Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Κώστας Τσιαντής : Η Συμμαχία Απουσίας–Προδοσίας στο Δημοψήφισμα του 2015 και στη μνημονιακή παρακμή


 


 Η Συμμαχία Απουσίας–Προδοσίας στο Δημοψήφισμα του 2015 και στη μνημονιακή παρακμή

Εισαγωγή

Η έννοια της συμμαχίας Απουσίας–Προδοσίας, που περιγράφει στο άρθρο του ο Ανδρουλιδάκης με αναφορά στη δεκαετία του ' 40, προσφέρει ένα χρήσιμο ερμηνευτικό σχήμα για να κατανοήσουμε το τί συνέβη το 2015 και πώς η στάση των πολιτικών και λοιπών ηγεσιών συνέβαλε έκτοτε στη διάλυση του συλλογικού υποκειμένου. Το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 αποτελεί μία από τις πιο δραματικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος — 63% ΟΧΙ — δεν ήταν απλώς μια εκλογική επιλογή. Ήταν μια συλλογική έκρηξη αξιοπρέπειας, μια προσπάθεια της κοινωνίας να ανακτήσει τον έλεγχο της πολιτικής της μοίρας μέσα σε συνθήκες οικονομικής επιτροπείας. Ηταν μια στιγμιαία επανεμφάνιση του συλλογικού “εμείς”.

Ο ρόλος της Αριστεράς

Η ηγεσία της Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ κλπ) το 2015 βρέθηκε μπροστά σε μια ιστορική εντολή: να μετατρέψει το 63% σε πολιτική πράξη. Ωστόσο: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε αυτή την επιλογή. Δεν θέλησε να αποδεχτεί ότι υπάρχει σχέδιο Β, δεν υπήρξε οργάνωση κοινωνικής στήριξης, δεν υπήρξε αξιοποίηση του αποτελέσματος ως διαπραγματευτικού όπλου, το ΟΧΙ μετατράπηκε σε ΝΑΙ μέσα σε δύο ημέρες.

Αυτό δεν είναι απλώς επιλογή. Είναι ανατροπή της λαϊκής εντολής και διάρρηξη της σχέσης εκπροσώπησης. Η Αριστερά δεν ενεργοποίησε το ιστορικό παράδειγμα της Αντίστασης — δηλαδή την ιδέα ότι ο λαός μπορεί να σταθεί απέναντι σε υπέρτερες δυνάμεις με συλλογικότητα και αξιοπρέπεια. Αντί αυτού, επέλεξε διαχειριστική υποχώρηση. Αλλα και το ΚΚΕ επέλεξε θεσμική αποστασιοποίηση.

Συμπέρασμα

Το δημοψήφισμα του 2015 ήταν μια ιστορική στιγμή όπου το ελληνικό «εμείς» προσπάθησε να ανασυσταθεί με το κίνημα της Αντίστασης (ΣΠΙΘΑ, ΕΛΛΑΔΑ). Το κίνημα αυτό δεν ήταν κόμμα αλλά πολιτισμικό κεφάλαιο: η ιδέα ότι ο λαός μπορεί να δράσει συλλογικά, με αξιοπρέπεια, με αυτονομία. Ήταν μια στιγμή συλλογικής αυτοπεποίθησης, που εξαερώθηκε στην πορεία καθώς συνέπραξε και απορροφήθηκε εκλογικά από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ανατροπή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος αποτέλεσε διάλυση της συλλογικής ταυτότητας. Ο λαός έμαθε ότι η δημοκρατική εντολή μπορεί να ανατραπεί, πράγμα που καλλιεργεί: κυνισμό, απογοήτευση, αποπολιτικοποίηση. Το μήνυμα που έμεινε ήταν: «Δεν αλλάζει τίποτα. Ό,τι κι αν κάνεις, θα γίνει αυτό που θέλουν.» Αυτό είναι η βαθύτερη μορφή της συμμαχίας του πολιτικού τόξου Απουσίας–Προδοσίας. Η συμμαχία Απουσίας–Προδοσίας (εσωτερίκευση της ματαιότητας) και η στάση των ηγεσιών της Αριστεράς δεν προστάτευσαν το 63%, δεν το αξιοποίησαν, δεν το μετέτρεψαν σε πολιτική πράξη, δεν ενεργοποίησαν το ιστορικό παράδειγμα της Αντίστασης. Το αποτέλεσμα ήταν ένα νέο συλλογικό τραύμα: η αίσθηση ότι η δημοκρατική βούληση μπορεί να ακυρωθεί/ η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στις ηγεσίες μπορεί να καταρρεύσει (κρίση αντιπροσώπευσης). Το συμπέρασμα ήταν, ότι το «εμείς» παραμένει πολιτικά και ανθρωπολογικά  εύθραυστο, πράγμα που απαιτεί μια παιδεία και κουλτούρα αξιών. 10/10/2026.

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: Η ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΗΣ "ΑΠΟΥΣΙΑΣ" ΜΕ ΤΗΝ "ΠΡΟΔΟΣΙΑ" Μια ανοιχτή πληγή στο ελληνικό συλλογικό σώμα/ ΑΡΔΗΝ ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

περίπου μία ώρα πριν

1 ώρ.

 

·

Η ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΗΣ "ΑΠΟΥΣΙΑΣ" ΜΕ ΤΗΝ "ΠΡΟΔΟΣΙΑ"

Μια ανοιχτή πληγή στο ελληνικό συλλογικό σώμα

"Ο Εμφύλιος δεν έγινε, επωάστηκε στη διάρκεια της Κατοχής, από μια διφυή οργάνωση, μια σύμπτυξη της Απουσίας με την Προδοσία", έλεγε σε μια συνέντευξη στον Πάρη Καρβουνόπουλο, ο Διονύσης Χαριτόπουλος, περιγράφοντας τη συνάντηση εκείνων που δεν αντιστάθηκαν με εκείνους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, στην προσπάθεια απαξίωσης της Αντίστασης.

Πέρα από την ιστορική του ερμηνεία, ο Χαριτόπουλος φωτίζει έναν βαθύ μηχανισμό συλλογικού τραύματος. Η Απουσία και η Προδοσία δεν είναι ασφαλώς το ίδιο πράγμα. Μπορούν όμως να συναντηθούν στην ανάγκη να απαλλαγούν από τον ενοχλητικό καθρέφτη εκείνων που αντιστάθηκαν. Γιατί ο αντιστεκόμενος, με την ίδια του την ύπαρξη, υπενθυμίζει ότι υπήρξε και μια άλλη δυνατότητα. Και αυτή η υπενθύμιση γίνεται αφόρητη για όσους έχουν ανάγκη να πιστεύουν πως η υποταγή τους ήταν αναπόφευκτη.

Εδώ ο Χαριτόπουλος συναντά τον Αλμπέρ Καμύ, και τη συγκλονιστική του γνωμάτευση ότι "Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ' αυτό που σε συνθλίβει".

Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι αυτή η συμμαχία δεν έμεινε μόνο μια ιστορική συγκυρία. Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, η νομιμοφροσύνη επιβραβεύτηκε, η πολιτική ανυπακοή διώχθηκε και η πρόσβαση στην εργασία, στην ασφάλεια και στην κοινωνική ανέλιξη συνδέθηκε με την προσαρμογή στην εξουσία. Έτσι, μια ιστορική σύγκρουση άφησε πίσω της και μια βαθιά πολιτισμική κληρονομιά, την καχυποψία απέναντι σε εκείνον που αντιστέκεται και την εξοικείωση με εκείνον που υποτάσσεται.

