Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Ανδρέας Α. Αρτέμης «ΛΙΝΟΠΤΕΡΑ»

 

«ΛΙΝΟΠΤΕΡΑ»
Η καινούργια δισκογραφημένη εργασία μου (25η στη σειρά-cd) που είδε το «φως» την πρώτη μέρα αυτή της χρονιάς .Ήταν μια υπόσχεση που έδωσα, μετά από σχεδόν πέντε χρόνια επεξεργασίας κι αποφάσεων. Ξέρετε όταν «εκτίθεσαι» στο κοινό, έχεις το προνόμιο να γίνεσαι διαλλακτικός σε κάθε περίσταση περνώντας από συμπληγάδες, που αυτές δεν σταματούν ποτέ να ανοιγοκλείνουν τις αγωνίες κυρίως των δημιουργών, για τα έργα. Γνωρίζω-κατανοώ ότι δεν μπορούμε να αρέσουμε σε όλο τον κόσμο τόσο εμείς..όσο και τα έργα μας, είτε λόγω γούστου ή άλλων.... Ωστόσο η μουσική έχει τη σαγηνευτική εκείνη δυναμική να σε φέρνει πιο κοντά σε άλλες ψυχές! Η δημιουργία σε δύσκολες αμφιλεγόμενες εποχές είναι μια διαδικασία «ανατρεπτική» για την απλή καθημερινότητα όταν κυρίως ανήκεις στην κατηγορία των δημιουργών που έχουν πολλές απαιτήσεις από τον εαυτό τους.
Αν λοιπόν ήταν να διαλέξω κάποια απ’ τα είκοσι δυο τραγούδια από τον ψηφιακό μου δίσκο «Λινόπτερα» με στόχο πάντα να κλέψω το ενδιαφέρον σας, θα ήσαν όσα καταδυναστεύουν την κορύφωση κι είναι εμποτισμένα ερωτικής διάθεσης σε υπέρμετρο βαθμό…. Καθότι στην εποχή της ματαιότητας έκφρασης τραγουδιστικών αισθημάτων, μόνο ο έρωτας μπορεί να μας επαναφέρει σε οριακές ονειρικές εναλλαγές, διαλύοντας όλες τις σκοτεινές σκέψεις των ημερών μας. Η μουσική και η ποιητική διάσταση σαν θεραπευτικό μέσο κι ιδιαίτερα στο τραγούδι έχει πολύ μεγάλη δύναμη. Είναι ένας τρόπος για να συνδεόμαστε με τους άλλους και να θυμόμαστε ότι μας ενώνουν περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε ότι μας χωρίζουν. Μας δίνει την ευκαιρία να έρθουμε κοντά και να εκφράσουμε αυτό που νιώθουμε μέσα μας. Μπορεί να αποτελέσει μια υπέροχη εμπειρία τόσο γι’ αυτόν που τραγουδάει όσο και γι’ αυτόν που ακούει το τραγούδι. Ακόμη κι όταν τραγουδάμε μόνοι μας, μπορούμε να αισθανθούμε αυτό το ανυψωτικό συναίσθημα που μας παίρνει από τα γήινα και μας ανεβάζει στον ουρανό. Εκφράζουμε ένα αίσθημα, τη διάθεση της στιγμής, τη λύπη ή την ευγνωμοσύνη μας, τη μελαγχολία ή τη χαρά μας και αυτή η έκφραση είναι που μας απελευθερώνει.
Ανδρέας Α. Αρτέμης
μουσικοσυνθέτης- ερμηνευτής
Η Επίσημη παρουσίαση του ψηφιακού δίσκου ΛΙΝΟΠΤΕΡΑ μαζί με καινούργιες ύφους παρελκόμενες εργασίες συνθετικές θα παρουσιαστούν τη νεά χρονιά 2027 στην Αθήνα και Λευκωσία σε ανάλογους χώρους που θα ανακοινώσει ο γράφων σύντομα. Αφορά τους συνεργάτες/τριες ενεργούς στιχουργούς και ποιητές/τριες μου αυτό....!!

