προσώπου που δεν υπάρχει πια.

«Έτσι έζησα, με μια διαρκή προσδοκία

κάποιου που θα 'ρχόταν να μου πει πως όλα ήταν ένα λάθος

πως οι άνθρωποι δεν είναι τόσο μόνοι όσο φαίνονται.»

Ο στίχος αυτός αποτυπώνει την τραγική ελπίδα του ποιητή. Η «προσδοκία» λειτουργεί ως μηχανισμός επιβίωσης, ενώ η αναγνώριση ότι η μοναξιά μπορεί να είναι μια παρεξήγηση δείχνει την αστείρευτη ανάγκη του Λειβαδίτη να πιστέψει στην έμφυτη συντροφικότητα των ανθρώπων.

Ο Λειβαδίτης παραμένει πιστός στους «μικρούς» ανθρώπους, στους περιθωριακούς και στους αποτυχημένους αυτού του κόσμου.

«Και κάποτε, καθώς νυχτώνει, σκέφτομαι όλους αυτούς

που δεν απόκτησαν ποτέ τίποτα —ούτε καν μια αδικία—

κι έζησαν έτσι, σαν τα παλιά ρούχα που τα ’βαλαν πίσω απ’ την πόρτα.»

Η τραγικότητα των ανώνυμων υπάρξεων. Το «ούτε καν μια αδικία» υπογραμμίζει την απόλυτη αφάνεια ανθρώπων που η Ιστορία δεν καταδέχτηκε ούτε καν να τους αδικήσει. Η παρομοίωση με τα «παλιά ρούχα πίσω απ' την πόρτα» αποτελεί υπόδειγμα της ποιητικής των ταπεινών αντικειμένων που υπηρετεί ο Λειβαδίτης.

«Μην προσπερνάς τα παλιά πράγματα στο δωμάτιο,

έχουν κι αυτά μια θλίψη από τα χέρια που τα άγγιξαν

κι ύστερα έφυγαν για πάντα.»

Η ανιμιστική θεώρηση του υλικού κόσμου. Τα αντικείμενα δεν είναι αδρανής ύλη, αλλά φορείς ανθρώπινης μνήμης και συναισθήματος. Κουβαλούν την ενέργεια των ανθρώπων που τα χρησιμοποίησαν, μετατρέποντας το φτωχικό δωμάτιο σε ένα μουσείο αθόρυβων αισθημάτων.

Σε επίπεδο μορφής, ο «Τυφλός με το λύχνο» αποκαλύπτει τη σταδιακή συστολή και συμπύκνωση του στίχου.

Οι φόρμες γίνονται πιο λιτές, εσωτερικές και αφοριστικές σε σύγκριση με τις πρώτες, χειμαρρώδεις συλλογές της δεκαετίας του '50.

Ο Λειβαδίτης χρησιμοποιεί σουρεαλιστικές εικόνες (τα αγάλματα που σκεπάζει η σκόνη, οι νεκροί στις καρέκλες) δεμένες όμως με μια απλή, καθημερινή, σχεδόν προφορική γλώσσα.

Τα κενά ανάμεσα στις στροφές αποκτούν τόση σημασία όση και οι λέξεις, αφήνοντας χώρο στον αναγνώστη να αναπνεύσει και να αναμετρηθεί με το δικό του εσωτερικό σκοτάδι.

«Ο τυφλός με το λύχνο» είναι ένα βιβλίο-οδηγός για όσους ψάχνουν φως μέσα στις δικές τους νύχτες. Ο Τάσος Λειβαδίτης αποδεικνύει ότι η αληθινή ποίηση δεν χρειάζεται φανταχτερά λόγια για να ακουστεί, της αρκεί ένας χαμηλόφωνος, σπαρακτικός ψίθυρος που διαπερνά την ψυχή και φωτίζει τα πιο κρυφά υπόγεια της ανθρώπινης ύπαρξης

«Εγχειρίδιο Ευθανασίας» (1979)

Η ποιητική της εσχάτης παρηγοριάς

Για να καταλάβεις τι σημαίνει «ύστερος Λειβαδίτης», πρέπει να πετάξεις από πάνω σου κάθε ίχνος εύκολου πολιτικαντισμού. Ο Λειβαδίτης δεν έγινε ποτέ «αποστάτης» με την έννοια του αστού καριερίστα που πουλάει τα νιάτα του για μια υπουργική καρέκλα. Ήταν κάτι πολύ πιο έντιμο, ένας άνθρωπος που είδε τα όνειρά του να συνθλίβονται ανάμεσα στα γρανάζια της Ιστορίας και, αντί να κρυφτεί πίσω από κομματικά τσιτάτα, προτίμησε να κοιτάξει κατάματα το απόλυτο κενό.