Η κληρονομιά αυτή μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά μέσα από απλές, καθημερινές εντολές: «Μην μπλέκεις», «κοίτα τη δουλειά σου», «μην τα βάζεις με τους ισχυρούς», «βρες κάποιον να σε βοηθήσει». Η σιωπή έγινε σύνεση, η συναλλαγή εξυπνάδα, η προσαρμογή ωριμότητα. Και η αντίσταση, αντί να αναγνωρίζεται ως πράξη κοινωνικής ευθύνης, μπορούσε να αντιμετωπίζεται ως επικίνδυνη αφέλεια.

Η Μεταπολίτευση προφανώς δεν ενδιαφέρθηκε να εξαφανίσει αυτές τις βαθιά μαθημένες συμπεριφορές. Η πελατειακή εξάρτηση, η ανοχή στην αυθαιρεσία, η αναζήτηση της προσωπικής εξαίρεσης αντί του κοινού κανόνα συνέχισαν να υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και, κυρίως, την εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο οδυνηρή συνέπεια αυτής της ιστορικής κληρονομιάς. Η συμμαχία της Απουσίας με την Προδοσία δεν χρειάζεται να επιβιώνει ως οργανωμένη πολιτική δύναμη για να συνεχίζει να διαβρώνει το ελληνικό συλλογικό σώμα. Αρκεί να επιβιώνει ως νοοτροπία. Ως η πεποίθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει, ότι όλοι είναι ίδιοι, ότι η αντίσταση είναι μάταιη και ότι ο καθένας οφείλει να κοιτάζει πώς θα σωθεί μόνος του. There Is No Alternative (TINA), δηλαδή!

Έτσι διαλύεται σταδιακά η ίδια η δυνατότητα του «εμείς». Η συλλογική ευθύνη υποχωρεί μπροστά στην ατομική επιβίωση, η αλληλεγγύη μπροστά στον ανταγωνισμό και η διεκδίκηση της δικαιοσύνης μπροστά στην ανάγκη να μη διαταραχθεί η "κανονικότητα".

Από τα Μνημόνια μέχρι τα Τέμπη, τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι ευθύνονται για όσα συμβαίνουν. Είναι και γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν τόσο ισχυροί μηχανισμοί ανοχής, σιωπής και απαξίωσης εκείνων που απαιτούν λογοδοσία; Γιατί μια κοινωνία που έχει μάθει να προσαρμόζεται στην αυθαιρεσία δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ως φυσιολογική την αντίσταση απέναντί της.

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η βαθύτερη πληγή του ελληνικού συλλογικού τραύματος. Ότι η ιστορική ήττα της αντίστασης δεν κληροδότησε μόνο φόβο, αλλά και μια κουλτούρα παραίτησης που εξακολουθεί να υπονομεύει τη δυνατότητά μας να υπάρξουμε ως συλλογικό υποκείμενο.

Και η θεραπεία αυτής της πληγής δεν θα έρθει όταν πάψουμε να θεωρούμε τη σιωπή αρετή, την προσαρμογή αναγκαιότητα και την αντίσταση ματαιοπονία. Βλέπεις, το συλλογικό σώμα δεν τραυματίζεται μόνο από εκείνους που το προδίδουν. Τραυματίζεται και κάθε φορά που μαθαίνει να εγκαταλείπει εκείνους που προσπαθούν να το υπερασπιστούν. Όταν δηλαδή συμμαχεί η Προδοσία με την Απουσία.

ΥΓ το αρθράκι είναι αφιερωμένο στην μνήμη του Διοσύνη Χαριτόπουλου. / Φωτο: Αθήνα, Δεκέμβριος 1944 - Συλληφθέντες αντιστασιακοί με τα χέρια ψηλά.

ardin-rixi.gr

6 ώρες πριν 6 ώρ.  

Διονύσης Χαριτόπουλος: “Το 1821 και το 1941 έχουν ένα κοινό σημείο: το εθνικό και το κοινωνικό γεγονός”

Ως έναν πρώτο αποχαιρετισμό στον αγαπημένο φίλο και σύντροφο Διονύση Χαριτόπουλο, που έφυγε χθες σε ηλικία 79 ετών, αναδημοσιεύουμε δύο συνεντεύξεις που είχε δώσει στον Γιώργο Καραμπελιά. Η πρώτη του 1997 στο Άρδην (τ. 11) και η δεύτερη σχεδόν 20 χρόνια αργότερα στα πλαίσια των συζητήσεων στον ΙΑΝΟ. Αναδημοσιεύουμε εδώ και τις δύο. Ας είναι ελαφρύ το χώμα…

Η συνέντευξη στο Άρδην δόθηκε με αφορμή την έκδοση του πρώτου τόμου του βιβλίου του με θέμα την ιστορική διαδρομή του Άρη Βελουχιώτη (Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων). Η συζήτηση επεκτάθηκε στην ιστορία και την ιδεολογία της Αριστεράς, τα παιδικά του χρόνια στον Πειραιά, την πορεία του στον διαφημιστικό χώρο, το πάθος του με την συγγραφή (έγραψε περισσότερα από 20 βιβλία) και με την ιστορία του Άρη Βελουχιώτη και ανταρτών του.

Η εργογραφία του:

Οι Άτακτοι (Πρόσωπα και Γεγονότα) 2022

Έρωτες στη Μεταπολίτευση (μυθιστορηματική αυτοβιογραφία) 2019

Σχέσεις (δοκίμιο) 2017

Πειραιώτες (ιστορίες και ειδήσεις, 1947-1967) 2016

Πρόβες πολέμου (νουβέλα) 2014

Συλλεκτική Έκδοση 2013

Εκ Πειραιώς (μυθιστόρημα) 2012

Εγχειρίδιο βλακείας (δοκίμιο) 2008

Ο άνεμος κουβάρι (μυθιστόρημα) 2005

Άρης, ο αρχηγός των ατάκτων (ιστορική βιογραφία του Άρη Βελουχιώτη) οριστική έκδοση 2003

Ημών των ιδίων (δοκίμια) 2003

Λίστα γάμου (θεατρικό) 1998

Αυγά μαύρα (θεατρικό) 1998

Από εδώ πέρασε ο Κιλρόι (νουβέλα) 1992

Εναντίον του Marlboro (νουβέλα) 1991

Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι (διηγήματα) 1989

Δέσποινα (νουβέλα) 1984

Τα παιδιά της Χελιδόνας (μυθιστόρημα) 1983

525 τάγμα πεζικού (μυθιστόρημα) 1981

Δανεικιά γραβάτα (διηγήματα) 1976

Την συζήτηση στον ΙΑΝΟ που έγινε το 2015 στο δεύτερο σχόλιο.

Ακολουθεί η συζήτηση στο Άρδην:

Κ.- Θα ήθελα να σε ρωτήσω κατ’ αρχήν για ποιο λόγο επέλεξες να γράψεις για τον Άρη. Υπάρχει μία συζήτηση σήμερα περί των μεγάλων επαναστατών – για τον Τσε, τον Άρη- βγαίνουν πολλά βιβλία και θέλω να το συνδέσω με αυτό που είπε ο Μίσσιος στην εκπομπή της Θεολογίδου στην ΝΕΤ, έκανε έναν παραλληλισμό με τον Τσε και είπε ότι “οι επαναστάτες εν τέλει ηττώνται”.

