Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

ΕΡΝΤΟΓΑΝ, ΤΡΑΜΠ ΑΠΌ ΠΕΚΙΝΟ 15/5/2026

 

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΞΑΝΤΛΗΣΑΝ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΞΑΝΤΛΗΣΑΝ
Οι βασικοί μύθοι/κοινωνικές κατασκευές του νεοφιλελευθερισμού δεν λειτουργούν απλώς ως οικονομικές ιδέες. Λειτουργούν σαν ψυχολογικές και πολιτισμικές εντολές/μολύνσεις που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την αξία τους, σχετίζονται, αγαπούν, εργάζονται, συγκρίνονται και τελικά υπάρxουν.
Στην Ελλάδα αυτοί οι μύθοι έγιναν ιδιαίτερα τοξικοί γιατί έπεσαν πάνω σε μια ήδη τραυματισμένη κοινωνία με ιστορική ανασφάλεια, ανάγκη κοινωνικής ανόδου, φόβο αποτυχίας, αίσθημα συλλογικής μειονεξίας απέναντι στην προοδευμένη Δύση
και βαθιά ανάγκη αναγνώρισης.
❌
1. «ΑΝ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΙΣ ΑΡΚΕΤΑ, ΘΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙΣ»
Ο πιο κεντρικός μύθος. Μετατρέπει τη φτώχεια, την αποτυχία,
την εξάντληση, την ανεργία, σε προσωπική ευθύνη.
Αν δεν τα κατάφερες είναι που «Δεν προσπάθησες αρκετά.»
Κι έτσι ο άνθρωπος ντρέπεται αντί να καταλαβαίνει,
αυτοενοχοποιείται, εξαντλείται αδιάκοπα και αισθάνεται συνεχώς ανεπαρκής.
❌
2. «Η ΑΞΙΑ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΣΟΥ»
Δεν αξίζεις επειδή υπάρχεις. Αξίζεις επειδή πετυχαίνεις, αποδίδεις,
παράγεις, ξεχωρίζεις, είσαι “χρήσιμος”.
Και τότε η ξεκούραση γίνεται ενοχή, η αποτυχία γίνεται υπαρξιακή κατάρρευση και η ζωή γίνεται βιογραφικό.
❌
3. «Sky is the limit»
Ο άνθρωπος υποτίθεται πως μπορεί να γίνει τα πάντα.
Ακούγεται απελευθερωτικό, αλλά ψυχικά συχνά γίνεται
ατελείωτη αυτοκαταδίωξη. Γιατί αν τα όρια εξαφανίζονται,
τότε ποτέ δεν είσαι αρκετός, ποτέ δεν τελειώνει η απαίτηση,
ποτέ δεν επιτρέπεται η ανθρώπινη αδυναμία, η ανθρώπινη ευθραυστότητα, δηλαδή η "ανθρωπινότητα".
❌
4. «Γίνε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου»
Η ζωή μετατρέπεται σε project διαρκούς optimization. Το σώμα,
η ψυχή, η παραγωγικότητα, οι σχέσεις, η εικόνα, η χαρά, όλα πρέπει να: βελτιώνονται, να αποδίδουν, να αξιολογούνται.
Ακόμη και η θεραπεία κινδυνεύει να γίνει εργαλείο απόδοσης.
❌
5. «Ο καθένας είναι μόνος υπεύθυνος για τη μοίρα του»
Εδώ διαλύεται η έννοια της κοινότητας, της κοινωνικής ευθύνης,
της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης.
Ο άνθρωπος μένει μόνος απέναντι στη ζωή. Και όταν λυγίζει,
πιστεύει πως «Φταίω εγώ.»
❌
6. «Η συνεχής απασχόληση, η εργασιομανία, είναι αξία»
Η ησυχία γίνεται σχεδόν απειλητική. Πρέπει συνεχώς να κάνεις,
να τρέχεις, να εξελίσσεσαι, να αποδίδεις, να είσαι busy.
Και τότε ο άνθρωπος χάνει την περισυλλογή, το βίωμα,
τη σιωπή, τη σχέση με τον εαυτό του.
❌
7. «Η κατανάλωση θα σε ολοκληρώσει»
Το υπαρξιακό κενό επιχειρείται να γεμίσει με εμπειρίες, με αγορές,
με εικόνες, με status, με lifestyle.
Μόνο που η κατανάλωση διεγείρει ντοπαμινικά, δεν νοηματοδοτεί.
❌
8. «Η ζωή είναι ανταγωνισμός»
Ο άλλος παύει να είναι σύντροφος, κοινότητα, σχέση, συνάνθρωπος.
Γίνεται αντίπαλος, ανταγωνιστής.
Και τότε διαλύεται η εμπιστοσύνη, αυξάνεται η μοναξιά,
η σύγκριση γίνεται μόνιμη ψυχική κατάσταση.
Στην Ελλάδα αυτό γίνεται ακόμη πιο βαρύ γιατί ο νεοφιλελευθερισμός συνάντησε οικογένειες γεμάτες άγχος επιβίωσης, ιστορική επισφάλεια, κοινωνική ανασφάλεια,
ματαιωμένες γενιές, συλλογικό τραύμα.
Κι έτσι η επιτυχία φορτώθηκε σχεδόν με υπαρξιακή σημασία.
Δεν είναι πια «Να πετύχεις.» Είναι «Να σωθείς.» «Να δικαιωθούν οι γονείς σου.» «Να μην καταρρεύσεις κοινωνικά.» «Να αποδείξεις ότι αξίζεις να υπάρχεις.»
Και ίσως το πιο τραγικό είναι ότι ακόμη και μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς παγιδεύτηκαν τελικά μέσα στους ίδιους νεοφιλελεύθερους μύθους που κάποτε υποτίθεται ότι αμφισβητούσαν. Αντί να υπερασπιστούν μια διαφορετική αντίληψη ζωής, σχέσης και νοήματος, συχνά περιορίστηκαν κι εκείνα στη γλώσσα της ανάπτυξης, της απόδοσης, της διαρκούς παραγωγικότητας, της “επιτυχίας” και της ατομικής αυτοπραγμάτωσης.
Σαν να έπαψε ακόμη και η πολιτική να ρωτά «Τι ζωή αξίζει να ζούμε;» και να ενδιαφέρεται μόνο για το «Πώς θα λειτουργήσει αποτελεσματικότερα το σύστημα;»
Και κάπως έτσι η κοινωνία γεμίζει με εξαντλημένους ανθρώπους, παιδιά με κρίσεις πανικού, burnout, υπαρξιακό κενό και βαθιά απονοηματοδότηση.
Γιατί όταν η ζωή οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από την επίδοση, την επιβίωση, την εικόνα και την ανταγωνιστικότητα, τότε ο άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί.
Αλλά σιγά σιγά ξεχνά ΓΙΑΤΙ ζει.
Δείτε λιγότερα

ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΡΩΤΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ “ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΔΑ;”
Κανείς γονιός δεν ξυπνά το πρωί θέλοντας να πληγώσει το παιδί του. Και σχεδόν κανείς δεν καταλαβαίνει έγκαιρα πόσο βαρύς έχει γίνει ο κόσμος μέσα στην ψυχή ενός εφήβου.
Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή πριν μετατρέψουμε τον πόνο αυτών των ανθρώπων σε δημόσιο ή και ιδιωτικό δικαστήριο ενοχής. Γιατί εμείς οι "σίγουρα καλοί γονείς"... δεν θα επιτρέπαμε ποτέ να συμβεί στο παιδί μας κάτι τέτοιο.
Οι περισσότεροι γονείς σήμερα μεγαλώνουν παιδιά ενώ οι ίδιοι είναι ήδη εξαντλημένοι. Κουβαλώντας οικονομική πίεση,
ανασφάλεια, ματαιωμένα όνειρα, άγχος επιβίωσης, συλλογικό τραύμα και μια εποχή που απαιτεί συνεχώς περισσότερα απ’ όλους.
Προσπαθούν να είναι καλοί γονείς, αποτελεσματικοί εργαζόμενοι,
ανθεκτικοί, διαθέσιμοι, ψυχολόγοι, παιδαγωγοί, υποστηρικτές,
την ίδια στιγμή που πολλές φορές οι ίδιοι δεν έχουν ποτέ νιώσει πραγματικά κρατημένοι από κανέναν.
Και κάπως έτσι η αγάπη συχνά μπερδεύεται με την αγωνία.
Το «να προσέξεις» γίνεται πίεση. Το «θέλω να πετύχεις» γίνεται άθελά του φόβος αποτυχίας. Το «παλεύω για σένα» μετατρέπεται χωρίς πρόθεση σε βάρος που το παιδί νιώθει ότι πρέπει να δικαιώσει.
Όχι επειδή οι γονείς δεν αγαπούν. Αλλά επειδή κι εκείνοι είναι παιδιά μιας κουρασμένης κοινωνίας που έμαθε να επιβιώνει περισσότερο απ’ όσο έμαθε να αναπαύεται, να ακούει και να αγκαλιάζει τον πόνο.
Και ίσως το πιο σκληρό πράγμα για έναν γονιό που χάνει το παιδί του είναι πως θα επιστρέφει για πάντα μέσα του στο ίδιο ερώτημα: «#Τι_δεν_είδα_γαμώτο
Μόνο που η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι μαθηματική εξίσωση.
Δεν υπάρχει γονιός που να μπορεί να ελέγξει απόλυτα τον πόνο,
την απόγνωση, το υπαρξιακό κενό ή τις αόρατες μάχες που δίνει ένα παιδί μέσα του.
Γι’ αυτό ίσως αυτή τη στιγμή χρειαζόμαστε περισσότερη τρυφερότητα παρά ποτέ.
Για τα παιδιά που λύγισαν.
Αλλά και για τους γονείς που θα συνεχίσουν να ζουν κουβαλώντας μέσα τους μια απώλεια που καμία ανθρώπινη λέξη δεν μπορεί πραγματικά να χωρέσει.
Δείτε λιγότερα

