Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Τζον Φορμπς Νας. Η σύνδεση με τον Κωνσταντίνο Δασκαλάκη

 


Stergios Koytroyvis

 
Ακολουθήστε

🖋
Τζον Φορμπς Νας
(13 Ιουνίου 1928 – 23 Μαΐου 2015)
Ο «υπέροχος άνθρωπος» και ο ελληνικός επίλογος στον γρίφο του.
📚
«Αυτός ο άνθρωπος είναι μεγαλοφυΐα».
Η συστατική επιστολή που συνόδευε τον 20χρονο Τζον Νας στο Πρίνστον το 1948 περιείχε μία μόνο πρόταση:«Αυτός ο άνθρωπος είναι μεγαλοφυΐα».
Ο Νας υπήρξε ένας από τους επιδραστικότερους μαθηματικούς του 20ού αιώνα. Σε ηλικία μόλις 21 ετών, με μια διδακτορική διατριβή 27 σελίδων, εισήγαγε την έννοια της «Ισορροπίας Νας» (Nash Equilibrium). Η συνεισφορά αυτή μετασχημάτισε ριζικά τη Θεωρία Παιγνίων, αποδεικνύοντας ότι σε κάθε στρατηγική αλληλεπίδραση (από την οικονομία και τις δημοπρασίες μέχρι τη διπλωματία) υπάρχει πάντα ένα σημείο ισορροπίας όπου κανένας παίκτης δεν έχει κίνητρο να αλλάξει τη στρατηγική του μονομερώς. Η ανακάλυψη αυτή του χάρισε το Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών το 1994.
📚
Η σύνδεση με τον Κωνσταντίνο Δασκαλάκη
Για περισσότερα από 50 χρόνια, η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα θεωρούσε την «Ισορροπία Νας» ως το απόλυτο εργαλείο πρόβλεψης της ανθρώπινης και οικονομικής συμπεριφοράς. Ωστόσο, υπήρχε ένας αναπάντητος «γρίφος»: Μπορεί αυτή η ισορροπία να υπολογιστεί στην πράξη σε εύλογο χρόνο, όταν τα συστήματα και οι παίκτες γίνονται πολύπλοκοι;
Την απάντηση έδωσε το 2006 ο Έλληνας επιστήμονας Κωνσταντίνος Δασκαλάκης (μαζί με τους Paul Goldberg και Χρήστο Παπαδημητρίου) μέσω της μνημειώδους διδακτορικής του διατριβής στο Berkeley. Ο Δασκαλάκης απέδειξε μαθηματικά ότι για πολύπλοκα παίγνια, ο υπολογισμός της Ισορροπίας Νας είναι υπολογιστικά ανέφικτος (PPAD-complete). Με απλά λόγια, έδειξε ότι ακόμα και αν όλοι οι υπολογιστές του πλανήτη δούλευαν μαζί από την αρχή του σύμπαντος, δεν θα μπορούσαν να βρουν αυτή την ισορροπία. Η ανακάλυψη αυτή του Δασκαλάκη συγκλόνισε την οικονομική επιστήμη, καθώς απέδειξε ότι οι άνθρωποι, έχοντας περιορισμένη υπολογιστική ισχύ, είναι αδύνατον να φτάσουν πάντα σε αυτή την ισορροπία στην πραγματική αγορά.
📚
Το τέλος
Η ακαδημαϊκή πορεία του Νας ανακόπηκε βίαια στα 30 του από τη σχιζοφρένεια, από την οποία αναδύθηκε δεκαετίες μετά μέσω μιας συγκλονιστικής, ορθολογικής διαχείρισης των συμπτωμάτων του. Το 2015 τιμήθηκε και με το Βραβείο Abel για το έργο του στις Μερικές Διαφορικές Εξισώσεις, λίγες μέρες πριν χάσει τη ζωή του μαζί με τη σύζυγό του, Αλίσια, σε τροχαίο δυστύχημα.
📚
Από τη θεωρητική θεμελίωση του Τζον Νας το 1950, μέχρι την υπολογιστική της οριοθέτηση από τον Κωνσταντίνο Δασκαλάκη, η ιστορία της Θεωρίας Παιγνίων παραμένει ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια της ανθρώπινης διάνοιας.
🖋
Λιγότερα

Ο ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΜΑΣ ΚΑΤΑΠΙΕ ΓΑΛΑΞΙΑ ΠΡΙΝ 10 ΔΙΣ ΧΡΟΝΙΑ.


ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΚΑΤΑΠΙΕ ΓΑΛΑΞΙΑ 
Μια ομάδα αστρονόμων εντόπισε μια ασυνήθιστη συλλογή άστρων που ενδέχεται να αποτελεί τα απομεινάρια ενός μικρού γαλαξία, τον οποίο ο Γαλαξίας μας «κατάπιε» πριν από περίπου 10 δισεκατομμύρια χρόνια.