Χ.- Ο Άρης ξέρεις έλεγε ακριβώς το αντίθετο. Ο Νικηφόρος ο οποίος είναι τώρα συνταγματάρχης εν αποστρατεία και ήταν θρύλος ο ίδιος και ψύχραιμος άνθρωπος… λέει τώρα πως “ο Άρης μπορούσε να κάνει με πενήντα ανθρώπους αυτό που ένας άλλος ηγέτης θα χρειαζόταν χίλιους” Για ποιο λόγο; Όλοι έλεγαν να σκοτωθούμε για την Ελλάδα όταν άρχιζαν τη μάχη. Ο Άρης έλεγε “θα νικήσουμε, πάμε να τους φάμε”. Δηλαδή ήταν μια οπτική εντελώς διαφορετική από αυτή που τοποθέτησε ο Μίσσιος. Ο Άρης πίστευε ακράδαντα και εγώ δε νομίζω ότι είναι τόσο απαισιόδοξα τα πράγματα. Η ζωή μας έχει δείξει ότι όλοι αυτοί οι χαρισματικοί που ονειρεύονται μια ελευθερία χωρίς όρια τελικά δεν ηττώνται. Ξεκαθαρίζονται δεν ηττώνται.

Κ.- Άρα η επιλογή;

Χ.- Εγώ πιστεύω ότι πάντα οι μειοψηφίες αλλάζουν την ιστορία. Πότε η πλειοψηφία άλλαξε το ρουν της ιστορίας ή και τον πολιτισμό, τις τέχνες και στα σημερινά δεδομένα της επιχειρήσεις; Μειοψηφίες τις κάνουνε. Δεν τις κάνανε οι πλειοψηφίες ποτέ.

Κ.- Γιατί όμως διάλεξες ειδικά τον Άρη;

Χ.- Με τον Άρη έχουμε το ίδιο πάθος. Γράφω μέσα στο βιβλίο ότι αν μπορούσες να χαρακτηρίσεις τον Άρη με μια λέξη αυτή είναι: “πατριδολάτρης”. Με την ίδια λέξη μπορείς να χαρακτηρίσεις κι εμένα. Το όραμά του που στην ουσία είναι -όπως ευφυέστατα έγραψε και ο Ραφαηλίδης σ’ ένα σημείωμά του- να ολοκληρώσει το ανολοκλήρωτο ’21, εμένα με συγκινεί και νομίζω ότι πρέπει να μας συγκινεί όλους. Μια μικρή Μεσογειακή χώρα είμαστε, ένα κρατίδιο, στο οποίο ασελγεί όποιος προλάβει.

Κ.- Ναι εντάξει οπωσδήποτε “πατριδολάτρης” αλλά η επιλογή σου για τον Άρη; Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι. Γιατί μας λείπει αυτό το ανολοκλήρωτο;

Χ.- Σαφέστατα είναι ανολοκλήρωτο από τότε που έχουμε γίνει ανεξάρτητο κράτος. Σαφέστατα είναι ανολοκλήρωτο το ’21 και μετά ο Άρης είναι ένα ιδιαίτερα γοητευτικό πρόσωπο. Μη γελιόμαστε. Είχε όλα τα στοιχεία που τον κάνουν όχι απλά ελκυστικό και γοητευτικό τουλάχιστον στα μάτια τα δικά μας, μετά από πενήντα τόσα χρόνια, τον κάνουν φυσικό φαινόμενο, με αυτά που έκανε τότε τον θεωρούσαν φυσικό φαινόμενο. Πόσο μάλλον τώρα που έχει σκεπαστεί και με την αχλή του μύθου και των ετών. Εμένα μου ασκεί έντονη γοητεία.

Κ- Αυτή τη στιγμή έχουν βγει ένα σωρό βιβλία για τον Άρη και την αντίσταση.

Χ- Θα έλεγα πάντως ότι υπάρχει και πάλι μία… Αρη-ολογία.

Χ- Ακριβώς. Κι’ αυτό πώς το χαρακτηρίζεις, που το αποδίδεις; Μπορεί να συνδεθεί με τη σημερινή πραγματικότητα;

Κ- Σαφέστατα. Νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο αυτό το ενδιαφέρον. Από πληροφορίες που έχω, το συντριπτικό ποσοστό αυτών που έχουν αγοράσει το βιβλίο, παρόλο που ήταν ένα κοινό ήδη έτοιμο παλιών ανταρτών, είναι νέοι άνθρωποι. Δηλαδή είναι άνθρωποι 25-35 ετών, που σημαίνει ότι μέσα σ’ αυτό τον περιρρέοντα κοσμοπολιτισμό που δεν τους ικανοποιεί, γιατί πώς μπορεί να ικανοποιεί έναν άνθρωπο που έχει γεννηθεί σ’ αυτή τη χώρα, και έχει την παράδοση αυτής της χώρας και ξέρει κάποια πράγματα γι’ αυτή τη χώρα, να δεχτεί τις ιδέες που μας σερβίρουνε. Δηλ. η αγάπη για την πατρίδα έχει γίνει στίγμα. “Είσαι Ελληνάρας, είσαι οπισθοδρομικός, είσαι πολεμοκάπηλος”. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός δεν έλεγε ότι “η σημαία είναι αναχρονιστική στο σχολείο;” Τι περιμένουμε; Από το κεφάλι βρωμάει το ψάρι. Αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος. Ο Σημίτης είναι ένας επικίνδυνος άνθρωπος για την Ελλάδα. Είναι ένας άχρωμος κι αποτυχημένος υπάλληλος της ζωής. Δεν μπορείς να περιμένεις από αυτό τον άνθρωπο ότι θα εμπνεύσει, ούτε ότι θα δημιουργήσει όραμα. Αν εγώ ήμουν πρόεδρος μια πολυεθνικής εταιρείας αυτόν τον άνθρωπο δε θα τον έπαιρνα διευθυντή του λογιστηρίου μου γιατί θα μου χάλαγε τις σχέσεις μου με τους συνεργάτες μου. Δηλαδή θα περίμενε να τους πληρώσει στις 31 τη νύχτα. Μήπως από το μεσημέρι που έπρεπε κανονικά να τους πληρώσει μέχρι το βράδυ είχε κάποιο ποσοστό τόκου παραπάνω στα λεφτά. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον προσλάβω. Σαν συγγραφέας του βιβλίου για τον Άρη θεωρώ τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό αν και αυτά τα πράγματα δεν είναι προγραμματισμένα, όπως ξέρεις. Έπεσε σε μια συγκυρία που έχουμε χάσει την μπάλα. Κυριαρχεί μια γελοία τριπλέτα Πρετεντέρη, Ευθυμίου, Σωμερίτη με τις απόψεις τους κι από την άλλη μεριά έχουμε δυο που υπαγορεύουν αυτή την ιστορία -Τσουκάτος και Πανταγιάς που είναι εξωγήινοι. Το βιβλίο βρήκε ένα έδαφος πρόσφορο να πει “Παιδιά υπάρχει και αυτή η πλευρά”.

Κ- Όπως νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια για παράδειγμα, έχουμε μια άνθηση της ελληνικής μουσικής, μια επιστροφή…

Χ- Ναι κατηγορούν τα παιδιά γιατί πάνε στα ελληνάδικα. Τα ελληνάδικα τα θεωρώ ως μια αντίδραση η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί πολιτικά γιατί και οι ηλικίες που πάνε εκεί – τα 16άρικα και τα 17άρικα – δεν είναι ακόμα συγκροτημένοι, αλλά κάτι ψάχνουν. Έναν αυτοπροσδιορισμό που τους αρνείται και η Παιδεία και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

...............