Σε συλλογές όπως ο «Τυφλός με το λύχνο», ο «Νυχτερινός επισκέπτης», το «Βιολί για μία χορδή» και το «Εγχειρίδιο ευθανασίας», ο ποιητής αποσύρεται από τα μπαλκόνια των διαδηλώσεων και κλειδώνεται σε ένα δωμάτιο γεμάτο σκόνη, παλιά βιβλία και σβησμένα τσιγάρα. Δεν τον ενδιαφέρει πια η «Ιστορία με κεφαλαίο Ι» ,αυτή που γράφεται με το αίμα των αθώων και τα μελάνια των νικητών. Τον ενδιαφέρει η μικρή, αθόρυβη ιστορία του καθενός μας, η φθορά του σώματος, η μοναξιά που σε θερίζει στις τρεις τα ξημερώματα

Η ποιητική συλλογή «Εγχειρίδιο Ευθανασίας», που κυκλοφόρησε το 1979, αποτελεί έναν από τους πλέον ώριμους, συγκλονιστικούς και αντιπροσωπευτικούς σταθμούς της ύστερης, υπαρξιακής περιόδου του Τάσου Λειβαδίτη.

Ο τίτλος, προκλητικός και συνάμα βαθιά ειρωνικός, δεν παραπέμπει σε έναν κυνικό οδηγό θανάτου, αλλά σε ένα «εγχειρίδιο πνευματικής επιβίωσης» απέναντι στο γήρας, την απώλεια, τη φθορά του χρόνου και την υπαρξιακή ματαιότητα. Για τον Λειβαδίτη, η «ευθανασία» είναι η γαλήνια, αδολίευτη αποδοχή της ανθρώπινης μοίρας , ένας τρόπος να πεθάνει κανείς «όμορφα» και αξιοπρεπώς, έχοντας πρώτα λυτρωθεί μέσω της μνήμης, της συγχώρεσης και της αγάπης.

Η συλλογή διατρέχεται από μια σειρά αλληλένδετων θεματικών που συνθέτουν το μεταφυσικό και υπαρξιακό σύμπαν του ποιητή, κεντημένο με μερικούς από τους πιο σπαρακτικούς στίχους της ελληνικής λογοτεχνίας:

Ο χρόνος στο «Εγχειρίδιο Ευθανασίας» δεν είναι αφηρημένος, αλλά σωματικός και αμείλικτος. Ο ποιητής αναλογίζεται τα νιάτα που έφυγαν, τους αγώνες που διαψεύστηκαν και τα σώματα που γέρασαν.

«Γέρασα, σύντροφε, κι οι δρόμοι που περπατήσαμε είναι πια γεμάτοι σκόνη...»

«Και κάποτε, όταν θα 'χουμε πια πεθάνει,

θα 'μαστε μόνο δύο παλιά παπούτσια λασπωμένα

απ' όλες τις βροχές του κόσμου.»

Η φθορά αντιμετωπίζεται χωρίς μελοδραματισμούς, αλλά με μια ήρεμη, ελεγειακή θλίψη, όπου ακόμη και τα πιο φθαρμένα αντικείμενα γίνονται μάρτυρες της διαδρομής.

Οι νεκροί φίλοι, οι παλιοί σύντροφοι της εξορίας, οι χαμένοι έρωτες και τα παιδικά χρόνια επιστρέφουν σαν φαντάσματα στο «μικρό δωμάτιο» του ποιητή. Η μνήμη είναι ο μόνος τρόπος να παραμείνει κανείς ζωντανός, αλλά ταυτόχρονα είναι και η διαρκής υπενθύμιση της απουσίας.

«Όταν θα 'ρθει η νύχτα και θα κλείσουν οι δρόμοι,

εγώ θα 'μαι πάντα εκεί ,ένας παλιός φίλος που σας περίμενε στη βροχή.»

«Και μες στη νύχτα αυτή, που δεν της ανήκεις,

ψάχνεις να βρεις μια λέξη να σου μοιάζει,

μια λέξη που να 'χει ζεστασιά από χέρι που έφυγε.»

