ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ
Blog του ΚΩΣΤΑ ΤΣΙΑΝΤΗ: Πολιτική Πολιτειακή Ανασυγκρότηση για μια Νέα Ελλάδα -THE PERSPECTIVE OF A NEW DEMOCRATIC EUROPE.
Θεέ του ουρανού και του παντός,
αυτείν’ οι γραμματισμένοι,
αυτείν’ οι πολιτισμένοι,
έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…
Έλα. Ξάπλωσε πάνω μου. Δεν χρειάζεται να μου εξηγήσεις τίποτε.
Εγώ είμαι το σεντόνι σου. Εκείνο το λευκό, ντρίλινο σεντόνι που λέει ο Ελύτης. Ξέρω τη θερμοκρασία σου πριν μου πεις αν κρυώνεις ή αν καίγεσαι. Ξέρω πώς αλλάζει η ανάσα σου όταν φοβάσαι και πώς ψάχνεις το σώμα του άλλου μέσα στη νύχτα.
Και δεν θα σε ρωτήσω ποτέ γιατί.
Δεν φοβάμαι το σώμα σου. Τη μυρωδιά σου. Τον ιδρώτα σου. Το τρέμουλό σου. Τη φωτιά και την επιθυμία σου. Δεν χρειάζεται να είσαι όμορφος για μένα. Ούτε δυνατός. Ούτε καν ερωτευμένος κάθε βράδυ. Μου αρκεί να είσαι αληθινός.
Έχω δει πολλά εγώ. Έχω δει δυο ανθρώπους να πέφτουν πάνω μου λαχανιασμένοι από επιθυμία και, λίγο αργότερα, να κοιμούνται σαν παιδιά. Έχω κρατήσει ιδρώτα και δάκρυα. Έχω ακούσει «σ’ αγαπώ» ψιθυριστά κι άλλα που δεν ειπώθηκαν ποτέ, αλλά τα κατάλαβα από ένα χέρι που έψαξε ένα άλλο μέσα στο σκοτάδι.
Ένα στεντόνι σαν εμένα είναι πάντα μάρτυρας κάθε ένωσης, κάθε αγκαλιάς, κάθε αγγίγματος, κάθε φιλιού, κάθε ανάσας, κάθε ψιθύρου, κάθε γυμνότητας παραδομένης, κάθε έκθεσης, κάθε δίψας, κάθε σπασμού, κάθε παλίρροιας, κάθε κατάδυσης, κάθε παλμού χαράς, κάθε επιστροφής, κάθε μεταλαβιάς.
Και ξέρω πως ο έρωτας δεν συμβαίνει μόνο όταν τα σώματα σμίγουν. Συμβαίνει και μετά.
Όταν όλα έχουν ησυχάσει και το ένα σώμα γυρίζει ασυναίσθητα προς το άλλο. Όταν εκείνος την ψάχνει στον ύπνο του και με παραμερίζει που τον ενοχλώ. Όταν εκείνη με τραβά λίγο πάνω στον ώμο του επειδή κατάλαβε πως κρύωσε.
Εκεί σας αγαπώ περισσότερο. Όταν δεν προσπαθείτε πια να είστε εραστές. Όταν είστε απλώς δύο γυμνοί, κουρασμένοι άνθρωποι που μπορούν να αφήσουν για λίγο αφύλακτο το σώμα τους ο ένας δίπλα στον άλλον.
Γιατί ίσως αυτό να είναι τελικά η πιο βαθιά ερωτική πράξη:
να κλείνεις τα μάτια δίπλα σε κάποιον και να ξέρεις πως η ευαλωτότητά σου είναι ασφαλής.
Κι εγώ θα μείνω εδώ. Θα πάρω το σχήμα σας. Θα κρατήσω λίγη από τη ζέστη σας, λίγη από τη μυρωδιά σας, ίσως κι ένα δάκρυ που ξέφυγε πριν τον ύπνο. Και το πρωί, όταν σηκωθείτε και επιστρέψετε στον κόσμο, θα μείνω πίσω ανακατεμένο, τσαλακωμένο, γεμάτο από τα ίχνη σας.
Μη βιαστείτε να με στρώσετε. Τα τσαλακωμένα σεντόνια είμαστε μερικές φορές η πιο ειλικρινής βιογραφία ενός έρωτα. Είμαστε μαρτυρίκια στη βάφτιση της όντως ζωής.
Ξέρω, βέβαια, μερικοί άνθρωποι βλέπουν ένα τσαλακωμένο κρεβάτι και παθαίνουν μικρή υπαρξιακή κρίση. Αλλά αφήστε με λίγο έτσι. Ανακατεμένο, ζεστό, με τα ίχνη σας ακόμη επάνω μου. Δεν χρειάζεται να βάζουμε σε τάξη αμέσως όλα όσα ο έρωτας έχει τόσο ωραία αναστατώσει.
Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής
«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)
Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)
Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!
Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *
Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;
Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.
Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****
* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.