Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΑΙΔΕΙΑ. ΘΕΡΜΑ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ. ΟΛΟΙ ΒΟΗΘΗΣΑΤΕ! Κι εγώ αναμάρτητος δεν είμαι! Εφ. ΝΕΑ 9/9/2026

Η κοινωνία του θεάματος - Guy Debord - Εκδόσεις Μεταίχμιο// Guy Debord Ποίηση και επανάσταση



Guy Debord: Ποίηση και Επανάσταση


Τον Νοέμβριο του 1967 ο Guy Debord εκδίδει ένα από τα σημαντικότερα του συγγράμματα, την «Κοινωνία του Θεάματος». Ο Debord, όντας ιδρυτής της Καταστασιακής Διεθνούς θα συμμετάσχει στα γεγονότα του ξεσηκωμού του Μάη του 68. Η  «Κοινωνία του Θεάματος» μαζί με την ομάδα «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα» της οποίας χαρακτηριστική μορφή υπήρξε ο Έλληνας διανοητής, Κορνήλιος Καστοριάδης, θεωρούνται ως οι βασικοί εμπνευστές της εξέγερσης. Τα περίφημα συνθήματα του Μάη, που κατέκλυσαν τους τοίχους του Παρισιού και έδωσαν τον ιδιαίτερο τόνο σ’ εκείνη την έμπρακτη επιστροφή της «συνείδησης της επιθυμίας και της επιθυμίας της συνείδησης», ήσαν αντλημένα, στη συντριπτική πλειονότητά τους, από τα γραπτά του Guy Debord και των καταστασιακών. Ο Debord βρέθηκε στο επίκεντρο των γεγονότων που είχε θελήσει να συμβούν. Συμμετείχε στην επιτροπή κατάληψης της Σορβόννης, ετοίμασε αφίσες και προκηρύξεις, βρισκόταν μέρα νύχτα στους φλεγόμενους δρόμους. Και, πάνω απ’ όλα, συνέβαλε στο να αποκτήσει εκείνος ο ξεσηκωμός το ιδιαίτερο νόημά του. 

Το κίνημα του Μάη ήταν η επανανακάλυψη σε μαζικό επίπεδο όσων επί μία δεκαπενταετία είχε συλλάβει και επεξεργαζόταν ο Debord: επανανακάλυψη των θέσεων για την υπέρβαση και την πραγμάτωση της τέχνης, για την υπέρβαση και την πραγμάτωση της φιλοσοφίας,  η επανανακάλυψη ενός τεράστιου πλούτου που έδωσε ο ρομαντισμός και ο Lautréamont, ο Arthur Cravan και οι ντανταϊστές, ο υπερρεαλισμός και ο André Breton, αλλά και το ρεύμα στη φιλοσοφία, και την κριτική της, που ξεκίνησε με τον Hegel και έφτασε στο απόγειό του με τον Max Stirner, τον Marx, ή τον Nietzsche. Για τον Ντεμπόρ το θέαμα απονεκρώνει τη ζωή, είναι ψευδο-κόσμος του κόσμου, η ανεστραμμένη του όψη, με τον ίδιο τρόπο που ο Μάρξ όριζε την ιδεολογία ως ανεστραμμένη συνείδηση. 

Ο Debord εξ αρχής προϋποθέτει μια αναλογία των κατηγοριών του Κεφαλαίου του Μαρξ με κατηγορίες ευρύτερες, που αφορούν συνολικά την κοινωνική ζωή. Στον παραλληλισμό του Θεάματος με το Κεφάλαιο, με κοινό τους παρονομαστή το ότι αποτελούν μια συσσωρευμένη, νεκρή ανθρώπινη δραστηριότητα (επικοινωνία, εργασία), ο Debord προσπαθεί να αγγίξει μια διαλεκτική λογική ευρύτερη του οικονομικού, κεφαλαιοκρατικού συστήματος, την διαλεκτική του κοινωνικού. 