Ο ποιητής έχει αποσυρθεί οριστικά από τους ανοιχτούς ορίζοντες των διαδηλώσεων. Το πεδίο της μάχης μετατοπίζεται στο εσωτερικό ενός δωματίου: ένα παλιό τραπέζι, ένα σβησμένο τσιγάρο, ένα βροχερό παράθυρο, μια σκιά στον τοίχο. Αυτά τα ταπεινά αντικείμενα γίνονται ιερά σύμβολα και αγωγοί μεταφυσικού στοχασμού.

«Άφησε το παράθυρο ανοιχτό να μπαίνει η νύχτα.

Εμείς δεν έχουμε πια τίποτα να κρύψουμε απ' το σκοτάδι.»

Ακόμα και στο χείλος του τέλους, ο έρωτας παραμένει η μόνη πράξη που δικαιώνει την ύπαρξη. Δεν πρόκειται πλέον για τον σαρκικό οργασμό, αλλά για την απόλυτη συντροφικότητα, το άγγιγμα των χεριών μέσα στο σκοτάδι, την ανάμνηση μιας παλιάς αγκαλιάς που ζεσταίνει την παγωνιά του θανάτου.

«Και νύχτωσε χωρίς να αποκτήσουμε τίποτα...

Όμως ο έρωτας ήταν τόσο όμορφος, που μας αποζημίωσε για όλα.»

«Θυμάσαι τους δρόμους που περπατήσαμε;

Τα παράθυρα που κοιτάξαμε;

Όλα ήταν δικά μας, γιατί δεν είχαμε τίποτα.»

Λογοτεχνικά, το «Εγχειρίδιο Ευθανασίας» αποτελεί υπόδειγμα ποιητικής οικονομίας και αισθητικής αφαίρεσης:

Ο στίχος μικραίνει, απογυμνώνεται από περιττά επιθετικά κοσμήματα και παίρνει τη μορφή αποφθέγματος ή διαλογισμού.

Ο Λειβαδίτης χρησιμοποιεί συνεχώς αντιθέσεις (φως-σκοτάδι, πλούτος- ακτημοσύνη, ζωή -θάνατος) για να αποκαλύψει τη βαθύτερη αλήθεια των πραγμάτων («Όλα ήταν δικά μας, γιατί δεν είχαμε τίποτα»).

Καταργείται κάθε απόσταση από τον αναγνώστη. Ο ποιητής δεν διδάσκει, αλλά εκμυστηρεύεται, σαν να μιλάει στον εαυτό του ή σε έναν αόρατο εξομολογητή.

Το «Εγχειρίδιο Ευθανασίας» δεν είναι ένα βιβλίο απελπισίας, αλλά ένα βιβλίο βαθιάς ανθρωπιάς. Ο Τάσος Λειβαδίτης καταφέρνει να μετατρέψει τον φόβο του θανάτου σε μια πράξη συγχώρεσης και συμφιλίωσης με τον κόσμο. Μας διδάσκει ότι η μεγαλύτερη νίκη του ανθρώπου απέναντι στην αμείλικτη φθορά δεν είναι η αθανασία των μνημείων, αλλά η διατήρηση της ευαισθησίας, της τρυφερότητας και της αξιοπρέπειας μέχρι την τελευταία ανάσα.

Στις 30 Οκτωβρίου 1988, ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα μετά από επιπλοκές σε χειρουργική επέμβαση. Άφησε πίσω του ένα ηθικό αποτύπωμα σπάνιας καθαρότητας και ένα ποιητικό σύμπαν που βασίζεται στον ανθρωποκεντρισμό, την ποιητική των μικρών πραγμάτων, τη συγχώρεση και την κατανόηση. Δίδαξε ότι η μεγαλύτερη επαναστατική πράξη σε έναν άγριο κόσμο είναι η ευαισθησία και η διατήρηση της τρυφερότητας.

«Και όταν πεθάνω, μην με κλάψετε...

Αφήστε μόνο ένα παράθυρο ανοιχτό, να μπαίνει η νύχτα,

γιατί εγώ από εκεί θα έρχομαι πάντα να σας βλέπω.»



Οδυσσέας Ελύτης




ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΕΛΎΤΗ

https://www.facebook.com/photo?fbid=10237543810909561&set=pcb.2000571393946880

Cultural News - Πολιτιστικά Νέα.