Υπουργοί της ΝΔ και ο Αντώνης Σαμαράς σε ιδιωτική συνάντηση με το ακροδεξιό λόμπι του Ισραήλ | ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΥΣΑΡΕΣΚΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ. ΓΑΛΛΙΑ.. ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ... ΜΑΚΡΟΝ.. Μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων - Live Stream | 19/10/2026 | OPEN TV

 

Georgios Manos · Οκτώβριος 1922 Ανατολική Θράκη- Η Μεγάλη Έξοδος





 Georgios Manos

 
Οκτώβριος 1922
Ανατολική Θράκη
Η Μεγάλη Έξοδος
Ανήμερα της Παναγίας (1922) μάς βάρεσε το μεγάλο αστροπελέκι. Ο κόσμος έβγαινε απ’ την εκκλησία, όντας ήρθε το μαύρο μαντάτο.
«Έσπασε το μέτωπο! Έπεσε η Μικρασία! Αντίκρυ σφάζουνε αράδα!»
Κι ύστερα, οι ξεριζωμένοι. Χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες, με φανερό τον τρόμο στα μάτια, στοιβαγμένοι σε βάρκες και καΐκια, ήρχουνταν απ’ αγνάντια, μερόνυχτα ολάκερα. Ούλος ο γιαλός, απ’ την Καλλικράτεια ως τη Ραιδεστό και την Καλλίπολη, γιόμισε ανθρώπινα κουρέλια.
Τα βράδια, κλάματα και μαύρα μοιριολόγια έσκιζαν τη σιγαλιά της νύχτας σ’ ούλη την αμμουδιά. Λόγος με κόπο έβγαινε απ’ τα χείλια τους. Κι όντας κανένας έπαιρνε το κουράγιο να ιστορήσει τι γίνηκε, μια ανατριχίλα απλώνονταν ολόγυρα κι ο φόβος μεγάλωνε πιότερο.
Όμως, στο έβγα του Τρυγητή, η μπόρα ήρθε και στην αυλή μας. Στην αρχή, κουβέντες μισές, σκόρπιες. «Φεύγουμε!», «φεύγει ο στρατός μας!», «έρχουνται οι Τούρκοι!», «ο Θεγιός να βάλει το χέρι του!», «μας σηκώνουνε!».
Το μαύρο μαντάτο θέριεψε τον τρόμο, όπως ο αγέρας ο τρελός αντρειεύει τη φωτιά.
«Ώστε, τόση ήτανε η λευτεριά μας; Μονάχα δυο χρόνια; Αδύνατον! Ψέματα! Δεν μπορεί! Όνειρο θα είναι!».
Κι όμως, δεν ήταν όνειρο! Χωροφυλάκοι, που ήρθανε απ’ τη Ραιδεστό, πήρανε σβάρνα τα χωριά μας και έσβησαν και τις λιγοστές ελπίδες.
«Στις 28 Σεπτεμβρίου “οι σύμμαχοι” υπόγραψαν στα Μουδανιά την παράδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία. Ο ελληνικός στρατός πρέπει να εγκαταλείψει την περιοχή».
Η συμφωνία όριζε να φύγει ο στρατός μας, δεν έλεγε να φύγει κι ο κόσμος. Όσοι ήθελαν, λέει, μπορούσαν να μείνουν στα σπίτια τους και από «Έλληνες πολίτες» να γενούν ξανά «Οθωμανοί πολίτες». Μα ποιος γνωστικός κόταγε* να απομείνει! Σε λίγες μέρες θα ξαναγύρναγαν οι Τούρκοι. Κι αυτήνα τη φορά, θα ήτανε θεριά ανήμερα. Καταπόδι τους θα ήρχουνταν κι οι τσέτες με τους Κούρτηδες* που, σαν τα τσακάλια, παραφύλαγαν να αρπάξουνε τα ρωμαίικα νοικοκυριά. Όσα φοβερά μάς ιστόρησαν οι ξεσπιτωμένοι Μικρασιάτες απ’ αντίκρυ, βόιζαν ακόμα στ’ αυτιά μας και μας γιόμιζαν τρόμο.