Η κοινωνική σχέση ''αδιαμεσολάβητη'' θα ήταν η άμεσα βιωμένη κοινωνική σχέση η οποία ''απομακρύνθηκε από την αναπαράσταση'', όπως μας λέει ο Debord στη θέση 1. Στην Κοινωνία του Θεάματος, η κοινωνική σχέση των ατόμων μεσολαβείται από εικόνες. Υπάρχει εδώ ευθεία αναλογία με τη μαρξική αντίληψη του φετιχισμού του εμπορεύματος, ο φετιχισμός του εμπορεύματος είναι η αντικειμενική φαινομενικότητα-παραγνώριση, στον καπιταλισμό, των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων μεταξύ πραγμάτων. Οι Εικόνες ακριβώς μεσολαβούν τις κοινωνικές σχέσεις ως Πράγματα. Αποκομμένες από τη δυναμική των σχέσεων, απόλυτες, ενώ στη πραγματικότητα προκύπτουν από αυτές. Ο Debord δεν υπήρξε μόνο ένας σπουδαίος θεωρητικός και Λεττριστής αλλά ένα πρόσωπο που αποτελεί πρότυπο για πάρα πολλές γενιές ελευθεριακών στην Ευρώπη. Βαθιά επηρεασμένος από τον Μαρξ, τον Μποντλέρ και τον Λοτρεαμόν, εξαιρετικά διορατικός, στην Κοινωνία του θεάματος σκιαγραφεί με εντυπωσιακή διαύγεια τα κύρια χαρακτηριστικά της εκσυγχρονισμένης θεαματικής εξουσίας: τεχνοκρατία, γραφειοκρατία, συγκεντρωτισμός, προπαγάνδα. Οι θεωρίες του περιγράφουν το πνεύμα εκμοντερνισμού της ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας όπως αυτές μετασχηματιζόταν στη μεταπολεμική Ευρώπη και γενικότερα στον δυτικό κόσμο.

Η αλλοτρίωση του θεατή από το αντικείμενο της παρατήρησης εκφράζεται ως εξής: όσο περισσότερο παρατηρεί, τόσο λιγότερο ζει. Όσο περισσότερο αποδέχεται να αναγνωρίζει τον εαυτό του  εντός των κυρίαρχων εικόνων της ανάγκης, τόσο λιγότερο κατανοεί τη δική του ύπαρξη και τη δική του επιθυμία. Η εξωτερικότητα του θεάματος, σε σχέση με τον δρώντα άνθρωπο είναι εμφανής από το γεγονός ότι οι ίδιες του οι χειρονομίες δεν ανήκουν πλέον σ’ αυτόν, αλλά σε κάποιον άλλο που του τις αναπαριστά. Ο Γκυ Ντεμπόρ θα υποστηρίξει, εκκινώντας από την μαρξιστική ανάλυση ότι αιτία των παραπάνω είναι η  μετεξέλιξη της ίδιας της φύσης του κεφαλαίου όσο και του εμπορεύματος. Όπως λέει ο Ντεμπόρ: « …Η οικονομία μεταμορφώνει τον κόσμο, αλλά τον μεταμορφώνει αποκλειστικά σε κόσμο της οικονομίας.» Η μαζική παραγωγή εμπορευμάτων, θα δημιουργήσει την μαζική κατανάλωση εμπορευμάτων και ενώ αυτή η διαδικασία εξαπλώνεται γεωγραφικά μετασχηματίζοντας τις κοινωνίες που συναντά. «Το θέαμα είναι το κεφάλαιο σε τέτοιο βαθμό συσσώρευσης ώστε μετατρέπεται σε εικόνα». Ο σχεδιασμός και η διαχείριση συμβόλων και εικόνων είναι πια το κεντρικό σημείο των αναπτυγμένων οικονομιών. Τρείς είναι οι κυριότερες επιπτώσεις της κοινωνίας του θεάματος μεταξύ άλλων. Η πρώτη είναι η αποξένωση των ανθρώπων από την προσωπική εμπειρία και που αν και φαίνεται αυτό να αντισταθμίζεται από τις τεράστιες δυνατότητες επικοινωνίας που προσφέρει, τελικά εντείνει την ηθική τους απομόνωση από την πραγματικότητα και από τον εαυτό τους. Η δεύτερη επίπτωση είναι ότι επιφέρει μια ενότητα στο τι βλέπουμε και ποθούμε σαν θεατές , αλλά έναν διαχωρισμό στο πως καταναλώνουμε. Ενώ μοιραζόμαστε όλοι το ίδιο όνειρο, η απόλαυση είναι ξεκάθαρα ιδιωτική. Τρίτο είναι ότι δίνει την αίσθηση στις κοινωνίες μας ότι ζούνε σε ένα διαρκές ανεξάντλητο παρόν. Για τον Ντεμπόρ «Εντός του πραγματικά ανεστραμμένου κόσμου, το αληθινό είναι μόνο μια στιγμή του ψεύδους.»