Η συνέχεια της συζήτησης στον σύνδεσμο,

https://ardin-rixi.gr/archives/9348

*Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια δωρεά, ko-fi.com/ardinrixi

Λιγότερα



 
 
από τον δημιουργό

Απόσπασμα από το ιστορικό γράμμα του Άρη προς την ΚΕ του ΚΚΕ...στις 24/3/1945
...Εσείς δεν τα βλέπετε όλα αυτά. Έχετε απομονωθεί από τη λαϊκή μάζα και έχετε χάσει τον παλμό της. Συνέλθετε έστω και τώρα. Δεν είναι αργά. Αργότερα σίγουρα θα είναι πολύ αργά και θα χρειαστούν τεράστιες θυσίες σε κόπους και σε αίμα για ν’ αρχίσει κάτι σοβαρό. Μην αφήνεται να θρονιαστεί η αντίδραση οριστικά. Μην πιστεύεται ότι η "εθνοφυλακή" είναι πραγματικά εθνικός στρατός και μην βάζετε τον κόσμο να τους δέχεται τους Μπουραντάδες ως "παιδιά του λαού", ενώ αυτοί τους δέρνουν. Μην κάνετε το έγκλημα να επιτρέψετε στην εθνοφυλακή να εγκατασταθεί παντού και να παίξει το ρόλο της παλιάς χωροφυλακής.
Κ όπως προέβλεψε έτσι κ έγινε...

Μιχάλης Τερζής - Στρατηγού Μακρυγιάννη Λόγος Ιστορικός

 

Γιώργος Ραυτόπουλος

 Georgia Mela

Φθινοπωρινή ευαισθησίες......


Πέθανε στο Μικρό Χωριό ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος


 Πέθανε ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος

Πέθανε ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος, ο τελευταίος σύζυγος της Μαλβίνας Κάραλη
Πέθανε ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος, ο

Αντώνης Ανδρουλιδάκης

13 ώρες πριν, προβολή δημοσίευσης

13 ώρ.

 

·

ΕΓΩ, ΜΙΚΡΟΣ, ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΕΣΕΝΑ
Για τον Διονύση Χαριτόπουλο

Εγώ, μικρός, ήθελα να γίνω σαν εσένα, Διονύση.
Ήθελα να γράφω ιστορίες για ανθρώπους που δεν έσκυβαν το κεφάλι. Να ψάχνω κι εγώ τους άτακτους του Άρη, εκείνους που πήραν τα βουνά γιατί δεν άντεχαν να ζουν γονατιστοί. Να καταλαβαίνω τις ήττες τους, τις αγάπες τους, τις μικρές ανθρώπινες στιγμές τους. Να μπορώ να βλέπω πίσω από τους ήρωες τους ανθρώπους. Και πίσω από τους ανθρώπους εκείνο το παράξενο, ακατανίκητο πείσμα να παραμένουν ελεύθεροι.

Ήθελα να ερωτευτώ τη Μαλβίνα Κάραλη. Ίσως γιατί, τότε, πίστευα πως οι μεγάλοι έρωτες ήταν για τους ανθρώπους που δεν φοβούνταν τη ζωή. Ήθελα κι εγώ να αγαπήσω μια γυναίκα που να μη χωράει σε κανένα καλούπι. Που να γελάει δυνατά, να σκέφτεται ελεύθερα, να λέει όσα οι άλλοι φοβούνται. Και να έχω την καρδιά να σταθώ δίπλα της, χωρίς να θελήσω ποτέ να την κάνω μικρότερη. Να ζήσω έναν έρωτα που να μη μοιάζει με καταφύγιο από τη ζωή, αλλά με μια πιο γενναία συνάντηση μαζί της.

Ήθελα να γράφω όπως εσύ. Να βρίσκω τις σωστές λέξεις, τις λιγοστές, εκείνες που δεν χρειάζονται στολίδια για να φτάσουν στην καρδιά. Να μιλώ για τα μεγάλα πράγματα απλά. Για τη φτώχεια, την αξιοπρέπεια, τον έρωτα, την απώλεια. Να μπορώ να γράψω μια φράση και κάποιος, κάπου, να σταματήσει για λίγο το διάβασμα, γιατί μέσα της αναγνώρισε κάτι από τη δική του ζωή.

Ήθελα να έχω κάτι από τον Πειραιά σου. Από τις γειτονιές και τους ανθρώπους του μόχθου. Από εκείνη την τρυφερότητα που κρύβεται πίσω από τα σκληρά πρόσωπα και τις λιγοστές κουβέντες. Να μάθω να ξεχωρίζω τους ανθρώπους όχι από τους τίτλους και τα αξιώματά τους, αλλά από τον τρόπο που στέκονται δίπλα σε κάποιον όταν δυσκολεύεται. Να μη χάσω ποτέ την επαφή μου με τους απλούς ανθρώπους, με εκείνους που μπορεί να μην έγραψαν ποτέ βιβλία, αλλά κουβαλούν μέσα τους ολόκληρες βιβλιοθήκες ζωής.

Ήθελα να μιλώ με τη δική σου καθαρότητα. Να μη φοβάμαι να πω όσα σκέφτομαι, αλλά και να μη χρειάζεται να πληγώνω για να αποδείξω ότι είμαι γενναίος. Να έχω το θάρρος να διαφωνώ, να υπερασπίζομαι όσα αγαπώ, να μην προδίδω τις μικρές μου αλήθειες για λίγη αποδοχή. Να μπορώ να κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και να τον αναγνωρίζω.

Και, πάνω απ' όλα, ήθελα να μεγαλώσω χωρίς να χάσω το παιδί που ήμουν. Εκείνο που συγκινούνταν εύκολα, που ερωτευόταν παράφορα, που πίστευε πως ο κόσμος μπορούσε να γίνει λίγο πιο δίκαιος. Που δεν ήξερε ακόμη πόσους συμβιβασμούς θα του ζητούσε η ζωή. Που δεν είχε μάθει να αποκαλεί ωριμότητα την παραίτηση από τα όνειρά του.

Πέρασαν τα χρόνια, Διονύση. Κι εγώ μεγάλωσα. Έκανα τις δικές μου διαδρομές, αγάπησα, φοβήθηκα, έχασα ανθρώπους, έκανα συμβιβασμούς που κάποτε ορκιζόμουν πως δεν θα έκανα. Έμαθα ότι η γενναιότητα δεν είναι πάντοτε μια μεγάλη πράξη. Μερικές φορές είναι να παραδεχτείς πως φοβάσαι ή να μείνεις τρυφερός όταν η ζωή σου έχει δώσει πολλούς λόγους να σκληρύνεις.

Και κάπου μέσα σε όλα αυτά κατάλαβα πως οι άνθρωποι που θαυμάζαμε στα νιάτα μας δεν ήταν απλώς πρότυπα. Ήταν οι πρώτες μας υποσχέσεις προς τον εαυτό μας. Ένας τρόπος να του πούμε, πριν ακόμη μάθουμε ποιοι είμαστε, ποιοι θα θέλαμε κάποτε να γίνουμε.

Ξέρω Διονύση πως δεν έγινα σαν εσένα. Ούτε θα μπορούσα. Αλλά ίσως να πήρα κάτι μικρό από εκείνη την επιθυμία. Μια αγάπη για τις λέξεις. Μια αδυναμία στους ανυπότακτους. Μια τρυφερότητα για τους ανθρώπους που η ζωή τούς δυσκόλεψε. Και την ανάγκη, ακόμη και τώρα, να μη συμφιλιώνομαι εύκολα με όσα πληγώνουν τον άνθρωπο.