«Με τι μπορούμε να φύβγουμε;» ρώταγαν ούλοι τον άνθρωπο της Νομαρχίας, που ήρθε απ’ τη Ραιδεστό.
«Θα έρθουνε βαπόρια να σας πάρουνε. Όσοι θέλετε, μπορείτε κι απ’ τη στεριά με τα κάρα. Με τα τρένα, μονάχα μετά τις 17 Οκτωβρίου. Μέχρι τότε είναι πιασμένα απ’ το στρατό».
Μέσα σ’ ούλο αυτό το πατιρντί, έπρεπε να διαλέξουμε, απ’ το βιος μας, μονάχα όσα μπόρεγαν να κουβανηθούν. Μα πώς να ξεχωρίσεις το βιος σου, όντας ούλα είναι ένα κομμάτι απ’ την ψυχή σου; Πού να έβρεις το κουράγιο; Ούλα τ’ αγαπάς σαν τα παιδιά σου. Μπορείς να διαλέξεις απ’ τα παιδιά σου; Όπου γύριζα, έβλεπα πράματα που δεν ήθελα να τ’ αποχωριστώ. Ακόμα και τα άψυχα, εκείνην την ώρα, ήτανε ψυχωμένα. Είχανε μιλιά και μ’ έκρεναν*. Γύρευαν να τα πάρω μαζί μου. Μα τι μπορείς να χωρέσεις μέσα σ’ ένα μπόγο; Το σπίτι σου, το βιος σου, τον τόπο σου, τα μνήματα των εδικών σου; Και τα σκέδια που έκαμες για τη ζωή; Ούλα αυτά ο μπόγος δεν τα χωρεί. Γι’ αυτό, τα σφαλείς βαθιά μέσα στην ψυχή σου και φεύγεις!
Μα η ψυχή νιώθει στενάχωρα, με τόσο βαρύ φορτιό, και για αναπαμό της στα φέρνει στον ύπνο, στον ξύπνο, στην κουβέντα, στα ονείρατα. Τα έχεις ομπρός σου, ίσαμε να σφαλίσεις τα μάτια. Εξόν και καταφέρεις να βάλεις ένα μπόλι «απ’ την Πατρίδα» στην ψυχή των παιδιών σου και των εγγονιών σου. Τότες μονάχα η ψυχή ξαλαφρώνει κι αναπαύεται. Τότες είναι σίγουρη, πως ούλα, όσα δε χώραγαν στο μπόγο κι απόμειναν «στην Πατρίδα», δε χάθηκαν ολότελα και παντοτινά. Δε θα τα σκεπάσει της λησμονιάς το σάβανο. Θα ζούνε μέσα στις κατοπινές ψυχές και θα δείχνουνε το δρόμο της Ανατολής. Το δρόμο της φύτρας. Μιας φύτρας που για να κρατηθεί ζωντανή, αποζητάει το σύψυχο πότισμα με το νερό της θύμησης και της αποθυμιάς.
Οι πιο βιαστικοί φόρτωσαν αποβραδίς και πριν το χάραμα έζεψαν και κίνησαν για την Ελλάδα. Σαν ακούστηκαν στο καλντερίμι τα τροχούλια* και φάνηκαν στο σοκάκι τα πρώτα κάρα, η λύπη βάραινε πιότερο τις ψυχές μας. Ολόγυρα έβλεπες προσώπατα άσπρα, στόματα στεγνά και μάτια γιομάτα παράπονο, για την κακοτυχιά που μας ήβρε στα καλά καθούμενα. Μέσα στο νου, ούλα ήτανε μπερδεμένα. Μονάχα όποιος έζησε την προσφυγιά, μπορεί να καταλάβει της ψυχής το ανακάτεμα.