Κώστας Τσιαντής : Καβάφης και Γρηγόριος Νύσσης- Μια κοινωνία ανάμεσα στην αυτοθέωση των αισθήσεων και την κοσμιότητα του μέτρου. 1η γραφή.

 ΤΟ «ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ» ΚΑΙ Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΗΣ ΜΕΤΡΗΜΕΝΗΣ ΑΠΟΛΑΥΣΗΣ

Ἄνες σαυτόν ἀπολαύσει μεμετρημένῃ˙ μή βακχεύσῃς ταῖς ἡδοναῖς

Γρηγορίου Νύσσης Περί Φιλοπτωχίας




I. Εισαγωγή: δύο αντίθετες αρχές ζωής

Στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού, η ηδονή (pleasure) και η μετρημένη απόλαυση (εγκράτεια, μέτρο) αποτελούν δύο θεμελιώδεις, αλλά συχνά αντιμαχόμενες αρχές. Η ηδονή υπόσχεται πληρότητα μέσω της εμπειρίας, το μέτρο  μέσω της αυτοκυριαρχίας. Η πρώτη εξυψώνει την επιθυμία, η δεύτερη την πειθαρχεί. Η πρώτη βλέπει την ύπαρξη ως πεδίο κατάκτησης (ο κόσμος είναι χώρος δράσης, όχι σχέσης, κυνήγι εμπειριών/ εξωτερικότητα), η δεύτερη ως πεδίο διάκρισης (όπου ξεχωρίζεις τι αξίζει από τι δεν αξίζει/ εσωτερικότητα).

Στο κέντρο αυτής της διαλεκτικής βρίσκονται δύο κείμενα που, αν και ανήκουν σε διαφορετικές εποχές και κοσμοθεωρίες, συνομιλούν με εντυπωσιακή ένταση: το “Σύνταγμα της Ηδονής” του Κ. Π. Καβάφη και ο ασκητικός κανόνας του Γρηγορίου Νύσσης: «Ἄνες σαυτόν ἀπολαύσει μεμετρημένῃ· μή βακχεύσῃς ταῖς ἡδοναῖς· μή πάντων ἁπλῶς ζῴων ὄλεθρος ἔσο.»

Το πρώτο είναι μια ποιητική διακήρυξη της επιθυμίας ως υπέρτατου νόμου. Το δεύτερο είναι μια πνευματική προτροπή για μετρημένη απόλαυση και αυτοκυριαρχία. Το πρώτο προτείνει μια αισθητική κοσμοθεωρία, όπου η επιθυμία γίνεται νόμος. Το δεύτερο προβάλλει μια ανθρωπολογική ηθική, όπου η απόλαυση δεν απορρίπτεται, αλλά εντάσσεται σε μέτρο και πνευματική τάξη. 

Το ερώτημα που τίθεται είναι βαθύ: Τι είδους κοινωνία προκύπτει όταν η πλειοψηφία ζει με το “Σύνταγμα της Ηδονής”, ενώ μια μειοψηφία ακολουθεί τον κανόνα της μετρημένης απόλαυσης; Πώς χαρακτηρίζεται μια τέτοια κοινωνία και ποιες προοπτικές ζωής διαθέτει;
   Η αντιπαράθεση αυτών των δύο αρχών δεν είναι απλώς ηθική· είναι
αισθητική, οντολογική, κοινωνιολογική και ψυχολογική. Αφορά το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, πώς νοηματοδοτείς τη ζωή, πώς συγκροτείς την κοινωνία.


II. Το “Σύνταγμα της Ηδονής”: η αισθητική κυριαρχία της επιθυμίας

Το καβαφικό κείμενο δεν είναι απλώς ένας ύμνος στην ηδονή. Είναι μια πολιτειακή μεταφορά: η ηδονή παρουσιάζεται ως “Σύνταγμα”, ως θεμελιώδης νόμος που οργανώνει τη ζωή. Η επιθυμία (desire) δεν είναι ιδιωτική υπόθεση· είναι δημόσια δύναμη, στρατός που περνά “με μουσικήν και σημαίας”. Η ηδονή γίνεται: θεσμός, δικαίωμα κληρονομικό, κοσμική πορεία που απαιτεί συμμετοχή, αρχή που καταργεί την ενοχή και την ευθύνη.