Σταύρος Γιαγκάζογλου

 



Σταύρος Γιαγκάζογλου

 
Ακολουθήστε

Μια Κυριακή στη Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του 2000, μετά τη Λειτουργία στη Μονή Βλατάδων, καθίσαμε για ένα καφέ με τον αείμνηστο Χρήστο Γιανναρά στο όμορφο Σέιχ Σου, δηλαδή στα Χίλια Δένδρα. Εκεί ο Χρήστος Γιανναράς έκανε λόγο στη συντροφιά μας για το πρόσφατο βιβλίο του Γ.-Α. Μέσκου, «Ο πλανήτης της θεολογίας» (2002), στο οποίο ο συγγραφέας του με βάση τα επιστημονικά πορίσματα υποστήριζε ότι ο θάνατος υπήρξε εξαρχής μια πραγματικότητα για όλα τα όντα και βεβαίως και για τον άνθρωπο. Πώς, λοιπόν, οι θεολόγοι με βάση την Αγία Γραφή υποστηρίζουμε ότι ο θάνατος εισήλθε στην κτίση μέσω της πτώσης των πρωτοπλάστων και του προπατορικού αμαρτήματος; Ο Χρήστος Γιανναράς στη συζήτηση που ακολούθησε, επέμεινε ότι το ζήτημα αυτό επείγει να απαντηθεί με μια επικαιροποιημένη θεολογική θεώρηση.
Μολονότι και παλαιότερα στο βιβλίο του «Αλφαβητάρι της πίστης» (1983) ο Χρήστος Γιανναράς παρουσίασε έξοχα το θεολογικό νόημα και τις υπαρκτικές συνέπειες της πτώσης και του κακού μέσα από τη θεολογική ερμηνεία της βιβλικής και πατερικής παράδοσης, το εν λόγω βιβλίο του Γ.-Α.Μέσκου στάθηκε αφορμή να ξαναδεί κριτικά και αναστοχαστικά το ζήτημα της πτώσης και του κακού με μια νέα ερμηνευτική θεώρηση. Έτσι προέκυψε μια ενδιαφέρουσα τετραλογία με τα ακόλουθα έργα του Χρήστου Γιανναρά: «Το αίνιγμα του κακού» (2008), «Ενθάδε και επέκεινα» (2016), «Πτώση, Κρίση, Κόλαση» (2017), «Γρίφος θάνατος» (2021). Στα θεολογικά αυτά δοκίμια ο Χρήστος Γιανναράς εκφράζει μια ρωμαλέα και τολμηρή πρόταση που διέπεται από πρωτοτυπία, κριτική θεώρηση και αναστοχασμό για ένα καίριο ζήτημα που συχνά παρουσιάζεται με τον πλέον κοινότυπο τρόπο. Και πράγματι ο Χρήστος Γιανναράς με μια έντιμη, απροκατάληπτη, και πολύχρονη ενασχόληση με τη σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία που αφορά τις επιστήμες της βιολογίας, της ανθρωπολογίας και της κοσμολογίας, αναφέρεται στα κενά και στα προβληματικά σημεία της χριστιανικής αφήγησης για την πτώση και το κακό. Συνάμα, ο Χρήστος Γιανναράς στο πλαίσιο κριτικής της νεωτερικότητας και υπό το φως της ανάδυσης νέων δυνατοτήτων για τη συγκρότηση μιας μετα-νεωτερικής μετα-φυσικής (Μετα-νεωτερική Μετα-Φυσική, 1993), είχε ήδη ασκήσει έντονη φιλοσοφική κριτική σε ορισμένες όψεις και πτυχές της εξελικτικής θεωρίας, η οποία ερμηνεύει την εξέλιξη των έμβιων όντων μέσα από αυστηρά ενδοκοσμικές και ιδεολογικές συνθήκες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από πλήρη τυχαιότητα. Ωστόσο, ο Χρήστος Γιανναράς αποδεχόταν ότι στον πλανήτη μας και πουθενά αλλού στο σύμπαν δεν υπήρξε κάποια ιδεατή προπτωτική κατάσταση, δίχως εντροπία, φθορά και θάνατο. Όλα τα ζωικά είδη επί εκκατομύρια έτη αποτελούσαν τους κρίκους μιας απέραντης τροφικής αλυσίδας, άρα ο θάνατος συνοδεύει εξαρχής τη ζωή των έμβιων και άβιων όντων. Ο άνθρωπος δεν προέκυψε με παρθενογένεση, αλλά στο πλαίσιο της εξελικτικής διαδικασίας που τεκμαίρεται από τα απολιθώματα αλλά και τη σύγχρονη μοριακή βιολογία. Όλα αυτά χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη κατά τη σύγχρονη επικαιροποιημένη θεολογική ερμηνεία της πτώσης και του αινίγματος του κακού.
Ο Χρήστος Γιανναράς επιχείρησε μία επικαιροποιημένη θεολογική ερμηνευτική πέρα από τη διαρχική προέλευση του κακού, αλλά και πέρα από τη δικανική αντίληψη της ενοχής και της αμαρτίας που ταλάνισε και ταλανίζει τη θρησκειοποιημένη εκδοχή του Χριστιανισμού. Από τις δύο εκδοχές για την προσέγγιση της πτώσεως και του προβλήματος του κακού, την ιστορική και την εικονολογική-αλληγορική ο Χρήστος Γιανναράς ανέδειξε τη σημασία της «θεολογικής αλήθειας», διακρίνοντάς την από τον «αφηγηματικό φλοιό» της βιβλικής αφήγησης. Για τον Χρήστο Γιανναρά προέχουν ασφαλώς οι «οντολογικές προκείμενες» της εικονολογικής-αλληγορικής και ποιητικής βιβλικής αφήγησης στη θεολογική σκέψη και ερμηνεία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, καθώς και η επικαιροποίησή τους στον σύγχρονο κόσμο και πολιτισμό.
Τα παραπάνω στάθηκαν αφορμή για τη συγγραφή της διδακτορικής διατριβής του Βασίλειου Γούλα με θέμα «Περί πτώσεως του ανθρώπου και αινίγματος του κακού. Ιχνηλατήσεις της ερμηνευτικής θεολογικής πρότασης του Χρήστου Γιανναρά», εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2026. Ο Βασίλειος Γούλας στη διατριβή του επιδεικνύει μία σεβαστική στάση έναντι του Χρήστου Γιανναρά, θεωρώντας τη θεολογία ως μαθητεία και προχώρημα, ακολουθώντας επ’ αυτού τη γόνιμη κριτική θεώρηση του καθηγητή του Χαράλαμπου Βέντη. Ωστόσο, προβαίνει και σε μία εξίσου σεβαστική αποτίμηση που αφορά την όλη ερμηνευτική συμβολή του Χρήστου Γιανναρά, συνθέτοντας την ιστορική διάσταση με την αλληγορική ερμηνεία, αξιοποιώντας κυρίως την εσχατολογική θεώρηση του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα.
Η παρουσίαση αυτής της διατριβής στην κατάμεστη αίθουσα του Δημαρχείου Αγρινίου το Σάββατο 23 Μαΐου στο Αγρίνιο, στάθηκε αφορμή να γνωρίσουμε τον Βασίλη Γούλα εκ του σύνεγγυς όχι μόνο ως θεολόγο αλλά κυρίως ως έναν δοτικό άνθρωπο που η ζωή του είναι διαρκής και θυσιαστικός αγώνας να σαρκώνει το ήθος της έμπρακτης αγάπης, της αλληλεγγύης και της κοινωνίας. Οι συνάδελφοί του στην εκπαίδευση, η τοπική Εκκλησία και η κοινωνία του Αγρινίου έδειξαν ότι τον περιβάλλουν με την ίδια αγάπη και αναγνώριση.
Λιγότερα