Τα βιβλία του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη Guy Debord, Ποίηση και επανάσταση και Βορειοδυτικό πέρασμα, Πρωτοπορίες και κινήματα (εκδ. Κριτική) παρουσιάζουν το έργο και τη ζωή του Ντεμπόρ. Ο Ντεμπόρ, μαζί με μια μικρή παρέα συνοδοιπόρων, μεταξύ των οποίων ο Ραούλ Βανεγκέμ, θα αναλάβουν, όπως σημειώνει ο συγγραφέας στο Βορειοδυτικό Πέρασμα, «να αγωνιστούν για το δικαίωμα της σχόλης, της αέναης παιγνιώδους δραστηριότητας, της καινούργιας πειραματικής χρήσης των τεχνολογικών ανακαλύψεων (που τις χειρίζονται χέρια βάναυσα και μυαλά που επιδιώκουν τη διαιώνιση του εκμεταλλευτικού συστήματος), της απελευθέρωσης της καθημερινής ζωής από τις συμβατικότητες και τους καταναγκασμούς που επιβάλλουν οι κρατιστές […] θα θρυμματίσουν τη γραμμικότητα του χρόνου, θα τραγουδήσουν την κραιπάλη και θα εξερευνήσουν τους απαγορευμένους (και κακόφημους) θύλακες ελευθερίας της μεγαλούπολης».

Ο Ντεμπόρ και ο Βανεγκέμ θα αναλάβουν  να προπαγανδίσουν εξεγέρσεις που πλέον δεν περιορίζονται στον χώρο της τέχνης αλλά ενάντια στην ίδια την καπιταλιστική κοινωνία. Όπως μας δείχνει ο συγγραφέας, ο Ντεμπόρ και ο Βανεγκέμ θα στηριχτούν φιλοσοφικά στον Χέγκελ (για τη διαλεκτική φιλοσοφία της ιστορίας), τον Μαρξ (για τον επαναστατικό προσανατολισμό του), τον Στίρνερ και τον Νίτσε παίρνοντας παράλληλα τις αποστάσεις τους ώστε να συγκροτήσουν τους δικούς τους τρόπους σκέψης. Ο Ντεμπόρ «θέλησε να δει την ανατροπή ως μία εκ των καλών τεχνών», γράφει ο Μπαμπασάκης στο Βορειοδυτικό Πέρασμα, κάτι που θα αναλύσει διεξοδικά στον τόμο Ποίηση και Επανάσταση. Αυτή η ανατροπή, τόσο στη θεωρητική όσο και στην πρακτική της έκφανση αφορά κάθε είδους καταπίεση. Το «Guy Debord: ποίηση και επανάσταση» είναι ένα εκτενές εγκώμιο στη ζωή και σκέψη του Ντεμπόρ. Η πολεμική του Ντεμπόρ και των άλλων καταστασιακών απέναντι στους πάντες και τα πάντα, αν και δείχνει την ίδια την εξουσιαστική δομή μιας πρακτικής που επιζητούσε  να υπερβεί κάθε εξουσία, είναι η «αυθεντική περιφρόνηση» για τον κόσμο του θεάματος και του φαίνεσθαι.