Σήμερα, που μαθαίνω πως έφυγες, αισθάνομαι εκείνη την παράξενη λύπη που μας πιάνει όταν πεθαίνει κάποιος που δεν υπήρξε δικός μας άνθρωπος, κι όμως είχε μια θέση μέσα μας. Σαν να φεύγει μαζί του ένα μικρό κομμάτι από τα χρόνια που ήμασταν νέοι. Από τις νύχτες που διαβάζαμε και ονειρευόμασταν. Από τότε που πιστεύαμε πως είχαμε όλο τον χρόνο μπροστά μας.

Εγώ, μικρός, ήθελα να γίνω σαν εσένα, Διονύση.

Και τώρα, που δεν είμαι πια μικρός, σκέφτομαι πως το πιο όμορφο που μου άφησες δεν ήταν η επιθυμία να σου μοιάσω. Ήταν η επιθυμία να μη χάσω εκείνο το παιδί που κάποτε σε θαύμαζε.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Ι. Μάζης: Θετικό βήμα των ΗΠΑ προς την Ελλάδα η επίσκεψη Ρούμπιο/ ΚΑΛΩΔΙΟ/ ΘΑ ΔΩ ΚΑΙ ΠΟΣΟ ΑΝΤΕΧΕΤΕ/ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

 

«ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ -- Η ΜΕΓΑΛΗ ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ», ΤΑΚΗΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ: «ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ, ΕΥΤΥΧΩΣ ΗΤΤΗΘΗΚΑΜΕ»

 