παιχνιδι?

παιχνιδι? 

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Σ. ΣΤΑΜΑΤΗ Ο ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΘΥΜΑΡΙΔΑΣ Ο ΠΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΥΜΑΡΙΔΕΙΟΝ ΕΠΑΝΘΗΜΑ ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΘΗΝΑ 1963

https://www.facebook.com/photo?fbid=4267067790176849&set=a.1422000104683646 





Αντώνης Ανδρουλιδάκης Τις νύχτες γύρναγε πλευρό και πλάκωνε τα όνειρά της.

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

Τις νύχτες γύρναγε πλευρό και πλάκωνε τα όνειρά της.
Να σκάσουνε.
Να πλαντάξουνε.
Να μην τα δει η μέρα και της γυρεύει μετά κι εκείνη τα ρέστα.
Άνθρωποι που κουράστηκαν τόσο πολύ να ελπίζουν ώστε άρχισαν σιγά σιγά να στραγγαλίζουν μόνοι τους την επιθυμία τους πριν προλάβει η ζωή να τους τη διαψεύσει.
Μην τύχει λέει και απογοητευτούν ξανά.
Σαν να αυτοκτονείς μην τυχόν και πεθάνεις.
Έθαψαν τον έρωτα πριν ανθίσει.
Τη χαρά πριν φανεί.
Το όνειρο πριν εκτεθεί στο φως.
Κι έτσι έμαθαν να ζουν «λογικά».
Να μην περιμένουν πολλά.
Να μη διψούν πολύ.
Να μην αγαπούν επικίνδυνα.
Μόνο που τα όνειρα δεν πεθαίνουν ήσυχα.
Μένουν μέσα στο σώμα σαν ανεκπλήρωτη αναπνοή.
Σαν ένας κόμπος στον λαιμό κάθε φορά που βλέπεις κάποιον να ζει με περισσότερο θάρρος απ’ όσο τόλμησες εσύ.
Και τότε έρχεται κάποτε η ζωή -ή η μοναξιά- και σου ζητά τα ρέστα.
Για όλα εκείνα που δεν τόλμησες.
Για όλα εκείνα που δεν άγγιξες.
Για τις λέξεις που κατάπιες.
Για τους ανθρώπους που αγάπησες μισά επειδή φοβήθηκες να καείς ολόκληρος.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο βαρύ τίμημα:
όχι οι αποτυχίες μας,
αλλά τα όνειρα που πνίξαμε μόνοι μας μέσα στη νύχτα για να μην τα πληγώσει, λέει, η μέρα.
Λιγότερα