Kalli PapaChristou 19 ώρ. 
"Κατοίκησα μια χώρα που ’βγαινε από την άλλη, την πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε˙ τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες. Άλλαζα θέση
στα πράγματα να τ’ απαλλάξω από κάθε αξία. Μελετούσα
τ’ Ακοίμιστα και την Ερημική ν’ αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, Μοναστηράκια, κρήνες. Ως κι ένα περι-βόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοειδή που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο. Μα ’ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα. Κι έπιασα σιγά σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλλος. 'Ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει".



"Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα, ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα. Πήρα τον ήλιο στην ποδιά μου σαν λουλούδι και του άνοιξα τα πέταλα ένα ένα. Να ξέρεις πως είναι η απουσία της φαντασίας που μεταβάλλει τον άνθρωπο σε ανάπηρο της πραγματικότητας... Κι εμείς δεν γράφουμε για να μας διαβάζουν... Εάν γίνεται γραπτό κείμενο, μεταδοτό στους άλλους, τόσο το καλύτερο. Εάν όχι, δεν πειράζει. Εκείνο που πρέπει να γίνεται, και να γίνεται αδιάκοπα, ατέρμονα, χωρίς την παραμικρή διάλειψη, είναι η αντιδουλικότητα, η αδιαλλαξία, η ανεξαρτησία. Η Ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της Υπερηφάνειας.
Η πρώτη αλήθεια είναι ο θάνατος. Απομένει να μάθουμε ποια είναι η τελευταία. Η αίσθηση του «γυρισμού των πραγμάτων» μου είναι οικεία, ίδια καθώς το κύμα της Ποίησης που έλεγα πριν ότι τ’ αφήνω να χτυπά μακριά στην πρώτη μου νεότητα και να ξαναγυρίζει εκεί που περιμένω λιγοστεμένος κάθε φορά και περισσότερο, αλλ’ ορθός – καθώς το θέλησα. Ένας αμετανόητα ερωτευμένος· που πηγαίνω πάντα νωρίτερα στο σημείο το κρυφό της συνάντησης, με την ίδια λαχτάρα, το ίδιο σφίξιμο στο λαιμό, το ίδιο βημάτισμα επάνω – κάτω και περιμένω… Τι; Ίσως αυτό, θα έλεγα, που αν δεν ανέβει να γίνει δάκρυο, πήζει στο στήθος και βαραίνει και ο κόσμος όλος άξαφνα φαίνεται τόσο γλυκός και τόσο πικρός μαζί. Κάποτε είναι μια κοπέλα· κάποτε, πάλι, δυο – τρεις στίχοι· πολλές φορές, άπλα και μόνον το καλοκαίρι.
Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει, που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη άλλα που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε να ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός..
Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει· να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε: τον κόσμο της φθοράς, που έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο Θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση. Μιλώ, το καταλαβαίνω, σα να μην έχω το δικαίωμα, σα να ντρέπομαι σχεδόν που αγαπώ τη ζωή. Κάποτε, είναι η αλήθεια, μ’ εξαναγκάσανε και σ’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει, δεν ανακάλυψε ποτέ, από που κρατάει το πάθος του ανθρώπου να μισεί τη δυνατότητα της ίδιας του της σωτηρίας. Είναι που ίσως θα ήθελε να μην το ξέρει άλλα παρ’ όλ’ αυτά το ξέρει πως υπάρχει· και πως είναι αυτός η αιτία που δεν μπορεί μήτε να την πλησιάσει μήτε να την υπερβεί. Θέλουμε δε θέλουμε, είμαστε όλοι μας δέσμιοι μιας ευτυχίας, που από δικό μας λάθος αποστερούμαστε. Να από που ξεπηδά η προαιώνια λύπη της αγάπης...
Έτσι... πέρασα όπως ανάμεσ’ απ’ τις Συμπληγάδες. Κι ότι δεν υπάρχει χρυσόμαλλο δέρας είναι ψέματα· ο καθένας από μας είναι το χρυσόμαλλο δέρας του εαυτού του. Γιατί ότι δεν αφήνει ο θάνατος να το δούμε, και να τ’ αναγνωρίσουμε, είναι απάτη· πρέπει ν’ αδειάσουμε το θάνατο απ’ αυτά που τον έχουν παραγεμίσει, να τον φτάσουμε στην απόλυτη καθαρότητα, για ν’ αρχίσουν να ξεχωρίζουν μέσ’ απ’ αυτόν τ’ αληθινά βουνά και η αληθινή χλόη, ο γδικιωμένος κόσμος γιομάτος δροσοσταλίδες που λάμπουν καθαρότερες από τα πιο πολύτιμα δάκρυα. Να τι είναι αυτό που περιμένω κάθε χρόνο, με μια ρυτίδα περισσότερο στο μέτωπο, μια ρυτίδα λιγότερο στην ψυχή: την πλήρη αντιστροφή, την απόλυτη διαφάνεια…
Όταν έπιανα την πένα, ήθελα να αισθάνομαι πριν απ’ όλα ελεύθερος. Έτσι σαν να ‘βγαινα στα βουνά και να μπορούσα να δρασκελάω χαντάκια, να πίνω χουφτιές το καθαρό νερό. Ήθελα, στο βάθος, να τραγουδήσω αλλιώς απ’ ό,τι τραγουδάνε οι άλλοι – κι ας ήτανε και φάλτσα... Γιατί η απόσταση από το «τίποτε» στο «ελάχιστο» είναι πολύ μεγαλύτερη παρ’ ό,τι από το «ελάχιστο» στο «πολύ»...
Αν υπάρχει, συλλογίζομαι, για τον καθένα μας ένας διαφορετικός, προσωπικός παράδεισος, ανεπανόρθωτα ο δικός μου θα πρέπει να ‘ναι σπαρμένος με δέντρα λέξεων που τα ασημώνει ο άνεμος καθώς λεύκες, από ανθρώπους που βλέπουν να επαναστρέφει επάνω τους το δίκιο που τους είχε αφαιρεθεί, από πουλιά που ακόμα και μέσα στην αλήθεια του θανάτου επιμένουν να κελαηδούν ελληνικά, και να λεν «έρωτας», «έρωτας», «έρωτας»".