Ο Καβάφης δεν προτείνει απλώς ηδονισμό (αισθησιασμό)· προτείνει μια αισθητική ηθική, όπου η επιθυμία είναι η υπέρτατη μορφή αλήθειας. Δεν είναι ποιητής της σάρκας. Είναι ποιητής της επιθυμίας ως ύφους, της ηδονής ως αισθητικής στάσης, της εμπειρίας ως μορφής ζωής. Η κοινωνία που ζει με αυτό το σύνταγμα είναι κοινωνία: αυτονομίας της επιθυμίας, απόρριψης της παραδοσιακής ηθικής, αισθητικής αυτοθέωσης, εμπειρικής πληρότητας, ατομικής ελευθερίας χωρίς περιορισμούς. Είναι μια κοινωνία όπου η ηδονή γίνεται όχι απλώς τρόπος ζωής, αλλά νόημα ζωής.


III. Η κοσμιότητα του μέτρου: ο Γρηγόριος Νύσσης και η πνευματική ιεράρχηση

Ο Γρηγόριος Νύσσης δεν απορρίπτει την ηδονή. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για απόλαυση. Αλλά η απόλαυση πρέπει να έχει μέτρο, να είναι μεμετρημένη. Το μέτρο δεν είναι άρνηση· είναι κοσμιότητα, δηλαδή τάξη, αρμονία, εσωτερική ευγένεια. Η φράση “μή βακχεύσῃς ταῖς ἡδοναῖς” δεν καταδικάζει την ηδονή, αλλά την απώλεια εαυτού μέσα σε αυτήν. Και η προειδοποίηση “μή πάντων ἁπλῶς ζῴων ὄλεθρος ἔσο” θέτει το θεμέλιο της χριστιανικής ανθρωπολογίας: ο άνθρωπος δεν πρέπει να γίνει όλεθρος του εαυτού του, όπως τα άλογα ζώα που παραδίδονται στο ένστικτο.

Η κοσμιότητα του μέτρου είναι: ελευθερία από την τυραννία της επιθυμίας, διάκριση ανάμεσα στο πρόσκαιρο και το ουσιώδες, ιεράρχηση των αγαθών, σεβασμός προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, πνευματική αυτοκυριαρχία. Εδώ η ηδονή δεν είναι αφέντης· είναι υπηρέτης της ελευθερίας.


IV. Η οικονομική διάσταση: όταν η ηδονή απαιτεί πόρους που η κοινωνία δεν διαθέτει

Το “Σύνταγμα της Ηδονής” προϋποθέτει μια κοινωνία όπου η επιθυμία μπορεί να πραγματωθεί. Όντως. Η ηδονή, όπως παρουσιάζεται στο ποίημα, δεν είναι απλώς ψυχική κατάσταση· είναι υλική δυνατότητα. Χρειάζεται χρόνο, χώρο, χρήμα, πρόσβαση σε αγαθά και εμπειρίες. Όμως η σύγχρονη ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από: οικονομική στενότητα, χαμηλούς μισθούς, επισφαλή εργασία, ανισότητες πρόσβασης στην κατανάλωση και στον πολιτισμό, χρόνια οικονομική κόπωση μετά από δεκαετίες κρίσης.

1.Η ηδονή ως ταξικό προνόμιο:   Η δυνατότητα “να ενδίδης πάντοτε εις τας Επιθυμίας” προϋποθέτει: διαθέσιμο εισόδημα,  ελεύθερο χρόνο,  πρόσβαση σε χώρους κατανάλωσης,  πολιτισμικό κεφάλαιο, κοινωνική ασφάλεια. Σε μια κοινωνία οικονομικά άνιση, αυτά δεν είναι ισομερώς κατανεμημένα. Έτσι, η ηδονή δεν είναι κοινό δικαίωμα. Το “Σύνταγμα της Ηδονής” γίνεται: αισθητικό ιδεώδες των προνομιούχων,  ψυχολογική πίεση για τους μη προνομιούχους,  μηχανισμός κοινωνικού αποκλεισμού. Η ηδονή χρησιμοποιείται στους νέους και τους εργαζόμενους ως υπόσχεση και κίνητρο ατομοκεντρικής μορφωτικής, οικονομικής και πολιτισμικής δράσης (όχι κοινωνιοκεντρικής) και αναπαραγωγής έτσι της κοινωνικής ανισότητας.