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Scientists just found a supercharged supernova


Scientists just found a supercharged supernova — powered up by a magnetic star corpse
 

The Formative Years of Relativity: The History and Meaning of Einstein's Princeton Lectures ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ Gutfreund Hanoch



 First published in 1922 and based on lectures delivered in May 1921, Albert Einstein’s The Meaning of Relativity offered an overview and explanation of the then new and controversial theory of relativity. The work would go on to become a monumental classic, printed in numerous editions and translations worldwide. Now, The Formative Years of Relativity introduces Einstein’s masterpiece to new audiences. This beautiful volume contains Einstein’s insightful text, accompanied by important historical materials and commentary looking at the origins and development of general relativity. Hanoch Gutfreund and Jurgen Renn provide fresh, original perspectives, placing Einstein’s achievements into a broader context for all readers.

In this book, Gutfreund and Renn tell the rich story behind the early reception, spread, and consequences of Einstein’s ideas during the formative years of general relativity in the late 1910s and 1920s. They show that relativity’s meaning changed radically throughout the nascent years of its development, and they describe in detail the transformation of Einstein’s work from the esoteric pursuit of one individual communicating with a handful of colleagues into the preoccupation of a growing community of physicists, astronomers, mathematicians, and philosophers.

This handsome edition quotes extensively from Einstein’s correspondence and reproduces historical documents such as newspaper articles and letters. Inserts are featured in the main text giving concise explanations of basic concepts, and short biographical notes and photographs of some of Einstein’s contemporaries are included. The first-ever English translations of two of Einstein’s popular Princeton lectures are featured at the book’s end.

Αντώνης Ανδρουλιδάκης- Ο ανέγγιχτος έρωτας

 


Ο ανέγγιχτος έρωτας είναι ίσως ο πιο μετέωρος από όλους.