*Guy Debord
Ποίηση και Επανάσταση
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Κριτική 2015 (επανέκδοση)


 4.242 προβολές Έκανε πρεμιέρα στις 6 Φεβ 2022

Στοιχεία για την αγορά χαλκού- Γεώργιος Βιζυηνός (1)/ Γιώργος Κοροπούλης, Τρίτο Πρόγραμμα

 



Νίκος Ξυδάκης Γεώργιος Βιζυηνός Αποχαιρετισμός

 



ΠΑΡΑΚΟΣΜΟΣ   Σχόλιο :
Σε όποια εποχή, από όποια οπτική γωνία κι αν σταθούμε απέναντι στο συγγραφικό έργο του Γ. Βιζυηνού, δεν μπορεί παρά να δούμε το παιδί - αφηγητή με το πρόσωπό του στραμμένο στο πρόσωπο της μητέρας. 
Ο Βιζυηνός, στο κύριο σώμα του έργου του, ανοίγει δύο διάπλατα κι αχόρταγα παιδικά μάτια  προς αυτήν, που είναι ο σύνολος κόσμος. Μια αναζήτηση του προσώπου της, σε κάθε γωνία του, σε κάθε ριτίδα κι ανεπαίσθητη σκίαση. Γελάς;  θυμώνεις; κουράστηκες;  Πώς είναι εκεί πάνω που είσαι; Πες μου...  Ένα ψηλάφισμα που περιμένει ανταπόκριση. 

Έτσι θεμελιώνεται η κρυφή γλώσσα που απευθύνεται στο πρόσωπο της μητέρας και ξαναγυρνάει προς τα μέσα για να γίνει ο εαυτός που γνώσθηκε από κάποιον, ο εγνωσμένος εαυτός, η σκέψη που σκέφτεται.
Έτσι μιλάει ο ποιητής μέσα στο ποίημα: Το παιδί που βλέπει τους άγριους ανέμους, τον βοριά και τον θρακιά, τα στοιχειά του κόσμου και τις φρικτές του στράτες, γυρνάει και αναζητά το πρόσωπό της.
Ήταν αυτή που έριχνε γέφυρες και γεφύρωνε τα χάσματα που χώρισαν τον κόσμο και το βρέφος της, παίρνοντας πάντα το μέρος του, το μέρος του αδυνάτου,  με τις κραυγούλες, με τα έκπληκτα μάτια ή μιλώντας μωρουδίστικα, αγγίζοντας πιο μαλακά.
Αυτή που σύστησε τον κόσμο στο μωρό της και το μωρό της στον κόσμο. 
Θέτοντας για πάντα την σύνδεση με το ανθρώπινο γένος, τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του, τα πάθη και τις χαρές του, την συγχώρεση και την αναμονή, τον αγώνα. 

Είναι η κρυφή γλώσσα που ήξεραν οι γυναίκες από την αρχή του χρόνου και που αργότερα, πολύ αργότερα την είπαν εμπαθητική κατανόηση, την χαρτογράφησαν, την περιέλαβαν σε εγχειρίδια ψυχολογίας και την χρησιμοποίησαν πάσης φύσεως ανίδεοι ειδικοί. 
Έκλεψαν από τις σκυφτές - δούλες γυναίκες την γλώσσα τους και την αφυδάτωσαν. 
Γιατί από τους δούλους κι απ' αυτούς που δεν έχουν συνείδηση του είναι τους, κλέβουν...
Σε  αντάλλαγμα τους έδωσαν σύγχρονους τίτλους : εργαζόμενη, ανεξάρτητη, θεληματική, υπεύθυνη, χειραφετημένη...  Τόσα επίθετα κατάλληλα για τις διαφημίσεις και την κενότητά τους.
Και την άφησαν άφωνη. Κι αυτήν και το μωρό της. 
Ναι, οι μητέρες έχουν  χάσει αυτή την πρωταρχική τους ικανότητα, ν' ακούνε αυτές και μόνον αυτές την φωνή του παιδιού τους αδιαμεσολάβητα και χωρίς συμβουλές, από ένστικτο της ζωής και μόνον.
Κι οι άνθρωποι μόνοι εκεί έξω στις στράτες του κόσμου. Χωρίς να έχουν πού να πάνε. 
Τριγύρω όλοι οι δυνατοί, όλοι αυτοί που φωνάζουν, που απειλούν, που βρίζουν τον άνθρωπο, που τον υποβιβάζουν σε εμπόρευμα, σε άψυχο πράγμα, σε καταναλωτική μάζα, σε φοβισμένο υπήκοο.... η καταχνιά. 
Και έφτασε η ψυχή στο στόμα. 
Στο στόμα του ανθρώπου, που δεν έμαθε να μιλάει την κρυφή γλώσσα του κόσμου γιατί δεν βρέθηκε κανείς να του την διδάξει και γι' αυτό δεν μπορεί να φωνάξει τ' άδικο, να πει αυτό που τον πνίγει. Να κραυγάσει την λεηλασία της ζωής του και να του χαριστεί ο κόσμος....