Sotiris Mitralexis · Η Δύση του Μάρκο Ρούμπιο και η νεκροζώντανη Ελλάδα


 Sotiris Mitralexis

11 ώρ. 
Η Δύση του Μάρκο Ρούμπιο και η νεκροζώντανη Ελλάδα
Σημείωμα στο SLpress (και, φυσικά, στο substack)
Η ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα, στις 7 Οκτωβρίου, υπήρξε αναμφίβολα σημαντική, όχι όμως για τους λόγους για τους οποίους χαιρετίστηκε στην Ελλάδα. Κάτω από την επιφάνεια των επιφανειακά φιλελληνικών αναφορών εκτυλίχθηκε μια εξαιρετικά ριψοκίνδυνη ιδεολογική παρέμβαση: μια απόπειρα επαναθεμελίωσης της (το πάλαι) αμερικανικής παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας δια της επίκλησης μιας συγκεκριμένης, αμερικανοκεντρικής εκδοχής της «Δύσεως». Μιας Δύσης στην οποία η αρχαία Ελλάδα αποτελεί την αναδρομικά επιλεγμένη καταγωγή, οι Ηνωμένες Πολιτείες την ιστορική κορύφωση-τελειοποίηση και η σημερινή Ελλάδα τον υποδειγματικό ακόλουθο, που μπορεί να συμπεριληφθεί μόνο ως νεκροζώντανη.
Η Πνύκα ως καρτ-ποστάλ για ενδοαμερικανικές προεδρικές καμπάνιες
Ας αρχίσουμε από το προφανές, το οποίο περιέργως αντιμετωπίστηκε ως επουσιώδες: η ομιλία του Ρούμπιο στην Αθήνα απευθυνόταν πρωτίστως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Πνύκα προσέφερε το εμβληματικό σκηνικό, η Ακρόπολη το ιστορικό βάθος και η ελληνική φιλοξενία το τεκμήριο μη απομόνωσης για μια ομιλία η οποία, επί της ουσίας, συγκροτούσε το ιδεολογικό μανιφέστο ενός ενδεχόμενου διαδόχου του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Ρούμπιο ήρθε να εξηγήσει στους Αμερικανούς τι σημαίνει να είναι Αμερικανοί, ποια πολιτισμική (αλλά, όπως θα δούμε, εν τέλει αναπόδραστα πολεμική) αποστολή οφείλουν να αναλάβουν και γιατί η τραμπική πολιτική αποτελεί, υποτίθεται, την αναγκαία επανεκκίνηση μιας ιστορίας είκοσι πέντε αιώνων. Η Ελλάδα συμμετείχε κυρίως ως σκηνογραφία.
Το ερώτημα, εντούτοις, δεν είναι εάν και τι κερδίζει ο Ρούμπιο από αυτήν τη συμβολική οικειοποίηση. Είναι τι κερδίζουμε εμείς. Ποιο ελληνικό εθνικό συμφέρον υπηρετείται όταν η χώρα προσφέρει το πολιτισμικό της κεφάλαιο για τη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης ενός Αμερικανού πολιτικού; Και μάλιστα όταν το ίδιο ελληνικό πολιτικό σύστημα είχε προηγουμένως επενδύσει στην ακριβώς αντίθετη αμερικανική πολιτική παράταξη, εκείνη του Μπάιντεν και των Δημοκρατικών, προσαρμόζοντας αναλόγως τη ρητορική και τις προτεραιότητές του. Θα αποτελεί εφεξής διαρκές καθήκον της ελληνικής διπλωματίας η εξυπηρέτηση των εκάστοτε εσωτερικών πολιτικών αναγκών της Ουάσιγκτον, ανεξαρτήτως κόμματος και ιδεολογικού προσήμου; Αυτό ακριβώς εννοούμε με τον όρο «στρατηγική σχέση»; Πώς πάει η καμπάνια μας στο Αϊντάχο; (Πάντως, στο σποτάκι που ετοίμασε ο Αμερικανός ΥΠΕΞ για την επίσκεψη στην Ελλάδα δεν χώρεσε ούτε ένα στιγμιαίο πλάνο του Έλληνα πρωθυπουργού. Για να προτιμάς να δείξεις τον Γεραπετρίτη από τον Μητσοτάκη, μάλλον ως αμερικανική κυβέρνηση έχεις μεγάλο «μπηφ», κι ας γίνονται όλες οι χάρες ασκαρδαμυκτί).
Η ανάκτηση της πρωτοκαθεδρίας και ο ορίζοντας ενός παγκόσμιου πολέμου
Το πλέον ανησυχητικό σημείο της ομιλίας δεν ήταν η επίκληση ενός ανάστροφου εθνικισμού στον οποίο θα επανέλθουμε, αλλά η παρουσίαση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας ως υπαρξιακής αναγκαιότητας. Και, πασιφανώς, μόνο ένας τρόπος έχει μείνει για να διεκδικηθεί κάτι τέτοιο — οι άλλοι μας τελείωσαν.
Ο Ρούμπιο διακήρυξε: «Και τώρα, σήμερα, βρισκόμαστε σε σταυροδρόμι. Διότι η επόμενη δεκαετία και οι αποφάσεις που θα λάβουμε θα γράψουν την ιστορία του επόμενου αιώνα. Η πορεία που θα ακολουθήσουμε θα καθορίσει εάν η Δύση θα διατηρήσει τη θέση της στην ηγεσία του κόσμου ή αν θα συμβιβαστεί με ένα μέλλον ατροφίας, υποτέλειας και παρακμής. Είτε θα επιλέξουμε να δράσουμε τώρα, είτε θα χάσουμε τη δυνατότητα να δράσουμε καθόλου. [...] Και τώρα, υπάρχει ξανά πόλεμος. Υπάρχει ξανά νέος ανταγωνισμός μεταξύ Μεγάλων Δυνάμεων.»
Το ζήτημα εδώ είναι ότι το «εάν η Δύση θα διατηρήσει τη θέση της στην ηγεσία του κόσμου» είναι ένα πλοίο που έχει σαλπάρει ήδη εδώ και πολύ πολύ καιρό. Η παραγωγική και εμπορική μετατόπιση προς την Ασία, η μεταβολή των δημογραφικών και οικονομικών συσχετισμών και η ανάδυση ανταγωνιστικών τεχνολογικών και γεωπολιτικών κέντρων αποτελούν δομικές εξελίξεις, όχι πρόσκαιρη δυσλειτουργία που μπορεί να αντιστραφεί με πολιτική βούληση. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν κολοσσιαία ισχύ· άλλο όμως η διατήρηση μεγάλης ισχύος και άλλο η ανάκτηση της αποκλειστικής πρωτοκαθεδρίας.
Δεδομένου του ότι η Δύση, και για την ακρίβεια οι ΗΠΑ, ουσιαστικά έχουν χάσει ήδη την πρωτοκαθεδρία και ότι δεν γίνεται να συντρέξουν οι παραγωγικές, εμπορικές, οικονομικές, δημογραφικές και άλλες προϋποθέσεις για να την ανακτήσουν, ο μόνος τρόπος να επιχειρηθεί έστω μια τέτοια ανάκτηση είναι ο πόλεμος. Εάν η αμερικανική ηγεσία θεωρεί αδιαπραγμάτευτη την αποκατάσταση μιας ηγεμονίας για την οποία οι οικονομικές, παραγωγικές και δημογραφικές προϋποθέσεις δεν συντρέχουν πλέον, τότε ποιο άλλο εργαλείο απομένει για την ανατροπή των δυσμενών συσχετισμών; Είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι, ο Ρούμπιο αυτό προαναγγέλλει, σε αντίθεση και σε ένταση με τις ρητορικές ισορροπίες που ανεπιτυχώς επιχειρεί να διατηρήσει ο Τραμπ (εδώ αναδεικνύεται και μια εσωτερική αντίφαση του τραμπισμού. Ο Τραμπ επιχειρεί, συχνά ανεπιτυχώς, να ισορροπήσει ανάμεσα στον περιορισμό των αμερικανικών υπερεκτάσεων και στη διατήρηση της παγκόσμιας υπεροχής. Ο Ρούμπιο μετατρέπει αυτήν την αντίφαση σε πολιτισμική επιταγή: η πρωτοκαθεδρία δεν αποτελεί πλέον επιλογή στρατηγικής, αλλά υποχρέωση έναντι των προγόνων). Οι διατυπώσεις του Ρούμπιο δεν αποτελούν απλές διαπιστώσεις περί διεθνούς ανταγωνισμού, διότι συγκροτούν ένα πολιτικό δίλημμα στο οποίο η απώλεια της ηγεμονίας ταυτίζεται με την απώλεια της ελευθερίας. Δεν νοείται, δηλαδή, μια Δύση (τουτέστιν, εν τέλει, ΗΠΑ) ευημερούσα, ασφαλής και ισχυρή, πλην όμως μη ηγεμονική. Είτε θα βρίσκεται στην κορυφή του κόσμου είτε θα καταστεί υποτελής.