Γιατί δεν εκτονώνεται ποτέ πραγματικά μέσα στο σώμα. Μένει εκεί, μισάνοιχτος, σαν πυρετός που δεν πέφτει. Ένα Εγώ που ουρλιάζει σιωπηλά τη δικαίωση του.
Είναι το σώμα που διψά αλλά καλείται να σεβαστεί το ανεπίτρεπτο. Τα χέρια που γνωρίζουν πως δεν πρέπει να αγγίξουν. Το βλέμμα που μένει λίγο παραπάνω απ’ όσο επιτρέπεται. Η σιωπή δύο ανθρώπων που αισθάνονται τα πάντα χωρίς να μπορούν να τα ζήσουν ολοκληρωμένα, σχεδόν καταδικασμένοι σε μια "ατέλεστη τελειότητα".
Και τότε το σώμα μαθαίνει μια άλλη μορφή επιθυμίας: όχι εκείνη της κατάκτησης αλλά της συγκράτησης. Της τρυφερής αυτοσυγκράτησης απέναντι σε κάτι που θα μπορούσε να γίνει καταστροφή.
Ίσως γι’ αυτό ο ανέγγιχτος έρωτας συγκινεί τόσο βαθιά. Γιατί δεν θρηνεί αυτό που χάθηκε αλλά αυτό που δεν επιτράπηκε ποτέ να υπάρξει ως απόλυτα ολόκληρο-όπως ίσως και η ίδια η ζωή μας.
Κι όμως μέσα σ’ αυτή τη στέρηση κρύβεται συχνά μια παράξενη μορφή αγάπης. Το να ποθείς κάποιον τόσο πολύ και παρ’ όλα αυτά να προστατεύεις τη ζωή του, τα όριά του, τις συνέπειες, τη σιωπή του.
Σαν το σώμα να ψιθυρίζει: «Θα μπορούσα να σε καταστρέψω από επιθυμία. Μα επιλέγω να σε αγαπήσω με τρόπους που δεν σε πληγώνουν.» Και ίσως σε μια εποχή κατανάλωσης του Άλλου, αυτό να αποτελεί μια σπάνια αγαπητική αρετή.
Γιατί ζούμε σε έναν κόσμο που εκπαιδεύει συνεχώς τους ανθρώπους να αποκτούν, να χρησιμοποιούν, να καταναλώνουν,
να εξαντλούν, να βαριούνται γρήγορα, να προχωρούν στον επόμενο, αναζητώντας την επόμενη δόση ντοπαμίνης.
Ο Άλλος συχνά δεν βιώνεται πια ως μυστήριο αλλά ως εμπειρία προς κατανάλωση. Ως σώμα διαθέσιμο. Ως επιβεβαίωση. Ως στιγμιαία ανακούφιση της μοναξιάς ή του κενού.
Και μέσα σ’ αυτή τη βιαστική κουλτούρα της επιθυμίας, το να μπορεί κανείς να ποθεί βαθιά χωρίς να αρπάζει, χωρίς να εισβάλλει, χωρίς να καταστρέφει, ίσως είναι μια από τις τελευταίες μορφές τρυφερότητας που απέμειναν.
Γιατί ο ανέγγιχτος έρωτας δεν λέει «Σε θέλω άρα μου ανήκεις.»
αλλά «Σε θέλω τόσο πολύ που αρνούμαι να σε μετατρέψω σε αντικείμενο της ανάγκης μου.»
Σαν ένας έρωτας δίχως την πιστοποίηση της αφής. Ένας έρωτας που καλείται να εμπιστευτεί μονάχα την καρδιά - χωρίς τα δάχτυλα «ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων». Να πιστέψει στην αλήθεια της παρουσίας χωρίς να τη βεβαιώσει με την κατοχή του σώματος.
Σ’ έναν κόσμο που μας μαθαίνει «επιθυμώ, άρα υπάρχω», ένας τέτοιος έρωτας είναι σχεδόν πράξη αντίστασης. Γιατί αρνείται να μετατρέψει την επιθυμία σε κατανάλωση. Αρνείται να συγχέει την αγάπη με την κατοχή, την οικειότητα με την εισβολή, τη λαχτάρα με το δικαίωμα πάνω στο σώμα του Άλλου.
Είναι ένας έρωτας που αποδέχεται πως δεν μπορούν όλα όσα ποθούμε να μας ανήκουν. Και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να αγαπά.
Σαν μια σπάνια μορφή τρυφερότητας μέσα σε μια εποχή βιαστικής πείνας. Σαν μια πίστη ότι η αλήθεια ενός αισθήματος δεν αποδεικνύεται πάντα με την αφή.
Ίσως τελικά ένας τέτοιος έρωτας να είναι μια σπάνια μαθητεία ταπεινότητας. Η οδυνηρή αλλά βαθιά ανθρώπινη αποδοχή πως ο Άλλος δεν είναι προέκταση της ανάγκης μας αλλά ένα μυστήριο ελεύθερο, ανεξάρτητο και ανήκει πρώτα απ’ όλα στον εαυτό του.
Και ίσως γι’ αυτό ο ανέγγιχτος έρωτας, όσο κι αν πονά, διασώζει ακόμη κάτι ιερό μέσα στην επιθυμία: την ικανότητα να ποθείς χωρίς να καταστρέφεις.

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Δημήτρης Παπαδημητρίου θα πραγματοποιήσει μεγάλη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά στις 25 Μαΐου, με δωδεκαμελή ορχήστρα.


Η απαίδευτη, ανεκπαίδευτη, ακαλλιέργητη κι αντιπνευματική δημοκρατία φέρνει τη δικτατορία. Η δικτατορία υπάρχει ήδη, απλά δεν είναι ονομασμένη. Για εμάς τους καλλιτέχνες, ζούμε μια δικτατορία. 

Δημήτρης Παπαδημητρίου θα πραγματοποιήσει μεγάλη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά στις 25 Μαΐου, με δωδεκαμελή ορχήστρα. 