Βλέπεις τον τόπο σου, τόνε πατάς, ρουφάς τον αγέρα του, ακούς τα πουλιά του να κελαϊδούνε, και καποιοινοί σε προστάζουνε ούλα αυτά, μονομιάς, να τα λησμονήσεις και να φύγεις. Δίχως να ξεύρεις μήτε πού θα πας μήτε άμα φτάσεις ζωντανός. Το άδικο σε πινίγει. Θέλεις να παραπονευτείς, να υβρίσεις, να βαρέσεις, ακόμα και να σκοτώσεις, ναι να σκοτώσεις τον αίτιο, που δε λογαριάζει εσένα, τα παιδιά σου, τη φαμίλια σου. Μα ποιος είναι ο αίτιος;
«“Οι μεγάλοι”, που μας πρόδωσαν» είπε την ώρα που έφευγε ο Γιαννέλος, ένας αξιωματικός παλικάρι, που λάτρευε το βασιλιά.
Και πού να έβρεις εσύ εκείνην την ώρα τους «μεγάλους», για να γυρέψεις το δίκιο σου; Αναγκαστικά, μπαίνεις άβουλος στο μεγάλο κοπάδι, και όπου βγει! Δεν έχεις γνώμη. Νιώθεις άχρηστος, αδειανός, τιποτένιος!
Μέσα σε λίγες ώρες, ένα μακρύ φιδωτό ποτάμι από αραμπάδες, διάβαινε βουβό της μοίρας της κακιάς το δρόμο. Η άκρη του χάνονταν μακριά στ’ αψηλώματα, εκεί που ο ουρανός ακούμπαγε τη γης. Και στο διάβα του έσμιγαν, από δεξιά και ζερβά, κι άλλοι αραμπάδες, και το ποτάμι φούσκωνε και θέριευε, και μαζί θέριευε κι ο πόνος του ξεσπιτωμού. Από δίπλα, και πολλοί με τα γαϊδουράκια τους, μα κι άλλοι με τα πόδια. Αντάμα κι οι κεχαγιάδες, που πολέμαγαν οι φουκαράδες να σώσουνε ό,τι μπόρεγαν απ’ το κοπάδι τους και το βιος τους. Έστω και λίγα προβατάκια, για σερμεγιέ στο καινούργιο ξεκίνημα.
Και σαν να μην έφτανε ο σταυρός που κουβάλαγε ο καθένας στον ώμο του, αναπόδιασε κι ο καιρός. Αστραπές, μπουμπουνητά, κρύοι αγέρηδες, βροχές και μπόρες παράταιρες για Οχτώβρη, και χαλάζια χειρότερα απ’ του καλοκαιριού βάρεσαν τα καραβάνια, την ώρα που κίνησαν για το άχαρο ταξίδι. Και μέσα σ’ εκείνη τη μπόρα και την κοσμοχαλασιά, έφτανε ένας αραμπάς να βουλιάξει, ένα τροχούλι* να λυγίσει απ’ το μεγάλο φορτιό, και σταμάταγε ούλη η φάλαγγα.
Η στράτα του ξεριζωμού μεγάλη. Αρχίναγε όξω απ’ τον Τσεκμετζέ (Άθυρα), έπαιρνε την παλιά τη σούσα και, αφού πέρναγε από Σηλυβριά, Τυρολόη, Μουρατλί, Κεσσάνη, Ουζούν Κιοπρού (Μακρά Γέφυρα) κι Εργενέ Ντερέ (Εργίνη Ποταμό), έφτανε στη Μαρίτσα (Έβρος). Εκεί, όσοι μπόρεγαν, πέρναγαν απ’ το σιδερένιο γιοφύρι του Κούλελι Μπουργκάζ (Πύθιο) κι άλλοι απ’ τα σάλια* που έστησε