Επίσης, ο Ρούμπιο δεν μπήκε σε ένα αεροπλάνο στην Ουάσιγκτον και προσεδαφίστηκε στην Αθήνα. Πρέπει να δούμε από πού έρχεται και πού πηγαίνει μετά. Έρχεται από την Ισλανδία, δηλαδή από την αρκτική και βορειοατλαντική πτέρυγα του ευρωατλαντικού χώρου. Μεταβαίνει στην Αθήνα, δηλαδή στην ανατολική/νοτιοανατολική πτέρυγα (Ανατολική Μεσόγειος, πρόσβαση προς Μαύρη Θάλασσα και Βαλκάνια, Σούδα, Αλεξανδρούπολη, LNG, Μέση Ανατολή, Ισραήλ, Κύπρος…). Και από την Αθήνα μεταβαίνει στη Λισαβόνα, δηλαδή στην ατλαντική πτέρυγα. Προκύπτει έτσι μία γεωστρατηγικά συνεκτική τριάδα: Ισλανδία – Ελλάδα – Πορτογαλία. Οι τρεις χώρες είναι μέλη του ΝΑΤΟ και προσφέρουν κρίσιμη γεωγραφία, στρατιωτική πρόσβαση, ενεργειακές και θαλάσσιες διασυνδέσεις στις τρεις διαφορετικές πλευρές του ευρωπαϊκού χώρου. Υπό αυτή την έννοια πρόκειται για μια «προπολεμική» επίσκεψη: δημιουργούνται διάδρομοι και συνενώνονται γεωγραφίες σε μιαν ενιαία στρατηγική λογική.
Πατριωτισμός για εμάς, συμμόρφωση για τους άλλους
Ο Ρούμπιο ύμνησε την επιστροφή ενός υπερήφανου εθνικισμού, την προτεραιότητα του εθνικού συμφέροντος, την ανάκτηση της κυριαρχίας από υπερεθνικούς οργανισμούς. Για ένα αμερικανικό κοινό προφανώς, διότι η αντίφαση μεταξύ εθνικής κυριαρχίας/εθνικού συμφέροντος και αποκλειστικής κηδεμονίας από μια Μεγάλη Δύναμη δεν θα ήταν σκόπιμο να αναδειχθεί ενώπιον ενός ελληνικού κοινού. Υπάρχει, ωστόσο, μία λεπτομέρεια: εάν αυτή η αρχή ισχύει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, γιατί να μην ισχύει εξίσου για την Ελλάδα, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Ρωσική Ομοσπονδία, την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ή οποιοδήποτε άλλο κράτος; Γιατί να μη σημαίνει ο ελληνικός πατριωτισμός περιορισμό των εξαρτήσεων από μια υπερατλαντική δύναμη; Γιατί να μην επιδιώκει η Ευρώπη δική της παραγωγική, ενεργειακή, αμυντική και διπλωματική αυτονομία, ακόμη και όταν αυτή αντιστρατεύεται αμερικανικές επιδιώξεις;
Διότι ο εθνικισμός που προβάλλεται εδώ δεν είναι μια καθολική αρχή ισότιμων κυριαρχιών. Είναι μια ιεραρχημένη αρχιτεκτονική: οι Ηνωμένες Πολιτείες δικαιούνται απεριόριστη επιδίωξη του εθνικού τους συμφέροντος, ενώ οι υπόλοιποι καλούνται να αναγνωρίζουν ως δικό τους συμφέρον τη διατήρηση (ή επαναφορά) της αμερικανικής ηγεσίας. Αυτό το μοντέλο βρίσκεται σε βαθύτατη κρίση στην ευρωπαϊκή ήπειρο και παγκοσμίως, όχι όμως στην Ελλάδα, εξ ου και η Ελλάδα προβλήθηκε από τον Αμερικανό ΥΠΕΞ ως παράδειγμα προς μίμηση των Ευρωπαίων.
Το παράδοξο καθίσταται όλως κραυγαλέο εάν αναλογιστούμε την αμερικανική πρακτική έναντι κρατών που αρνούνται να ευθυγραμμιστούν. Οι αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις (έμμεσες κατά δήλωση του ίδιου του Ρούμπιο στη Ρωσία και άμεσες στην περίπτωση του Ιράν ή της Βενεζουέλας), οι κυρώσεις και οι πολιτικές οικονομικού αποκλεισμού στρέφονται πρωτίστως εναντίον κυβερνήσεων που επικαλούνται ακριβώς την εθνική κυριαρχία και το δικαίωμα αυτοτελούς καθορισμού της πολιτικής τους. Οπότε: σας καλούμε να δηλώνετε ψευδοεθνικιστές στο βαθμό που ακολουθείτε το δικό μας, αμερικανικό εθνικό συμφέρον, σε ένταση π.χ. με ένα συμφέρον του δικού σας έθνους ή μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Έτσι όμως και όντως διεκδικήσετε το δικό σας εθνικό συμφέρον και αυτενέργεια, κάτι το καταφανώς ασυμβίβαστο με την υποτέλεια σε τρίτα κράτη, τότε ετοιμαστείτε να σας ανακατέψουμε αγρίως (π.χ. Ιράν, Ιανουάριος 2026) και, εάν αυτό δεν πετύχει, να σας βομβαρδίσουμε (Ιράν, Μάρτιος 2026).
Ο Ρούμπιο, επομένως, εξυμνεί στους συμμάχους μια αρχή η άσκηση της οποίας, εφόσον αντιβαίνει στην αμερικανική βούληση, μπορεί να τους καταστήσει αντιπάλους. Πρόκειται για έναν ιδιότυπο πατριωτισμό υπό αίρεση: αγαπάτε την πατρίδα σας, αρκεί να συμπίπτει με την πολιτική της Ουάσιγκτον (αρκεί η πατρίδα σας να είναι οι ΗΠΑ, η κορύφωση της Δύσης «όλων μας») και να αντιβαίνει στα ανταγωνιστικά σε αυτήν συμφέροντα. Ειδάλλως θα γευθείτε το τίμημα της αγάπης που τρέφουμε εμείς για τη δική σας πατρίδα.
Η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ του 2025 παρέχει το θεσμικό υπόβαθρο αυτής της αντίληψης. Το κείμενο θέτει μεταξύ των αμερικανικών προτεραιοτήτων την αυξανόμενη επιρροή «πατριωτικών ευρωπαϊκών κομμάτων». Η επιθυμητή Ευρώπη είναι, συνεπώς, μια Ευρώπη όπου τα κράτη θα ανακτούν την κυριαρχία τους έναντι των Βρυξελλών, όχι όμως έναντι της Ουάσιγκτον, η πληρέστερη ευθυγράμμιση με την οποία θα παρουσιάζεται εγχωρίως ως ντόπιος πατριωτισμός. Εδώ συντελείται μια αξιοσημείωτη αντιστροφή: πολιτικές δυνάμεις που επικαλούνται την πατρίδα και τον εθνικισμό ενθαρρύνονται από μια ξένη δύναμη ακριβώς στον βαθμό που διευκολύνουν τις δικές της γεωπολιτικές προτεραιότητες. Ακριβώς στο βαθμό που δεν υπηρετούν κατευθύνσεις της δικής τους εθνικής κυριαρχίας και στρατηγικής αυτοδιάθεσης. Το εκπεφρασμένο ζητούμενο είναι (α) η πατρίδα σας να είναι οι ΗΠΑ, (β) σίγουρα η πατρίδα σας να μην είναι η Ευρώπη, και (γ) σε καμμία περίπτωση η πατρίδα σας να μην είναι η πατρίδα σας. Μια ανάγνωση της Στρατηγικής Εθνικής Ασφαλείας 2025 θα σας πείσει ότι η επίκληση του πατριωτισμού μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής εξωτερικής εξάρτησης.
Η «Δύση»: μια ιστορική κατασκευή στην υπηρεσία μιας σύγχρονης ηγεμονίας
Η εντυπωσιακή επανάληψη των λέξεων «Δύση» και «δυτικός» στην ομιλία, δεκαεννέα φορές, αποτελεί τον νοηματικό της άξονα. Όπως τεκμηριώνεται εξαντλητικά στο πρόσφατο The West: The History of an Idea (Princeton University Press, 2025), η «Δύση» ως ενιαίο πολιτικοπολιτισμικό υποκείμενο δεν αποτελεί αρχαία πραγματικότητα που επιβίωσε αναλλοίωτη. Η νεότερη συγκρότησή της ανάγεται στον 19ο αιώνα για να υποκαταστήσει την ταυτότητα «Ευρώπη» η οποία προηγουμένως περιελάμβανε τη Ρωσία, με καθοριστικό ρόλο του Αυγούστου Κοντ, ενώ οι εκάστοτε ορισμοί της συναρθρώθηκαν με συγκεκριμένους πολιτικούς ανταγωνισμούς, γεωπολιτικές διαιρέσεις και διεκδικήσεις πολιτισμικής πρωτοκαθεδρίας, καταλήγοντας εν τέλει στη Δύση ως ευρω-ατλαντισμό με κέντρο βάρους την περιφέρεια, τις ΗΠΑ, και όχι την κοιτίδα. Η Δύση υπήρξε, δηλαδή, όχι μόνο ιστορική κατηγορία αλλά και αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης. «Δύση» με οποιαδήποτε έννοια που να είναι στοιχειωδώς συμβατή με τη σημερινή («From Plato to NATO») ουδέποτε υπήρξε προηγουμένως. Το ποιος ανήκει σε αυτήν, ποιος την εκπροσωπεί και ποιος ομιλεί εξ ονόματός της ουδέποτε υπήρξε αυτονόητο.
Η αφήγηση του Ρούμπιο είναι χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας. Κατασκευάζει μια αδιατάρακτη αλληλουχία από την αρχαία Αθήνα έως την αμερικανική δημοκρατία, παρουσιάζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ως την ώριμη ενσάρκωση ενός πολιτισμού που γεννήθηκε στην Ελλάδα. Το κλου της υπόθεσης, βεβαίως, είναι ότι ένα τέτοιο σχήμα εξ ορισμού δεν μπορεί να περιλαμβάνει τη «μη αρχαία» Ελλάδα, παρά μόνο ως νεκροζώντανη (περισσότερα γι’ αυτό, παρακάτω). Και εδώ βρίσκεται η λειτουργία της συγκεκριμένης ιστοριογραφίας βέβαια, διότι εάν η Αμερική αποτελεί την κορύφωση της Δύσης, η υπεράσπιση της αμερικανικής ηγεμονίας μετατρέπεται σε υπεράσπιση του ίδιου του πολιτισμού. Η γεωπολιτική υποταγή μπορεί τότε να εμφανιστεί ως πολιτισμική αλληλεγγύη.