2.Η οικονομική στενότητα μετατρέπει την επιθυμία σε ματαίωση:  Όταν η κοινωνία δεν έχει πόρους, η επιθυμία δεν οδηγεί σε απόλαυση· οδηγεί σε ματαίωση. Η καβαφική προτροπή “μη κλείεσαι εν τω οίκω σου” γίνεται ειρωνική όταν: ο μισθός δεν φτάνει,  η εργασία είναι εξαντλητική,  ο χρόνος είναι ελάχιστος, η καθημερινότητα είναι αγχώδης, η κατανάλωση είναι απαγορευτική. Η επιθυμία τότε δεν απελευθερώνει· πληγώνει. Η ηδονή δεν γίνεται νόημα· γίνεται υπενθύμιση της αδυναμίας.

3.Η κοινωνία οδηγείται σε διπλή παθολογία: Όταν το ιδεώδες της ηδονής συναντά την πραγματικότητα της οικονομικής στέρησης, η κοινωνία δεν οδηγείται ούτε σε απόλαυση ούτε σε μετρημένη επιθυμία. Οδηγείται σε δύο παθολογίες: α) Παθολογία υπερκατανάλωσης χωρίς πόρους:  Η επιθυμία γίνεται μηχανισμός: υπερχρέωσης, εθισμού σε φθηνές απολαύσεις,  φυγής από την πραγματικότητα, εξάρτησης από ψηφιακές μορφές ηδονής (scrolling, gaming, πορνογραφία). Η ηδονή γίνεται υποκατάστατο, όχι πραγματικότητα. β) Παθολογία καταστολής της επιθυμίας: Η οικονομική πίεση οδηγεί σε: παραίτηση, ψυχική κόπωση, αίσθηση αδικίας, εσωτερική στέγνωση. Η επιθυμία γίνεται πολυτέλεια, δεν έχεις πια χώρο (χρόνο, ενέργεια, διάθεση) να επιθυμήσεις.

4.Η κοσμιότητα του μέτρου αποκτά νέα σημασία: Σε μια κοινωνία οικονομικής στενότητας, ο κανόνας του Γρηγορίου Νύσσης δεν είναι απλώς ηθική στάση· γίνεται ρεαλιστική ανθρωπολογική πρόταση.  Το “ἀπολαύσει μεμετρημένῃ” δεν είναι άρνηση της ζωής· είναι: προστασία από την υπερδιέγερση, προστασία από την υπερχρέωση, προστασία από την ψυχική εξάντληση,  προστασία από την κοινωνική σύγκριση, προστασία από την καταναλωτική παγίδα. Το μέτρο γίνεται αντίδοτο στην οικονομική και ψυχική φθορά.Το μέτρο δεν σου λέει “μην απολαύσεις”. Σου λέει: απόλαυσε χωρίς να αυτοκαταστραφείς οικονομικά.Το μέτρο δεν σου λέει “μην επιθυμείς”. Σου λέει: επίλεξε τι αξίζει να επιθυμήσεις. Η επιθυμία χωρίς μέτρο οδηγεί σε: άγχος, κατάθλιψη, εξαρτήσεις, εθισμούς, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, αίσθηση κενού. Το μέτρο εδώ λειτουργεί ως ψυχική άμυνα: μειώνει την πίεση να “ζήσεις τα πάντα”, σε προστατεύει από την υπερδιέγερση, σε βοηθά να ξεχωρίσεις την πραγματική επιθυμία από την επιθυμία που σου επιβάλλεται, σε γλιτώνει από την ψυχική εξάντληση της διαρκούς αναζήτησης ηδονής, σου επιτρέπει να χαρείς χωρίς να εξαντληθείς.


V. Όταν η επιθυμία συναντά την αδυναμία: βία, εξαρτήσεις και αυτοκαταστροφή

Η ματαίωση της επιθυμίας δεν είναι ουδέτερη. Έχει συνέπειες — ιδίως στους νέους.


1. Η επιθυμία που δεν βρίσκει διέξοδο γίνεται οργή: Όταν η κοινωνία υπόσχεται ηδονή αλλά η οικονομική πραγματικότητα την αρνείται, δημιουργείται ένα σχίσμα ανάμεσα στο “τι δικαιούμαι” και στο “τι μπορώ”.Η επιθυμία, όταν δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, δεν απελευθερώνει· πληγώνει. Η ηδονή γίνεται υπενθύμιση της αδυναμίας. Αυτό το σχίσμα γεννά: θυμό, αίσθηση αδικίας, αίσθηση αποκλεισμού. Η οργή αυτή συχνά εκφράζεται ως: βία, επιθετικότητα, παραβατικότητα, καταστροφή δημόσιου χώρου.