Ξεχωριστή η στιγμή που ο Νίκος Ξυδάκης συνάντησε τον Γεώργιο Βιζυηνό.  

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Dimitri Konstantakopoulos 1 λ. · Επιτυχίες και κίνδυνοι της Τεχνητής Νοημοσύνης

 Dimitri Konstantakopoulos   1 λ.·

Επιτυχίες και κίνδυνοι της Τεχνητής Νοημοσύνης https://www.konstantakopoulos.gr/.../%ce%b5%cf%80%ce%b9...

Σκάνδαλο μεγατόνων: «Ασπίδα του Αχιλλέα» – 3,5 δισ. ευρώ με τα «κλειδιά» στο Ισραήλ


Σκάνδαλο μεγατόνων: «Ασπίδα του Αχιλλέα» – 3,5 δισ. ευρώ με τα «κλειδιά» στο Ισραήλ
 

Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΕΡΖΗΣ

 

Βαρουφάκης ΔΕΘ 2026

 

Απύθμενη απάτη και εκποίηση κάθε έννοιας ανεξαρτησίας και λαϊκής κυριαρχίας η φερόμενη ως "αντιπυραυλική άμυνα"

 Δημήτρης Πατέλης

1 λ. 
Απύθμενη απάτη και εκποίηση κάθε έννοιας ανεξαρτησίας και λαϊκής κυριαρχίας η φερόμενη ως "αντιπυραυλική άμυνα" των σιωνιστών.
‼️
Μια ντροπιαστική στιγμή για τη διεύθυνση της Καθημερινής
‼️
Ανεβασα σήμερα τη συνεντευξη του διευθυντή του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας του Ισραήλ Μοσέ Πατέλ στην Καθημερινή.
‼️
Η συνέντευξη αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη δημοσιογραφική επιτυχία, την έχει πάρει ο Αθανάσιος Κατσικίδης. Κι αυτό γιατί ο Μοσέ Πατέλ απαντάει με ένα ξερό και κατηγορηματικό “Όχι” στην ερώτηση αν η Ελλάδα θα έχει πρόσβαση στον “πηγαίο κώδικα” που δίνει τη δυνατότητα “διοίκησης και ελέγχου” (command and control) της “Ασπίδας του Αχιλλέα”. Τις ημέρες πριν την πώληση, πηγές του ΥΠΕΘΑ διέρρεαν ότι η Ελλάδα θα λάβει τον “πηγαίο κώδικα”.
‼️
Έγραφε συγκεκριμένα η Καθημερινή: “Οπως αναφέρουν πηγές του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, τις προηγούμενες ημέρες διευθετήθηκαν κάποιες λεπτομέρειες που είχαν απομείνει να αποσαφηνιστούν και αφορούσαν την εξασφάλιση ελληνικής συμμετοχής κατά 25% στο έργο και την εκχώρηση του πηγαίου κώδικα, ώστε να έχουν οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις τον έλεγχο του λογισμικού που «τρέχει» τα ηλεκτρονικά υποσυστήματα του αντιαεροπορικού θόλου.”
‼️
Η διάψευση είναι απόλυτη. Και δεν αφορά τον οποιοδήποτε εξοπλισμό, πχ μια φρεγάτα ή κάποιους πυραύλους. Μιλάμε για το επιχειρησιακό κέντρο της νέας αρχιτεκτονικής των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, το οποίο χωρίς τον πηγαίο κώδικα θα τελεί υπό την εποπτεία (για να μην πω τη διοίκηση και τον έλεγχο) ενός ξένου κράτους. Κι όλα αυτά στη χώρα των υποκλοπών και του Predator με στόχους τον ΥΠΕΘΑ, τον ΥΠΕΞ και το μισό υπουργικό συμβούλιο…
⚠️
Κι όμως. Παρά τη δημοσιογραφική επιτυχία, με έκπληξή μου πριν λίγο, είδα οτι στο λινκ της Καθημερινής το οποίο ανέβασα στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης, η συγκεκριμένη ερώτηση και η συγκεκριμένη απάντηση έχουν αφαιρεθεί.
Διαβάστε αναλυτικά ΕΔΩ
👇
👇
Λιγότερα
"Ζοφερά πράγματα": Ο Θ. Καμπαγιάννης καταγγέλει ότι η "Καθημερινη" αφαίρεσε απόσπασμα συνέντευξης Ισραηλινού αξιωματούχου που έκανε ξεκά