Manos Lambrakis

 Manos Lambrakis

 
Ακολουθήστε

Γεννήθηκα στα Εξάρχεια όταν η Αθήνα ακόμα αιμορραγούσε χαμηλόφωνα. Οι σφαίρες ήταν πάνω στους τοίχους πριν μετατραπούν σε αισθητική της μνήμης και σε επετειακή φλυαρία ανθρώπων που αγαπούν την Ιστορία μόνο όταν έχει ήδη τελειώσει. Ο πατέρας μου αξιωματικός του Εθνικού Στρατού. Η γειτονιά ανταρτοκρατούμενη. Κι όμως η γειτονιά προστάτευε τη μάνα μου. Μετά άλλαξαν οι ρόλοι, πάντα αλλάζουν οι ρόλοι στην Ελλάδα, και η μάνα μου άρχισε να κουβαλά γάλατα και τρόφιμα σε ανθρώπους που είχαν ήδη ηττηθεί ιστορικά αλλά συνέχιζαν να ζουν μέσα στη φτώχεια και στην ταπείνωση. Από τότε κατάλαβα πως η Ιστορία εδώ δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά. Απλώς σοβατίζεται. Όπως σοβατίστηκαν αργότερα και οι τρύπες από τις σφαίρες στα Εξάρχεια. Η Αθήνα έγινε ειδική στο να καλύπτει τις πληγές της χωρίς ποτέ να τις θεραπεύει.
Το σπίτι μας ήταν μια μονοκατοικία με μαυρόασπρα πλακάκια, χαγιάτι και ζωγραφισμένα ταβάνια. Από την ταράτσα έβλεπα την Ακρόπολη και τη θάλασσα μαζί. Από τότε με κυνηγά αυτή η ανάγκη να βλέπω την Ακρόπολη όπου κι αν ζω, σαν να φοβάμαι πως αν χαθεί από μπροστά μου θα χαθεί κι ένα κομμάτι του εαυτού μου. Δεν αγάπησα ποτέ την Αθήνα επειδή ήταν όμορφη. Η Αθήνα είναι κουρασμένη, βίαιη, γεμάτη ανθρώπους που μιλούν αδιάκοπα για ελευθερία ενώ ζουν σαν φοβισμένοι μικροαστοί μέσα στις ίδιες τους τις ζωές. Κι όμως την αγάπησα παθολογικά. Η μυρωδιά από τα καμένα λάδια στα στενά, ο ιδρώτας στα λεωφορεία, τα βρεγμένα πεζοδρόμια της Σταδίου, οι σκάλες της Πλάκας αργά το βράδυ όταν επιστρέφω εξαντλημένη από πρόβα και νιώθω ότι ολόκληρη αυτή η πόλη είναι ένα σώμα κουρασμένο που συνεχίζει να κινείται ενώ έχει ήδη αρχίσει να πεθαίνει εσωτερικά.
Ο πατέρας μου ζωγράφιζε αλλά δεν εξέθεσε ποτέ ούτε έναν πίνακα. Η μητέρα μου έγραφε ποιήματα αλλά δεν εξέδωσε ποτέ ούτε μία σελίδα. Μεγάλωσα ανάμεσα σε ανθρώπους που κουβαλούσαν την τέχνη σαν ιδιωτική ασθένεια. Όχι σαν δημόσιο θρίαμβο. Ίσως γι’ αυτό δυσπιστώ τόσο απέναντι στους ανθρώπους του πολιτισμού που μιλούν αδιάκοπα για «όραμα», «παρέμβαση», «πολιτιστική ευθύνη». Πολύ συχνά πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται απλώς κοινωνική ματαιοδοξία με πιο καλλιεργημένο λεξιλόγιο. Το ελληνικό θέατρο ειδικά είναι γεμάτο ανθρώπους που συμπεριφέρονται σαν κρατικοί υπάλληλοι της ευαισθησίας. Επιτροπές, επιχορηγήσεις, μικρές εξουσίες, παρέες που γερνούν μαζί και συνεχίζουν να μιλούν για «ριζοσπαστικότητα» ενώ έχουν γίνει μέρος ενός μηχανισμού βαθιά συντηρητικού. Καμαρίνια γεμάτα υποτιθέμενη αριστεροσύνη και βλέμματα φθόνου. Άνθρωποι που μιλούν για τον Μπέκετ και μετά μετράνε ποιος πήρε καλύτερη κριτική. Το θέατρο στην Ελλάδα συχνά δεν είναι χώρος ελευθερίας. Είναι ένας ασφυκτικός μηχανισμός κοινωνικής επιτήρησης μεταμφιεσμένος σε κουλτούρα.