2. Η επιθυμία που δεν ικανοποιείται γίνεται φυγή: Όταν η πραγματική ηδονή είναι απρόσιτη, οι νέοι στρέφονται σε υποκατάστατα: ναρκωτικά, αλκοόλ, τζόγο, ψηφιακές εξαρτήσεις. Τα ναρκωτικά δεν είναι “απόλαυση”. Είναι αντίδοτο στη ματαίωση.


3.Η επιθυμία που γίνεται αδύνατη γίνεται αυτοκαταστροφή: Όταν η επιθυμία δεν μπορεί να στραφεί προς τα έξω, στρέφεται προς τα μέσα. Αυτό οδηγεί σε: κατάθλιψη, αυτοτραυματισμό, αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, ακόμη και αυτοκτονία. Η αυτοκτονία των νέων δεν είναι ατομικό φαινόμενο. Είναι κοινωνικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας που υπόσχεται τα πάντα και προσφέρει ελάχιστα.



VI. Η σύγκρουση των δύο αρχών: μια κοινωνία διχασμένη

Όταν το “Σύνταγμα της Ηδονής” κυριαρχεί στην πλειοψηφία και η εγκράτεια περιορίζεται σε μειοψηφικές στάσεις, προκύπτει μια κοινωνία διπλής ανθρωπολογίας. Ο αισθητικός-ηδονιστικός άνθρωπος ζει για την εμπειρία. Ο ασκητικός-μετρημένος άνθρωπος ζει για την εσωτερική ελευθερία. Η συνύπαρξη αυτών των δύο τύπων δημιουργεί μια κοινωνία: ηθικά ασύμμετρη, πολιτισμικά αντιφατική, πολιτικά ασταθή, ανθρωπολογικά διχασμένη. Οι συστημικές ρυθμίσεις κυριαρχούν εδώ έναντι των κοινωνικών αγώνων και της κοινωνικο-οικονομικής απελευθέρωσης. Η κοινωνία αυτή οδηγείται σε:

1. Πολιτισμική κόπωση, όπου η επιθυμία γίνεται βάρος, όχι χαρά.

2. Ψυχική εξάντληση: όπου συντελείται διαρκής σύγκριση με ένα ιδεώδες που δεν μπορεί να επιτευχθεί.

3. Κοινωνική πόλωση: όπου οι “έχοντες” ζουν το Σύνταγμα της Ηδονής, ενώ οι “μη έχοντες” ζουν την απογοήτευση της επιθυμίας.

4. Ανθρωπολογική αστάθεια: όπου η κοινωνία χάνει το κοινό νόημα, το κοινό μέτρο, την κοινή κατεύθυνση.

5. Κατάσταση ανάγκης για νέο πολιτισμικό πρότυπο: Όχι άρνηση της ηδονής, αλλά επανανοηματοδότηση της απόλαυσης μέσα σε όρια που δεν καταστρέφουν τον άνθρωπο.



VII. Συμπέρασμα

Το “Σύνταγμα της Ηδονής” και η κοσμιότητα του μέτρου δεν είναι απλώς δύο ηθικές στάσεις· είναι δύο οντολογικά πρότυπα. Το πρώτο θεοποιεί την επιθυμία, το δεύτερο τον περιορισμό/έλεγχο της επιθυμίας. Το πρώτο υπόσχεται πληρότητα μέσω της εμπειρίας, το δεύτερο μέσω της αυτοκυριαρχίας.

Σε μια κοινωνία οικονομικά άνιση και στενή, η ηδονή χωρίς μέτρο γίνεται:

  • πολυτέλεια των λίγων,

  • βάρος των πολλών (πίεση, άγχος, ματαίωση και ψυχικό φορτίο για τη μεγάλη πλειοψηφία) ,

  • και —το πιο επικίνδυνο— πηγή βίας, εξαρτήσεων και αυτοκαταστροφής για τους νέους.

Το μέτρο-η μετρημένη επιθυμία, αντίθετα, γίνεται όχι άρνηση, αλλά ανθρωπολογική προστασία. Γίνεται τρόπος να ζήσεις  χωρίς να καταστραφείς.

Η ελληνική κοινωνία, όπως είναι σήμερα, δεν μπορεί να ζήσει το Σύνταγμα της Ηδονής χωρίς να διαλυθεί. Μπορεί όμως να βρει ισορροπία αν επανανοηματοδοτήσει την ηδονή μέσα από την αίσθηση του μέτρου — όχι ως καταπίεση, αλλά ως φρόνηση και  κοσμιότητα:  τάξη και ευγένεια του τρόπου ύπαρξης.

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Κ. Π. Καβάφης Το Σύνταγμα της Ηδονής

·8 ώρ.