Αντώνης Ανδρουλιδάκης 4 ώρ. · ΤΙ ΘΑ ΑΦΗΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ;

 

ΤΙ ΘΑ ΑΦΗΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ;

Ο Σεπτέμβρης έχει πάντα κάτι από μια δεύτερη αρχή. Ίσως επειδή κουβαλάμε ακόμη μέσα μας τη μνήμη των σχολικών χρόνων: καινούργια τετράδια, καθαρές σελίδες, μια παράξενη αίσθηση ότι κάτι αρχίζει ξανά. Ίσως επειδή το καλοκαίρι τελειώνει και μαζί του τελειώνει εκείνη η μικρή αναστολή της κανονικής ζωής. Επιστρέφουμε στα σπίτια μας, στις δουλειές μας, στις σχέσεις μας - τελικά, στον εαυτό μας.

Και ίσως γι’ αυτό ο Σεπτέμβρης είναι μια καλή στιγμή όχι μόνο για να αναρωτηθούμε τι θέλουμε να αρχίσουμε, αλλά και τι ΔΕΝ θέλουμε να συνεχίσουμε. Γιατί κάθε καινούργια αρχή χρειάζεται και έναν μικρό αποχωρισμό. Οπότε, υπάρχουν τουλάχιστον τρία πράγματα που θα άξιζε ίσως να αφήσουμε πίσω μας αυτόν τον Σεπτέμβρη.

✅
ΠΡΩΤΑ ΑΠ΄ ΟΛΑ, ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΟΤΙ ΑΡΓΗΣΑΜΕ
Ότι έπρεπε ήδη να έχουμε φτάσει κάπου. Να έχουμε βρει τον άνθρωπό μας, να έχουμε κάνει τη δουλειά που ονειρευόμασταν, να έχουμε θεραπευτεί, να έχουμε αποφασίσει, να έχουμε προχωρήσει, να έχουμε γίνει επιτέλους εκείνος ο άνθρωπος που φανταζόμασταν κάποτε ότι θα είμαστε.

Έχουμε μια παράξενη συνήθεια να συγκρίνουμε τη ζωή που ζούμε με ένα αόρατο χρονοδιάγραμμα που κανείς δεν ξέρει ποιος το έγραψε. Στα τριάντα έπρεπε. Στα σαράντα θα έπρεπε. Στα πενήντα είναι αργά. Στα εξήντα τι νόημα έχει πια;

Κι έτσι δεν πενθούμε μόνο όσα χάσαμε. Πενθούμε και όσα πιστεύουμε ότι δεν δικαιούμαστε πλέον να επιθυμούμε. Μόνο που η ζωή δεν εξελίσσεται με το πρόγραμμα που κάποτε φανταστήκαμε γι’ αυτήν. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούσαμε να κάνουμε νωρίτερα, όχι επειδή αποτύχαμε, αλλά επειδή δεν ήμασταν ακόμη ο άνθρωπος που μπορούσε να τα κάνει.