"Από παιδί, έβλεπα την ποίηση συνυφασμένη με τη ζωγραφική. Κάτι που για την Ελλάδα είναι λίγο παράξενο.
Η αισθητική της ζωγραφικής, επί παραδείγματι, με βοήθησε στη σύνθεση των ποιημάτων και στην ολοκλήρωση μορφών με εικόνες που η μία συναρμόζεται στην άλλη, ακριβώς όπως συνέβη στο φαινόμενο της μοντέρνας ζωγραφικής".


➖
Οδυσσέας Ελύτης.


#ΣανΣήμερα στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης, γεννήθηκε ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα.
Ο Οδυσσέας Ελύτης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές μας, που τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979. Αποτέλεσε ένα από τα επίλεκτα μέλη της λεγόμενης «γενιάς του τριάντα» στον χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Όλοι γνωρίζουμε τον Οδυσσέα Ελύτη από το ποιητικό του έργο, ελάχιστοι γνωρίζουν το εικαστικό του έργο, τα κολάζ (συνεικόνες κατά τον ίδιο) και τη ζωγραφική.
Η τέχνη του κολάζ συνάντησε τον Οδυσσέα Ελύτη όταν ήταν είκοσι πέντε χρονών. Το 1936 εμφανίζεται με τα πρώτα του κολάζ στην «Α΄ Διεθνή Υπερρεαλιστική Έκθεση Αθηνών» ενώ από το 1965 ασχολείται συστηματικά δείχνοντάς τα σε εκθέσεις και τυπώνοντάς τα σε λευκώματα.
Ο ίδιος εξηγούσε λέγοντας:
«Σκοπός μου δεν ήταν να παίξω. Ήταν να μεταγράψω την ποιητική μου σ’ ένα επίπεδο αποσπασμένο από τους ήλιους του σταυρού της γλώσσας. Και μου φάνηκε με το πείραμα που έκανα, ότι κρατούσα ίσως στα χέρια μου το κατάλληλο κλειδί. Πολλές παλιές μου ορέξεις άρχισαν σιγά-σιγά, με άλλου είδους απαιτήσεις, ν’ ανεβαίνουν από το βυθό των ποιημάτων μου στην επιφάνεια»
Η ζωγραφική του Οδυσσέα Ελύτη έχει τη μυρωδιά των ναών και των αγαλμάτων, των κυμάτων και των γαλάζιων της αιγαιοπελαγίτικης θάλασσας, των λευκών των κυκλαδίτικων σπιτιών, των πορφυρών και μοβ χρωμάτων του Βυζαντίου, των γυμνών κοριτσιών και των αγγέλων.
Αυτά ορίζουν τις εικόνες του, οι οποίες συνοδοιπορούν και συμπληρώνουν το ποιητικό του έργο.