ο στρατός κι έβγαιναν αντίκρυ στο Διδυμότειχο. Οι πιότεροι ανηφόριζαν, αντάμωναν την άλλη στράτα που ήρχουνταν απ’ τις Σαράντα Εκκλησιές και όλοι μαζί διάβαιναν το γιοφύρι της Αντριανού κι έβγαιναν στο Κάραγατς. Από κει, κατηφόριζαν στο Φεριντζίκ (Φέρρες), στο Ντεντέ Αγάτς (Αλεξαντρούπολη), στη Γκιουμουρτζίνα (Κομοτηνή) και στη Μακεδονία.
Με καρδιές σφιγμένες, μάτια κόκκινα, πρησμένα, και με στόματα σφαλιχτά, διάβαιναν άλαλοι το δρόμο τον αγύριστο. Με πίκρα, γι’ αυτό που άφηναν. Με φόβο, γι’ αυτό που θα ήβρισκαν. Πολλοί καλοτύχιζαν τους αποθαμένους, «που τους αξίωσε ο Θεγιός να τους σκεπάσει το χώμα της Πατρίδας. Εμείς δεν ξεύρουμε νε* πού θα ζήσουμε νε πού θα αποθάνουμε!». Πολλοί δεν άντεξαν. Η καρδιά τους τους πρόδωσε. Παραχώθηκαν στο δρόμο. Οι τυχεροί, με παπά και μ’ ένα βιαστικό «αιωνία η μνήμη». Οι άλλοι, δίχως παπά, αδιάβαστοι, αβλόγητοι, αθύμιαστοι.
Οι ρίζες μας κόβουνταν. Φαμίλιες κομματιάζουνταν και κάθε κομμάτι έπαιρνε το δικό του δρόμο. «Άτζεπα* θα ξανανταμώσουμε;» Σε ήρχουνταν να βάλεις τα κλάματα. Μα για ποιο να πρωτοκλάψεις; Για τους ζωντανούς, που ξεριζώνονταν και σκόρπιζαν; Για τους αποθαμένους, που θ’ απόμνησκαν παρατημένοι; Για τα σπίτια, που θα γίνουνταν γιάγμα; Για την εκκλησιά, που θα γύρναγε σε τζαμί; Για το βιος, που γίνηκε με ίδρο και κόπο, και τώρα θ’ άλλαζε αφέντη; Για ούλα αυτά έκλαιγες. Μα και για το φύσημα του αγέρα, το χάδι του γήλιου, το αηδονοκελάδημα, το κελάρυσμα του νερού. Για ούλα, όσα συνήθισαν να βλέπουν τα μάτια, να ακούνε τα αυτιά, να ακουμπάνε τα χέρια, να νιώθει η ψυχή. Για ούλα, όσα αγάπησες από παιδί, τα ένιωθες δικά σου, ήτανε ένα με τα σένα, και τώρα θα απόμνησκαν οπίσω.
Μονάχα το κουράγιο, που έπαιρνε δανεικό ο ένας απ’ τον άλλονα, κράταγε ζωντανή την ελπίδα, πως δε θα χαθούμε. Πολλοί, μαθημένοι από πρωτύτερους λιγόχρονους ξεσπιτωμούς, πίστευαν πως κι αυτός ο σηκωμός θα είχε γλήγορο γυρισμό.
«Να μην πάμε πολύ μακριγιά. Να βγούμε αντίκρα απ’ τη Μαρίτσα και να σταθούμε. Να μην έχμε μακρύ δρόμο στο γυρισμό», ορμήνευαν τους δικούς τους.