Υπάρχουν έρωτες που δεν θα μπορούσαμε να αντέξουμε στα τριάντα. Αλήθειες που δεν μπορούσαμε να παραδεχτούμε στα σαράντα. Όρια που δεν ξέραμε να βάζουμε. Αποχωρισμοί που χρειάστηκαν χρόνια μέχρι να μπορέσουμε να τους πραγματοποιήσουμε. Δεν σημαίνει ότι άργησες. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι τώρα μπορείς.

✅
Το ΔΕΥΤΕΡΟ που θα άξιζε να αφήσουμε πίσω είναι Η ΕΞΑΝΤΛΗΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΜΑΣ.
Να πείσουμε κάποιον να μας αγαπήσει. Να μας επιλέξει. Να καταλάβει πόσο σημαντικοί είμαστε. Να αναγνωρίσει πόσα προσφέραμε. Να αποδείξουμε στη δουλειά ότι αξίζουμε τη θέση μας. Στους γονείς μας ότι τελικά τα καταφέραμε. Στους πρώην μας ότι έκαναν λάθος. Στον κόσμο ότι είμαστε αρκετοί.

Πόση ζωή ξοδεύεται μέσα σε ένα αόρατο εξεταστικό κέντρο. Και πόσο εύκολα, χωρίς να το καταλάβουμε, μετατρέπουμε ακόμη και την αγάπη σε εξέταση: «Τι άλλο πρέπει να γίνω για να με επιλέξεις;» Μάλλον τίποτε. Ίσως η ενηλικίωση να αρχίζει κάποτε από την ταπεινή παραδοχή ότι δεν θα μας επιλέξουν όλοι. Δεν θα μας καταλάβουν όλοι. Δεν θα αναγνωρίσουν όλοι την αξία μας. Και δεν χρειάζεται.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να μας αγαπήσουν όπως χρειαζόμαστε, όσο κι αν εξηγήσουμε, προσπαθήσουμε, περιμένουμε ή μικρύνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε στη ζωή τους. Δεν χρειάζεται να κερδίσεις μια θέση εκεί όπου πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις ότι αξίζεις να βρίσκεσαι.

✅
Και υπάρχει ένα ΤΡΙΤΟ, ίσως το δυσκολότερο. Να αφήσουμε πίσω εκείνη την εκδοχή του εαυτού μας που εξακολουθεί να περιμένει ότι ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΟΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΚΑΠΟΤΕ ΤΟ ΠΑΛΙΟ.

Γιατί ένα καινούργιο κεφάλαιο μπορεί πράγματι να έχει αρχίσει, ενώ ένα μέρος μας εξακολουθεί να ζει μέσα στο προηγούμενο.

Μπορεί ένας άνθρωπος να μας φέρεται με συνέπεια κι εμείς να περιμένουμε τη στιγμή που θα αλλάξει. Μπορεί κάποιος να μας αγαπά και εμείς να ψάχνουμε στην παραμικρή απόσταση την πρώτη ένδειξη εγκατάλειψης. Μπορεί να ανοίξει μια καινούργια επαγγελματική δυνατότητα και η πρώτη μας σκέψη να μην είναι «τι όμορφο», αλλά «πόσο θα κρατήσει;». Μπορεί η ζωή να αρχίζει επιτέλους να κινείται προς μια καλή κατεύθυνση κι εμείς να φοβόμαστε ακόμη και να χαρούμε, λες και η συγκρατημένη χαρά θα κάνει μικρότερη την απογοήτευση αν κάτι πάει στραβά.

Βέβαια, το καινούργιο δεν ακυρώνει αυτομάτως όσα μάθαμε μέσα στο παλιό. Η πραγματικότητα μπορεί να έχει αλλάξει πριν προλάβει να αλλάξει η προσδοκία μας γι’ αυτήν. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ύπουλα αποτυπώματα του τραύματος: δεν θυμόμαστε απλώς αυτό που συνέβη. Αρχίζουμε να το περιμένουμε.