Άλλαζα συνεχώς σχολεία. Σέρρες, Κοζάνη, Λάρισα, Αθήνα. Μεγάλωσα μέσα σε μετακινήσεις, στρατιωτικές μεταθέσεις, χιόνια, πανηγύρια, επαρχιακές σιωπές. Δεν ρίζωσα ποτέ πραγματικά πουθενά. Κι ίσως αυτό να με έσωσε. Έμαθα να παρατηρώ τους ανθρώπους πριν μάθω να ανήκω σε αυτούς. Να βλέπω πώς γελούν όταν θέλουν να κρύψουν τον φόβο τους. Πώς αλλάζει η φωνή τους όταν αισθάνονται κοινωνικά κατώτεροι. Η υποκριτική ξεκίνησε πολύ πριν ανέβω στη σκηνή. Ξεκίνησε όταν κατάλαβα πως όλοι παίζουν ασταμάτητα έναν ρόλο για να επιβιώσουν μέσα σε αυτή τη χώρα. Άλλοι τον ρόλο του αριστερού. Άλλοι του καλλιεργημένου. Άλλοι του ηθικού. Άλλοι του προοδευτικού. Και πίσω από όλους αυτούς τους ρόλους έβλεπα πάντα κάτι βαθιά τρομαγμένο.
Θυμάμαι ακόμη τις εξετάσεις στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Το πορτοκαλί φόρεμα, το κραγιόν, το καλοκαιρινό μαύρισμα. Έπεσαν επάνω μου να με ξεβάψουν λες και η θηλυκότητα ήταν κάτι ανάρμοστο που έπρεπε πρώτα να αφαιρεθεί για να επιτραπεί η είσοδος στη «σοβαρή τέχνη». Από τότε κατάλαβα κάτι βαθιά βίαιο για το ελληνικό θέατρο. Συγχωρεί εύκολα τη μετριότητα αλλά όχι τα σώματα που κουβαλούν ζωή, λαϊκότητα, επιθυμία, ερωτισμό. Υπάρχει πάντα μια υπόγεια απέχθεια προς τους ανθρώπους που δεν μοιάζουν αρκετά πεινασμένοι, αρκετά βασανισμένοι, αρκετά «σωστοί» με τον ενδεδειγμένο αισθητικό τρόπο. Η κουλτούρα στην Ελλάδα πολύ συχνά δεν λειτουργεί ως χώρος απελευθέρωσης αλλά ως τελετουργία ταπείνωσης.
Ερωτεύτηκα πολύ στη ζωή μου. Παθολογικά ίσως. Με εκείνον τον τρόπο που ερωτεύονται οι άνθρωποι που φοβούνται βαθιά τη μοναξιά τους αλλά δεν μπορούν και να συμβιώσουν εύκολα με κανέναν. Υπήρξαν άντρες που ερωτεύτηκαν τη «φωνή» μου, το πρόσωπό μου πάνω στη σκηνή, το βλέμμα μου κάτω από το φως, αλλά τρόμαξαν όταν συνάντησαν εμένα χωρίς ρόλο. Υπήρξαν νύχτες που γύριζα μόνη σπίτι μετά από ένα ποτό και αισθανόμουν πιο άδεια απ’ όσο πριν. Κοιτούσα τα χέρια μου μέσα στο ταξί. Το πρόσωπό μου στον καθρέφτη του ασανσέρ. Σαν να μην ήξερα αν με αγάπησαν ποτέ πραγματικά ή αν απλώς πέρασαν για λίγο μέσα από τη λάμψη του θεάτρου μου. Και μεγαλώνοντας αυτό γίνεται όλο και πιο βίαιο. Να συνεχίζεις να επιθυμείς ενώ γύρω σου ο κόσμος θεωρεί σχεδόν ανάρμοστη την επιθυμία μιας γυναίκας που γερνά.
Με τον Κάρολο Κουν κατάλαβα για πρώτη φορά πως το θέατρο μπορεί να γίνει σχεδόν θρησκευτική κατάσταση. Όχι εξαιτίας κάποιας υψηλής θεωρίας αλλά εξαιτίας της απόλυτης αφοσίωσης. Ο Κουν δεν σκηνοθετούσε μόνο παραστάσεις… καταβρόχθιζε ανθρώπους. Έβλεπα γύρω μου ηθοποιούς εξαντλημένους, ερωτευμένους, διαλυμένους από την ανάγκη να σταθούν αντάξιοι απέναντί του. Κι όμως υπήρχε μια αλήθεια εκεί. Μια σκληρότητα που δεν ήταν κοινωνική πόζα αλλά πραγματική εργασία πάνω στο σώμα και στη φωνή. Μετά ήρθαν οι μεταγενέστεροι. Πολύ θεωρία, πολύ ύφος, πολλή αυτοαναφορική διανόηση. Συχνά αισθανόμουν ότι το ελληνικό θέατρο γέμιζε ανθρώπους που μιλούσαν ακατάπαυστα για το θέατρο χωρίς να ιδρώνουν πραγματικά ποτέ επάνω στη σκηνή.
Ο Λευτέρης Βογιατζής; Δεν έχω αισθανθεί ποτέ στη ζωή μου τέτοια εξάντληση με σκηνοθέτη. Ο Λευτέρης δεν δούλευε πάνω στον ρόλο. Δούλευε πάνω στη φθορά σου. Στην αναπνοή σου. Στην παραμικρή κίνηση του χεριού. Στον χρόνο ανάμεσα σε δύο λέξεις. Υπήρχαν βράδια που έφευγα από τις πρόβες σχεδόν άρρωστη. Με πονούσαν τα πόδια μου, το στομάχι μου, η φωνή μου. Κι όμως δεν μπορούσες να φύγεις. Γιατί καταλάβαινες ότι εκεί συνέβαινε κάτι σπάνιο: κάποιος προσπαθούσε να φτάσει τον άνθρωπο πέρα από την τεχνική