 

·

Κ. Π. Καβάφης

Το Σύνταγμα της Ηδονής

1894 - 1897

Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών.

Όλοι οι νόμοι της ηθικής – κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι – είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.

Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας

Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.

Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

Δείτε λιγότερα




Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΠΑΙΔΙΑ ΧΩΡΙΣ "ΓΙΑΤΙ"

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΠΑΙΔΙΑ ΧΩΡΙΣ "ΓΙΑΤΙ"
Η αυτοκτονία των δύο 17χρονων κοριτσιών συγκλόνισε βαθιά την ελληνική κοινωνία. Και μαζί μ’ αυτήν επέστρεψε ξανά ένα ερώτημα που όλο και περισσότερο πλανάται σιωπηλά πάνω από τη σύγχρονη ζωή: γιατί τόσα νέα παιδιά μοιάζουν τόσο εξαντλημένα πριν καν αρχίσει πραγματικά η ζωή τους;
Μιλώ συχνά για κρίση νοήματος, για απονοηματοδότηση, για το υπαρξιακό κενό της εποχής μας. Τι σημαίνουν όμως πραγματικά αυτές οι λέξεις; Δεν είναι απλώς θλίψη ή απαισιοδοξία. Είναι η αίσθηση ότι ο άνθρωπος συνεχίζει να ζει, να προσπαθεί, να αποδίδει, να ανταγωνίζεται - αλλά όλο και περισσότερο δυσκολεύεται να αισθανθεί γιατί αξίζει όλος αυτός ο κόπος.
Σαν να χάθηκε εκείνος ο βαθύτερος εσωτερικός δεσμός που συνέδεε κάποτε τον πόνο, την προσπάθεια, την αγάπη και την ελπίδα με ένα νόημα ζωής. Σαν να γνωρίζουμε πια όλο και περισσότερα για το ΠΩΣ να υπάρχουμε, αλλά όλο και λιγότερα για το ΓΙΑΤΙ. Και ίσως γι’ αυτό τόσα παιδιά σήμερα μοιάζουν να λυγίζουν όχι μόνο από την πίεση, αλλά από την αίσθηση ότι παλεύουν αδιάκοπα μέσα σε έναν κόσμο που τους ζητά συνεχώς να αντέχουν, χωρίς να τους δείχνει πια καθαρά για ποιο λόγο αξίζει να συνεχίσουν.
Στην Ελλάδα η απώλεια νοήματος βιώνεται συχνά τόσο βαριά γιατί δεν αφορά μόνο το παρόν. Ακουμπά πάνω σε ένα βαθύ συλλογικό υπόστρωμα ιστορικού τραύματος, ματαιώσεων και διαψεύσεων που κουβαλά η κοινωνία εδώ και δεκαετίες.
Η Ελλάδα είναι μια κοινωνία που μεγάλωσε πολλές γενιές με μια υπόσχεση: «Αν αντέξεις, αν μορφωθείς, αν κοπιάσεις, κάτι καλύτερο θα έρθει.»
Και για αρκετές δεκαετίες αυτή η υπόσχεση είχε κάποιο νόημα.
Υπήρχε κάποια κοινωνική κινητικότητα, η ελπίδα του “να ζήσουν τα παιδιά καλύτερα”, η αίσθηση ανοικοδόμησης μετά τον πόλεμο,
η εμπειρία της κοινότητας και της οικογένειας, η προσδοκία ενός μέλλοντος. Ακόμη και η δυσκολία είχε κατεύθυνση.
Όμως τα τελευταία χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας βιώνει κάτι πολύ τραυματικό: όχι μόνο οικονομική πίεση, αλλά διάψευση νοήματος.
Δηλαδή, σπουδάζεις αλλά δεν ξέρεις αν θα ζήσεις αξιοπρεπώς,
δουλεύεις αλλά δεν μπορείς να χτίσεις ζωή, προσπαθείς αλλά αισθάνεσαι διαρκώς επισφαλής, επιτυγχάνεις “τυπικά” αλλά εσωτερικά νιώθεις άδειος.
Και τότε σπάει ο ψυχικός δεσμός ανάμεσα στον κ ό π ο και στο ν ό η μ α. Αυτό είναι τεράστιο υπαρξιακό πλήγμα.
Ταυτόχρονα η Ελλάδα πέρασε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από παραδοσιακή κοινωνία σε ακραία καταναλωτική και νεοφιλελεύθερη κουλτούρα, χωρίς να προλάβει να χτίσει νέες σταθερές μορφές συλλογικού νοήματος.
Διαλύθηκαν κοινότητες, γειτονιές, συλλογικότητες, πολιτικά οράματα, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ακόμη και η πίστη ότι η κοινωνία λειτουργεί στοιχειωδώς δίκαια.
Και έτσι πολλοί άνθρωποι έμειναν μετέωροι. Ούτε μέσα στην παλιά κοινότητα, ούτε πραγματικά ενταγμένοι σε ένα βιώσιμο νέο κόσμο.
Υπάρχει και κάτι ακόμη πολύ ελληνικό. Η βαθιά συλλογική εξάντληση από τη διαρκή ιστορική ασυνέχεια. Πόλεμοι. Κατοχή.
Εμφύλιος. Δικτατορία. Μετανάστευση. Χρέος. Μνημόνια. Ανασφάλεια. Διάψευση πολιτικών ελπίδων.
Η ελληνική κοινωνία κουβαλά ένα υπόγειο βίωμα: «Τίποτα δεν κρατά πραγματικά.»
Και αυτό παράγει δυσπιστία, κυνισμό, αίσθηση προσωρινότητας,
δυσκολία να επενδύσεις βαθιά στο μέλλον.
Γι’ αυτό και η κρίση νοήματος εδώ γίνεται συχνά σχεδόν σωματική. Δεν είναι αφηρημένη φιλοσοφική αγωνία. Είναι: burnout, κατάθλιψη, φυγή νέων στο εξωτερικό, αίσθηση ασφυξίας, αδυναμία δημιουργίας σχέσεων, αίσθηση ότι «η ζωή δεν ξεκινά ποτέ πραγματικά».
Και ίσως το πιο τραγικό είναι ότι η Ελλάδα παραμένει ταυτόχρονα ένας τόπος με βαθιά ανάγκη σχέσης, συγκίνησης,
κοινότητας, νοήματος, και ανθρώπινης ζεστασιάς.
Δηλαδή ένας λαός που εξακολουθεί να διψά υπαρξιακά για ζωή,
μέσα σε ένα πολιτισμικό και οικονομικό πλαίσιο που συχνά παράγει εξάντληση και απονοηματοδότηση.
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο γεννιούνται και μεγαλώνουν τα παιδιά. Οικογένειες που οι γονείς έχουν χάσει αυτό το ΓΙΑΤΙ της εξάντλησης τους, σχολειά με δασκάλους που γνωρίζουν απεξω και ανακατωτά δεκάδες ΠΩΣ αλλά ούτε οι ίδιοι μπορούν πλέον να βρουν ένα ΓΙΑΤΙ στην καθημερινή τους εξόντωση. Τα ίδια στις φιλικές και ερωτικές τους σχέσεις. Μια ρουφήχτρα νοήματος έχει απορροφήσει όλα τα ΓΙΑΤΙ.
Κι ίσως γι’ αυτό η απώλεια νοήματος εδώ πονά τόσο πολύ. Γιατί δεν αφορά μόνο την απώλεια της ευημερίας. Αφορά την απώλεια της πίστης ότι ο κόπος, η αγάπη, η προσπάθεια και το μέλλον μπορούν ακόμη να συνδεθούν μεταξύ τους με έναν ανθρώπινο τρόπο.
Δείτε λιγότερα