Η εγκατάλειψη γίνεται προσδοκία εγκατάλειψης. Η προδοσία γίνεται επιφυλακή απέναντι στην εμπιστοσύνη. Η αποτυχία γίνεται φόβος να επενδύσουμε ξανά. Η απόρριψη γίνεται η βεβαιότητα ότι πίσω από κάθε καινούργια αποδοχή κρύβεται μια μελλοντική απόρριψη.

Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο: το παρελθόν αρχίζει να παίρνει αποφάσεις για ένα μέλλον που δεν έχει ακόμη γνωρίσει.
Δεν είναι παράλογο. Είναι ένας τρόπος προστασίας.
Αν κάποτε η πόρτα έκλεισε απότομα, την επόμενη φορά που μια πόρτα ανοίγει δεν περνάς αμέσως. Κοιτάζεις τους μεντεσέδες. Κρατάς το πόδι σου λίγο πίσω. Αναρωτιέσαι πόσο θα μείνει ανοιχτή. Μόνο που κάποια στιγμή χρειάζεται να αναρωτηθείς:
Αυτή η πόρτα κλείνει πραγματικά ή εγώ εξακολουθώ να ακούω τον θόρυβο από εκείνη που έκλεισε κάποτε;

Εδώ ίσως βρίσκεται μια από τις δυσκολότερες μορφές αλλαγής. Όχι να ξεχάσουμε όσα μάθαμε, ούτε να γίνουμε αφελείς. Αλλά να επιτρέψουμε στη σημερινή πραγματικότητα να μας δώσει καινούργιες πληροφορίες.

Αν ένας άνθρωπος είναι σταθερός, να αρχίσουμε σιγά σιγά να πιστεύουμε τη σταθερότητά του αντί να περιμένουμε την ασυνέπειά του. Αν μια πόρτα ανοίξει, να τολμήσουμε να περάσουμε χωρίς να ζούμε από πριν τη στιγμή που ίσως κλείσει.
Αν κάτι μας συγκινήσει ξανά, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να το επιθυμήσει, ακόμη κι αν κάποτε η επιθυμία μάς κόστισε.

Γιατί η θεραπεία δεν σημαίνει να ξεχάσεις ότι κάποτε πληγώθηκες. Σημαίνει να αποκτήσεις την ελευθερία να μη συμπεριφέρεσαι σε κάθε καινούργιο άνθρωπο σαν να είναι εκείνος που σε πλήγωσε. Να μη μεταχειρίζεσαι κάθε καινούργια ευκαιρία σαν να είναι εκείνη που χάθηκε. Να μη ζεις κάθε καινούργια αρχή σαν πρόβα της παλιάς καταστροφής.

Ίσως λοιπόν αυτός ο Σεπτέμβρης να μη χρειάζεται μεγάλες αποφάσεις. Ούτε νέες ζωές, νέους εαυτούς και μεγαλόπνοα σχέδια αυτοβελτίωσης. Ίσως χρειάζεται απλώς λίγο χώρο. Χώρο εκεί όπου υπήρχε το «άργησα». Χώρο εκεί όπου υπήρχε το «πρέπει να αποδείξω ότι αξίζω». Χώρο εκεί όπου υπήρχε το «ξέρω ήδη πώς θα τελειώσει». Και μέσα σ’ αυτόν τον χώρο να δοκιμάσουμε τρεις καινούργιες προτάσεις:

- Δεν άργησα. Είμαι εδώ τώρα.

- Δεν χρειάζεται να αποδείξω την αξία μου για να δικαιούμαι αγάπη.

- Αυτό που συνέβη κάποτε δεν είναι απαραίτητο να συμβεί ξανά. Δεν θα επιτρέψω στο παρελθόν να αποφασίσει εκ των προτέρων τι μπορεί να γίνει το μέλλον.
Λιγότερα

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)