---

Η πορτοκαλένια.


Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει,
σιγά-σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!
Eτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί,
έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα,
έτσι καθώς αστραψανε χελιδονοουρές,
σάστησαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές,
σάστησαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια,
κι όλα μαζί συνάχτηκάν κι όλα μαζί την είδαν,
κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!
Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός, μεθάει ο κόσμος όλος,
όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει.
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια,
τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές,
τη λέει κ’ η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:
-Σήκω μικρή, μικρή, μικρή πορτοκαλένια!
Oπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει.
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός θεός,
που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό ανέμους!
Ο Φυλλομάντης.
Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
Nαυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Tο παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Kαι το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Tο παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·
Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη
Tρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν
Mυστικά περάσματα πυγολαμπίδας
Aπό τα βάθη ζωής ανεστραμμένης
Mες στο κρύο ασπράδι των ματιών
Eκεί όπου ακινητεί ο Kαιρός
Kι η Σελήνη με τ’ αλλοιωμένο μάγουλο
Aπελπιστικά σιμώνει το δικό μου·
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
“Mη”. Kι ύστερα πάλι “Mη”. “Mωρό μου”.
“Tι σού ‘μελλε”, “Mια μέρα θα το θυμηθείς”.
“Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά”.
“Eγώ που σ’ αγαπώ”. “Πες πάντα”. “Πάντα”.
Kι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δυο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Aνεβαίνει απ’ της ψυχής τ’ απόνερα ένα
Kύμα θολό που οι φυσαλλίδες είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα
Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Mια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι –
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά του όρκου
Tίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
Mέσ’ απ’ τη χλώρη του βυθού και πάλι
Tο ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα
Mονολογεί και συνθροεί τα φύλλα
Mονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
“Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά”.
“Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά”.
Kι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα·
Bατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Mόνος αλλ’ όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Mε κενή τη θέση στα δεξιά μου
Kαι ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Bέγας
Tων ερώτων μου όλων ο Πολιούχος

---

Ἡλικία τῆς γλαυκῆς θύμησης.


Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση
Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο
Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη
στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.
Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα
Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν
Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους
Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.
Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.
Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου
Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια
Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ – τί γύρευα
Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα
Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;
Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου
τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα
Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα
Ἦταν ἡ ὀδύνη
Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη
φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.
Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία
Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.
Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες – Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες
Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια
Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ
χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.
Σ᾿ ἄφησα τότες
Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

---

Ὁ μικρός Ναυτίλος.


Ὅτι μπόρεσα ν᾿ ἀποχτήσω μία ζωὴ ἀπὸ πράξεις ὁρατὲς γιὰ ὅλους, ἑπομένως νὰ κερδίσω τὴν ἴδια μου διαφάνεια, τὸ χρωστῶ σ᾿ ἕνα εἶδος εἰδικοῦ θάρρους ποὺ μοῦ ῾δωκεν ἡ Ποίηση: νὰ γίνομαι ἄνεμος γιὰ τὸ χαρταετὸ καὶ χαρταετὸς γιὰ τὸν ἄνεμο, ἀκόμη καὶ ὅταν οὐρανὸς δὲν ὑπάρχει.
Δὲν παίζω μὲ τὰ λόγια. Μιλῶ γιὰ τὴν κίνηση ποὺ ἀνακαλύπτει κανεὶς νὰ σημειώνεται μέσα στὴ «στιγμή» ὅταν καταφέρει νὰ τὴν ἀνοίξει καὶ νὰ τῆς δώσει διάρκεια. Ὁπόταν, πραγματικά, καὶ ἡ Θλίψις γίνεται Χάρις καὶ ἡ Χάρις Ἄγγελος· ἡ Εὐτυχία Μοναχὴ καὶ ἡ Μοναχὴ Εὐτυχία.
μὲ λευκές, μακριὲς πτυχὲς πάνω ἀπὸ τὸ κενὸ ἕνα κενὸ γεμάτο σταγόνες πουλιῶν, αὖρες βασιλικοῦ καὶ συριγμοὺς ὑπόκωφου Παραδείσου.

Εικόνες: Artwork Οδυσσέας Ελύτης.

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)