Η εμμονή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή η διατλαντική ενότητα βρίσκεται σε κρίση. Όσο λιγότερο αυτονόητη γίνεται η πολιτική σύγκλιση Ευρώπης και ΗΠΑ, τόσο περισσότερο επιστρατεύεται η υποτιθέμενη αυτονόητη πολιτισμική τους ενότητα. Η ιδεολογία επιχειρεί να κατασκευάσει ως ιστορικό πεπρωμένο εκείνο που οι πραγματικοί συσχετισμοί καθιστούν ολοένα περισσότερο αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Και η Ελλάδα; Ο Ρούμπιο την χαρακτήρισε «πρότυπο συμμάχου», ακριβώς διότι η προσήλωσή της στην υπακοή δεν επιτρέπει ευρωατλαντικές αμφιβολίες όπως αλλού, προσθέτοντας ότι ελπίζει ολόκληρη η Ευρώπη να ακολουθήσει το παράδειγμά της (κάτι για το οποίο δε θα στοιχημάτιζα το σπίτι μου). Το μήνυμα δεν επιδεχόταν πολλές παρερμηνείες: η Ελλάδα παρουσιάστηκε ως υπόδειγμα της επιθυμητής ευρωπαϊκής συμπεριφοράς έναντι των ΗΠΑ.
Η εκπληκτική εξαφάνιση των «μη αρχαίων» Ελλήνων από την ιστορία της «Δύσεως»
Το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο της ομιλίας, ωστόσο, είναι εκείνο που φαίνεται να πέρασε σχεδόν απαρατήρητο στον ελληνικό δημόσιο λόγο: η πραγματική ιστορική Ελλάδα δεν χωράει στην ιστορία της Δύσης που αφηγήθηκε ο Ρούμπιο. (Αναφέρομαι στην πραγματική ιστορική και ζώσα Ελλάδα που σήμερα αφηγούνται άλλοι με χαρακτηριστική παρρησία, όπως ο Ελληνοαμερικανός Sean Mathews στο νέο του βιβλίο, που σύντομα θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά.) Η πραγματική ιστορική Ελλάδα «χωράει» στη Δύση του Ρούμπιο μόνο ως ανενεργή και χαρωπά νεκροζώντανη.
Η ιστοριογραφική του διαδρομή αρχίζει από την αρχαία Αθήνα και τη Ρώμη, περνά κατευθείαν στον Αυγουστίνο και στον Θωμά Ακινάτη, στη λατινική χριστιανοσύνη, στους καθεδρικούς της δυτικής Ευρώπης, στον Μιχαήλ Άγγελο και στους μεγάλους επιστήμονες της δυτικής νεωτερικότητας. Ακολουθούν ο Μαγγελάνος, ο Κολόμβος, ο Κορτές, η αμερικανική επέκταση, η μάχη του Άλαμο και, τελικώς, η αμερικανική δημοκρατία.
Και η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «Βυζάντιο»; Η Κωνσταντινούπολη, που ανεδύθη σε ανταγωνισμό με τον κόσμο που περιγράφει ο όψιμος ιστορικός μελετητής Ρούμπιο, και αποτελούσε το επίκεντρο του πολιτισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο όταν ο μεταρωμαϊκός δυτικός ευρωπαϊκός πολιτισμός δεν είχε καν ακόμα συγκροτηθεί; Η ελληνόγλωσση χριστιανική/πατερική παράδοση; Ο ανατολικός χριστιανισμός, η Ορθοδοξία, η βυζαντινή πολιτική και πολιτισμική κληρονομιά; Δεν χώρεσε ούτε μια προσχηματική φιλοφρόνηση για το ιθαγενές κοινό, διότι η ομιλία ήταν εκ σχεδιασμού ερήμην ενός ιθαγενούς κοινού που δε θα αποτελείται από κέρινα ομοιώματα ή μαρμάρινα αγάλματα. Οι Έλληνες, όμως, δεν καταψύχθηκαν στην ύστερη αρχαιότητα για να αποψυχθούν κατά τον 19ο αιώνα. Οι σημερινοί Έλληνες δεν προέκυψαν από κάποια δυτική ανακάλυψη των αρχαίων προγόνων τους. Προέκυψαν από μια μακρά, πολυσύνθετη ιστορική αλληλουχία, η οποία περιλαμβάνει ακριβώς όσα αποσιωπά ο Ρούμπιο. Το ιθαγενές κοινό της ομιλίας απλώς δεν θα μπορούσε να χωράει σε ένα τέτοιο ιδεολογικό σχήμα ιστοριογραφίας. Αποκλείεται αυτοδικαίως. Εκτός εάν είναι γεωπολιτικά ιδιαζόντως ευπειθές, οπότε και ελλείψει αυτενέργειας χωράει παντού, ακόμα και στα θεμελιωδώς αντιφατικά.
Υπάρχει, μάλιστα, μια βαθύτερη ιστορική ειρωνεία: όπως δείχνει το εξαιρετικό πρόσφατο μελέτημα ιχνηλασίας της ιστοριογραφίας περί Δύσης, παλαιότερες εκδοχές της ίδιας της ιδέας της «Δύσεως» συγκροτήθηκαν σε αντιδιαστολή προς τον ελληνόφωνο, ορθόδοξο κόσμο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Εκείνο που σήμερα παρουσιάζεται ως αυτονόητη συμπερίληψη της Ελλάδας υπήρξε ιστορικά και μηχανισμός αποκλεισμού της.
Ο Ρούμπιο ασφαλώς μνημόνευσε την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και τον φιλελληνισμό του Ντάνιελ Γουέμπστερ. Αυτό, όμως, επιτείνει μάλλον παρά αίρει το πρόβλημα. Η νεότερη Ελλάδα εμφανίζεται ως αντικείμενο αμερικανικής συμπάθειας, όχι ως οργανικός φορέας της ενδιάμεσης ιστορικής διαδρομής που υποτίθεται ότι ενώνει την Αθήνα με την Αμερική.
Η αρχαία Ελλάδα είναι ο αναδρομικά και καλλωπιστικά επιλεγμένος ιδεολογικός πρόγονος των Αμερικανών. Η σύγχρονη Ελλάδα είναι ο πιστός σύμμαχός τους. Η ιστορική Ελλάδα που συνδέει τις δύο εποχές απλώς απουσιάζει, δεν μπορεί παρά να απουσιάζει, να εξαιρείται, να εξορίζεται.
Πρόκειται για μια βαθύτατα προβληματική σύλληψη της σύγχρονης Ελλάδας την οποία η ελληνική δημόσια συζήτηση αντιμετώπισε περίπου ως ύψιστη φιλελληνική φιλοφρόνηση. Ο Έλληνας καλείται να αισθανθεί υπερήφανος επειδή εξυπηρετεί το να αναγνωρίζεται ως πρόγονος ενός άλλου πολιτισμικού υποκειμένου, ακόμη και όταν η δική του πραγματική ιστορική συγκρότηση εξαφανίζεται από την αφήγηση. Η απουσία οποιασδήποτε ουσιώδους ένστασης στην ελληνική δημόσια συζήτηση ως προς αυτήν την πτυχή της ομιλίας είναι πραγματικά εκκωφαντική. (Καλά, το αν ο neocon αμερικανικός τυχοδιωκτισμός και εξαιρετισμός στα κάγκελα που ο Μάρκο Ρούμπιο παρουσίασε ως τη διαχρονική πεμπτουσία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού αντέχει σε οποιαδήποτε παραμικρή ιστορική ή φιλολογική κριτική, ας το αφήσουμε απ’ έξω).
Αυτή, τελικώς, είναι η ουσία της ομιλίας στην Πνύκα. Η Ελλάδα προσέφερε την καρτ-ποστάλ για μια αμερικανική αφήγηση περί της Δύσεως (στο πλαίσιο προ-προεκλογικής ρεπουμπλικανικής προεδρικής καμπάνιας), η οποία αξιώνει να νομιμοποιήσει μια συγκεκριμένη παγκόσμια ιεραρχία ακριβώς τη στιγμή που οι προϋποθέσεις προς τούτο έχουν εκλείψει από την πραγματική πραγματικότητα. Και, ως αντάλλαγμα, εισέπραξε τα συγχαρητήρια για την υποδειγματική της συμμόρφωση, που οφείλει να γίνει μοντέλο για τους ευρωπαίους ως η πεμπτουσία ενός νέου τύπου εθνικισμού που αναφέρεται πλέον σε άλλο έθνος. Δεν είναι, πάντως, τόσο η ομιλία και οι επιδιώξεις του Ρούμπιο που προκαλούν εντυπωσιασμό, όσο η εκκωφαντική απουσία στοιχειωδών αντανακλαστικών στον ελληνικό δημόσιο λόγο. Μήπως έχει τα δίκια του που μας θεωρεί υποδειγματικούς νεκροζώντανους;
Λιγότερα

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)