Στον απόηχο της αδιανόητης τραγωδίας με το θάνατο των δυο κοριτσιών στην Αττική, ο αναπτυξιολόγος, κοινωνικός ψυχολόγος και συγγραφέας Αντώνης Ανδρουλιδάκης, είναι κατηγορηματικός, δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για τον καθρέφτη της κοινωνίας μας, που λειτουργεί με όρους εξάντλησης, ανασφάλειας και υπερβολικών προσδοκιών.
Δυστυχώς όπως λέει στον star fm και την εκπομπή Ήρθε η Ώρα, το μεγαλύτερο φάουλ είναι η ταύτιση της ευτυχίας με την επιτυχία, κάτι που δημιουργεί τεράστιο ψυχολογικό βάρος στα παιδιά, την περίοδο της προετοιμασίας και της διεξαγωγής των πανελλαδικών εξετάσεων. Ακόμη και οι οικογένειες με πρόθεση στήριξης επηρεάζονται από τη συλλογική κόπωση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου το άγχος και η πίεση είναι διαρκώς παρόντα, έστω και σιωπηλά.
Το βασικό ζητούμενο δεν είναι να «αντέχουν περισσότερο» τα παιδιά, αλλά να αλλάξουν οι κοινωνικές συνθήκες ώστε η ζωή να αποκτήσει ξανά νόημα, προοπτική και ποιότητα.
Η προστασία της ψυχικής υγείας των νέων συνδέεται έτσι άμεσα με μια βαθύτερη ανάγκη κοινωνικής ανασυγκρότησης και επανα-νοηματοδότησης της ζωής.
Δείτε λιγότερα

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)