του. Ο Λευτέρης απαιτούσε μια μορφή αλήθειας σχεδόν απάνθρωπη. Δεν τον ενδιέφερε να «παίξεις καλά». Τον ενδιέφερε να διαλυθείς αρκετά ώστε να απομείνει κάτι πραγματικό. Και αυτή η διαδικασία είχε κάτι βαθιά βίαιο αλλά και βαθιά ερωτικό. Σαν να σου αφαιρούσε σιγά σιγά όλες τις κοινωνικές άμυνες μέχρι να μείνεις γυμνός απέναντι στη σκηνή. Υπήρχαν στιγμές που αισθανόμουν ότι δεν ζω πια πραγματικά έξω από τις πρόβες. Ότι όλη η ζωή μου είχε μεταφερθεί σε υπόγεια θεάτρων, σε καμαρίνια, σε σκάλες, σε νυχτερινές διαδρομές μετά την εξάντληση.
Δεν έγινα ποτέ δασκάλα κανενός. Με κουράζουν αφόρητα οι άνθρωποι που μιλούν για την «αποστολή της τέχνης». Η τέχνη δεν σώζει κοινωνίες. Ούτε κάνει τους ανθρώπους καλύτερους. Το έχω δει πολύ καθαρά μεγαλώνοντας μέσα στο θέατρο. Άνθρωποι που παίζουν Τσέχωφ και Μπέκετ να συμπεριφέρονται σαν μικροί δικτάτορες στα καμαρίνια. Άνθρωποι που μιλούν για ανθρωπισμό και ύστερα κατασπαράζουν ο ένας τον άλλον για μια επιχορήγηση, μια κριτική, μια θέση εξουσίας. Η τέχνη ξεκινά από μια ανάγκη σχεδόν σωματική να μην καταρρεύσεις ολοκληρωτικά μέσα στη ζωή σου. Μέχρι εκεί. Όλα τα υπόλοιπα είναι συχνά φιλολογία ανθρώπων που φοβούνται να κοιτάξουν κατάματα τη δική τους εσωτερική ερημιά.
Κατέβηκα κι εγώ στην πλατεία με τους «Αγανακτισμένους». Για λίγο πίστεψα ότι ίσως γεννιέται κάτι αληθινό. Πολύ γρήγορα όμως είδα πάλι την ελληνική αρρώστια να επιστρέφει. Τη γοητεία της καταγγελίας χωρίς ευθύνη. Την απόλαυση του γκρεμίσματος χωρίς καμία δημιουργική πρόταση. Το πλήθος που εύκολα μετατρέπεται σε θέαμα εκτόνωσης. Σαν ένα τεράστιο μικροαστικό πανηγύρι αυτολύπησης με συνθήματα, σουβλάκια και ψευδαίσθηση επανάστασης. Η Ελλάδα συχνά δεν θέλει πραγματικά να αλλάξει. Θέλει να φωνάξει. Να εκτονωθεί. Να αισθανθεί για λίγο ηθικά ανώτερη πριν επιστρέψει ξανά στις ίδιες συνήθειες που κατήγγειλε.
Έχω κάνει κι εγώ αρπαχτές. Πήρα χρήματα για δουλειές σχεδόν ανύπαρκτες. Βούτηξα κι εγώ το δάχτυλο στο μέλι. Κανείς δεν μένει αμόλυντος μέσα σε αυτό το σύστημα δημόσιας εικόνας, ανάγκης και επιβίωσης. Και ίσως αυτό να είναι το πιο εξαντλητικό στοιχείο μεγαλώνοντας μέσα στο θέατρο. Όχι οι πρόβες. Όχι οι αποτυχίες. Αλλά η αίσθηση ότι διαρκώς διαπραγματεύεσαι τον εαυτό σου για να συνεχίσεις να υπάρχεις. Μερικά βράδια επιστρέφω σπίτι και μυρίζω επάνω μου καπνό, ιδρώτα σκηνής, υγρασία από παλιά θέατρα και αισθάνομαι ότι κουβαλώ πάνω στο σώμα μου όλη την εξάντληση αυτής της χώρας.
Τώρα που μεγαλώνω βλέπω όλο και καθαρότερα κάτι τρομακτικό. Ότι οι άνθρωποι συνεχίζουν να μιλούν, να εργάζονται, να εμφανίζονται δημόσια ενώ μέσα τους κάτι έχει ήδη αρχίσει να διαλύεται αθόρυβα. Το βλέπω στους ηθοποιούς, στους πολιτικούς, στους φίλους μου, στην ίδια την Αθήνα. Όλοι συνεχίζουμε να λειτουργούμε ενώ έχουμε ήδη κουραστεί βαθιά από τη ζωή μας. Και τελικά αυτό είναι το μόνο πράγμα που με συγκινεί ακόμη στο θέατρο. Ότι καμιά φορά, για λίγα δευτερόλεπτα πάνω στη σκηνή, αποκαλύπτεται αυτή η ρωγμή χωρίς ντροπή. Εκείνη η στιγμή όπου ο άνθρωπος δεν υποδύεται πια τίποτα και φαίνεται ξαφνικά ολόκληρη η κούρασή του. Εκεί αρχίζει η αλήθεια.
Λιγότερα

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)