Όσοι διάλεξαν τα βαπόρια, κατέβηκαν στα γιαλοχώρια. Απάνω από εκατό χιλιάδες παραζαλισμένοι Θρακιώτες ήτανε απλωμένοι στα λιμάνια της Προποντίδας στις 4 του Οχτώβρη. Κοντά σ’ αυτούς, κι άλλοι τόσοι Μικρασιάτες που ήρθανε σε μας για να σωθούνε. Το κουμάντο το είχε ο νομάρχης της Ραιδεστού. Εκεί πάγαιναν πρώτα εύκαιρα* τα βαπόρια κι εκείνος τα μοίραζε στο Ξάστερο, τους Επιβάτες, τη Σηλυβριά, την Ηράκλεια, το Μυριόφυτο, την Περίσταση και σ’ άλλους μικρούς κόρφους. Ίσαμε τις 10 του Οχτώβρη, πολύς κόσμος απ’ τον Τσεκμετζέ, το Ξάστερο και την Ηράκλεια είχε κιόλας φύγει για Καβάλα, Βόλο και Σαλονίκη.
Από την ώρα που μας είπανε πως θα σηκωθούμε, η ψυχή μου γίνηκε μαύρη. Το μυαλό μου χαμένο, δεν όριζε το κορμί. Οι μέρες της Χρυσής ζύγωσαν. Μπορεί να γένναγε κι απάνω στο βαπόρι! Η ιδέα πως μπορεί να χάναμε και δεύτερο παιδί, μέσα σε δυο χρόνια, με παλάβωνε.
Εμείς ήτανε κανονισμένο να κινήσουμε με τα τελευταία «κρατικά» βαπόρια στις 13 του Οχτώβρη, μα εκείνες τις ώρες της παραζάλης, τίποτες δεν ήτανε σίγουρο. Για να μην τυραγνιστεί η Χρυσή, είπαμε να φύγουμε με πλερωμένο βαπόρι, όπως έκαμαν και πολλοί άλλοι χωριανοί μας.
Και ήρθε ώρα της άγκυρας. Ούλοι σώπασαν. Οι κουβέντες κόπηκαν μαχαίρι. Μονάχα το χτύπημα απ’ τους χαλκάδες της αλυσίδας, που μαζώνονταν στο ροδάνι, έσπαζε την ησυχία. Τα μάτια, καρφωμένα αγνάντια στη στεριά, ρούφαγαν αχόρταγα σπίτια, αμπέλια, γης, ουρανό, βάρκες, καΐκια, ό,τι ζωντανό κι ό,τι άψυχο απλώνουνταν ομπρός μας, που ίσαμε κείνην την ώρα ήτανε η ζωή μας, η χαρά μας, το βιος μας. Ένιωθα την ψυχή μου εύκαιρη και το κουράγιο να τελεύει. Κι αυτό το χτύπημα της αλυσίδας… Η λύπη αμέτρητη. Το κεφάλι μου βάραγε δυνατά κι ο νους μου κόντευε να σαλέψει.
Εκείνην την ώρα του στερνού χαιρετισμού, μια φωνή έφτανε στα χείλια μου και ήθελα να φωνάξω, να απολογηθώ. Να πω στον τόπο μου ένα λόγο τελευταίο.
«Πατρίδα μου, συχώρα με. Δε διάλεξα εγώ το δρόμο του φευγιού. Άλλες βουλές, απάνθρωπες, όρισαν από σένα μακριά να φύγω. Μα να ξεύρεις, πως αυτές μονάχα το κορμί μου ορίζουνε. Στ’ ορκίζομαι στ’ αλήθεια πως, μέσα στην ψυχή μου, εσύ μονάχα θα είσαι η Πατρίδα μου κι εσένανε θ’ αποθυμώ ίσαμε ν’ αποθάνω!».
Μα η φωνή δε βγήκε απ’ το πικρόστεγνο στόμα. Κι ο τόπος μας σιγά σιγά ξεμάκραινε και, όσο ξεμάκραινε, μίκραινε, μίκραινε, ώσπου, στο τέλος, σαν μικρή κουκκίδα χάθηκε ολότελα απ’ τα μάτια μας. Από εκείνη την ώρα, μια λέξη φώλιασε στα χείλια μας, στα τραγούδια μας, στα ονείρατα. Η «Πατρίδα».
Γεώργιος Εμμ. Μάνος
Χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι
Ιστορικό αφήγημα
3η Έκδοση

Απόσπασμα
Λιγότερα

Κ. Π. Καβάφης – Τελειωμένα (1911)

 


ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΤΟ_ΔΩΡΟ_ΤΗΣ_ΣΧΕΣΗΣ

 


23 ώρ. 
Μερικές φορές νιώθουμε πιο μόνοι δίπλα στον άνθρωπο που αγαπάμε παρά όταν είμαστε πραγματικά μόνοι.
Και είναι παράξενο αυτό. Να έχεις έναν άνθρωπο δίπλα σου και να μην μπορείς να τον φτάσεις. Να θέλεις να σε καταλάβει, αλλά να μη βρίσκεις τις λέξεις. Να ζητάς λίγη τρυφερότητα και, αντί γι' αυτήν, να καταλήγεις σε έναν ακόμη καβγά. Να αγαπιέστε, αλλά κάποιες στιγμές να μην ξέρετε τι να κάνετε ο ένας την αγάπη του άλλου.

Ίσως γιατί στον έρωτα δεν συναντιούνται μόνο δύο άνθρωποι. Συναντιούνται και δύο ιστορίες. Δύο παιδικές ηλικίες. Δύο διαφορετικοί τρόποι να ζητάς αγάπη και να φοβάσαι μήπως τη χάσεις. Κι έτσι, εκείνος που φοβάται την εγκατάλειψη πλησιάζει όλο και περισσότερο, ενώ εκείνος που φοβάται μήπως χάσει τον εαυτό του απομακρύνεται. Και κάπως έτσι, δύο άνθρωποι που λαχταρούν να αγαπηθούν μπορεί να καταλήξουν να αισθάνονται εξίσου μόνοι.

Και δεν είναι μόνο οι προσωπικές μας ιστορίες που δυσκολεύουν αυτή τη συνάντηση. Είναι και ο κόσμος μέσα στον οποίο προσπαθούμε να αγαπήσουμε. Ένας κόσμος που μας μαθαίνει να είμαστε δήθεν αυτάρκεις, να μη χρειαζόμαστε κανέναν, να αντικαθιστούμε ό,τι μας δυσκολεύει και να φοβόμαστε τη δέσμευση σαν να είναι απώλεια της ελευθερίας μας. Που μας προσφέρει αμέτρητους τρόπους να επικοινωνούμε, αλλά όλο και λιγότερο χρόνο για να συναντιόμαστε πραγματικά. Κι έτσι, ενώ διψάμε για εγγύτητα, έχουμε μάθει να ζούμε σαν να μπορούμε και χωρίς αυτήν.

Νομίζω πως το δυσκολότερο στον έρωτα δεν είναι να βρούμε τον κατάλληλο άνθρωπο. Είναι να μάθουμε να συναντάμε έναν άλλον άνθρωπο χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας. Να αντέχουμε τη διαφορετικότητά του χωρίς να τη βιώνουμε σαν απόρριψη. Να μπορούμε να θυμώνουμε χωρίς να καταστρέφουμε. Να πλησιάζουμε χωρίς να πνίγουμε. Να απομακρυνόμαστε χωρίς να εγκαταλείπουμε. Να αναγνωρίζουμε πως ο άλλος δεν ήρθε στη ζωή μας για να γίνει αυτό που εμείς χρειαζόμαστε, αλλά για να υπάρξει μαζί μας ως αυτό που πραγματικά είναι.

Αλλά ο έρωτας δεν είναι μόνο φόβος και δυσκολία. Είναι και η χαρά να ανακαλύπτεις έναν άλλον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου. Είναι το σώμα που ξυπνά, η επιθυμία που μας βγάζει από τη μοναξιά του εαυτού μας, η τρυφερότητα που μας επιτρέπει να υπάρχουμε χωρίς άμυνες. Είναι εκείνη η παράξενη εμπειρία να αισθάνεσαι πως κάποιος σε βλέπει πραγματικά, ακόμη κι εκεί όπου εσύ δυσκολεύεσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου.

Και είναι, καμιά φορά, και ο πόνος του αποχωρισμού. Η προδοσία που κλονίζει την εμπιστοσύνη μας. Η απώλεια ενός κοινού κόσμου που κάποτε πιστέψαμε πως θα κρατούσε για πάντα. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν από τη ζωή μας, αλλά δεν φεύγουν ποτέ εντελώς από μέσα μας. Κι ίσως η ωριμότητα στον έρωτα να είναι να μπορούμε να κρατάμε όσα μας χάρισε μια σχέση, ακόμη κι όταν δεν μπορούμε πια να κρατήσουμε τον άνθρωπο.

Σκέφτομαι συχνά πως το μεγαλύτερο δώρο μιας σχέσης δεν είναι ότι βρίσκουμε κάποιον που θα μας απαλλάξει από τη μοναξιά μας. Είναι ότι, μέσα από τη συνάντηση μαζί του, μπορούμε σιγά σιγά να πάψουμε να κρυβόμαστε. Να αναγνωρίσουμε τους φόβους μας, να συμφιλιωθούμε με τις ατέλειές μας, να μάθουμε να αγαπάμε χωρίς να απαιτούμε από τον άλλον να θεραπεύσει όλα όσα μας πλήγωσαν πριν από αυτόν.

Γι' αυτά θα ήθελα να μιλήσουμε.

Γι' αυτό σε συνεργασία με τον Βασίλης Μπετσάκος και το didaxis.gr δημιουργήσαμε έναν κύκλο έξι διαδικτυακών βιωματικών συναντήσεων με τίτλο «ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ».

Θα μιλήσουμε για τον έρωτα και τον κόσμο μέσα στον οποίο προσπαθούμε σήμερα να αγαπήσουμε. Για το σώμα και την επιθυμία. Για τη διαφορετικότητα του Άλλου, για τον θυμό που μπορεί να συνυπάρχει με την αγάπη, για την προδοσία, την απώλεια και το τέλος. Αλλά και για τη δυνατότητα να δημιουργούμε έναν κοινό κόσμο χωρίς να χάνουμε τη δική μας ξεχωριστή ύπαρξη.

Δεν θα μοιράσουμε συνταγές για ευτυχισμένες σχέσεις. Ούτε θα αναζητήσουμε το μυστικό μιας τέλειας αγάπης. Θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε λίγο βαθύτερα τον εαυτό μας μέσα στον έρωτα. Όχι μόνο πώς αγαπάμε, αλλά και γιατί μερικές φορές δυσκολευόμαστε τόσο να δεχτούμε την αγάπη που λαχταρούμε.

Θα χαρώ να συναντηθούμε. Είτε βρίσκεστε σε σχέση είτε όχι. Είτε έχετε αγαπήσει και πληγωθεί είτε εξακολουθείτε να αναζητάτε εκείνη τη συνάντηση που θα σας επιτρέψει να υπάρξετε λίγο πιο αληθινά.
Γιατί όλοι κουβαλάμε μέσα μας μια ιστορία αγάπης που αξίζει να την καταλάβουμε λίγο καλύτερα.
Ίσως, τελικά, το δώρο της σχέσης να μην είναι μόνο ο άνθρωπος που συναντήσαμε. Να είναι και ο άνθρωπος που γίναμε επειδή τον συναντήσαμε.
________________________________________
❤️
ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΣΧΕΣΗΣ
Ένας κύκλος 6 βιωματικών συναντήσεων για τον έρωτα και το μυστήριο του να είμαστε μαζί.
Με τον Αναπτυξιακό & Κοινωνικό Ψυχολόγο Αντώνη Ανδρουλιδάκη.
📅
7 Νοεμβρίου – 12 Δεκεμβρίου 2026
🕚
Κάθε Σάββατο, 11:00–12:15
💶
Συνολικό κόστος και των έξι συναντήσεων: 50€
📖
Περιλαμβάνεται προσωπικό Ημερολόγιο Σχέσης.
📍
Πληροφορίες και εγγραφές: https://didaxis.gr
@highlight
Λιγότερα

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)