Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Ζακ Ντεριντά. "αποδόμηση"

 


Ιδεόνιο

 
Ακολουθήστε

Πολλά φιλοσοφικά συστήματα οργανώνουν τη σκέψη τους με αντιθέσεις: αλήθεια/πλάνη, παρουσία/απουσία, φύση/τεχνητό, πρωτότυπο/αντίγραφο κτλ.
Οι αντιθέσεις αυτές συνήθως περιέχουν και μια ιεραρχία. Ο ένας όρος είναι πρωταρχικός, αυθεντικός και καθαρός, ενώ ο άλλος δευτερεύων, παράγωγος ή προβληματικός.
Αν εξετάσουμε προσεκτικά αυτή την ιεραρχία, συχνά ανακαλύπτουμε ότι ο προνομιούχος όρος χρειάζεται εκείνον που θεωρεί κατώτερο, ακόμη και για να μπορέσει να οριστεί.
Ακούγεται περίπλοκο, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι (και τόσο).
Και όμως, αυτή η τεχνική έχει όνομα, λέγεται "αποδόμηση" και έχει συνδεθεί με τον Ζακ Ντεριντά, έναν από τους πιο δύσκολους φιλοσόφους να διαβάσει κανείς.
Θα δούμε πως λειτουργεί η αποδόμηση σε ένα επιχείρημα του Πλάτωνα, πως δηλαδή ο ίδιος ο Ντεριντά την έκανε σε ένα διάσημο άρθρο του. Μετά, θα δούμε πως το διατύπωσε ο ίδιος ο φιλόσοφος για να διαπιστώσουμε αν όντως ο μύθος του ακατανόητου τρόπου γραφής του είναι αληθινός
😁
ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ
Στον διάλογο Φαίδρο, ο Πλάτωνας αναπτύσσει μια έντονη επιφύλαξη απέναντι στη γραφή. Στον μύθο του Θευθ, η γραφή παρουσιάζεται ως «φάρμακον» για τη μνήμη και τη σοφία. Η απάντηση όμως είναι ότι θα προκαλέσει λήθη, επειδή οι άνθρωποι θα βασίζονται σε εξωτερικά σημάδια αντί στη δική τους μνήμη, και θα τους προσφέρει την εμφάνιση της σοφίας χωρίς την πραγματική της κατάκτηση.
Ο γραπτός λόγος έχει ακόμη ένα πρόβλημα. Είναι βουβός και ανυπεράσπιστος. Αν τον ρωτήσεις τι εννοεί, επαναλαμβάνει πάντα το ίδιο. Μπορεί να ταξιδέψει μακριά από τον δημιουργό του και να πέσει στα χέρια ανθρώπων που θα τον παρερμηνεύσουν, χωρίς εκείνος να βρίσκεται εκεί για να τον υπερασπιστεί. Αντίθετα, ο ζωντανός λόγος της διαλεκτικής μπορεί να απαντά, να διευκρινίζει και να προσαρμόζεται στον συνομιλητή του.
Άρα, στον Φαίδρο η βασική ιεραρχία είναι:
ζωντανός λόγος → πρωταρχικός, ζωντανός, παρών
γραφή → δευτερεύουσα, εξωτερική, παράγωγη
Η ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ ΤΟΥ ΝΤΕΡΙΝΤΑ
Ο Ντεριντά στο άρθρο «Η Φαρμακεία του Πλάτωνος» (1972) παρατηρεί ότι η γραφή εμφανίζεται ως «αναπλήρωμα».
Από τη μία:
αναπλήρωμα = κάτι επιπλέον που προστίθεται σε κάτι ήδη πλήρες.
Από την άλλη:
αναπληρώνω = καλύπτω κάτι που λείπει.
Αν όμως ο ζωντανός λόγος ήταν πραγματικά πλήρης, αυτάρκης και ολοκληρωμένος, γιατί χρειάστηκε ποτέ το αναπλήρωμα της γραφής;
Η δυνατότητα της γραφής να τον αναπληρώνει υπονομεύει την ιδέα ότι ο λόγος υπήρξε εξαρχής απολύτως αυτάρκης. Το υποτιθέμενα δευτερεύον στοιχείο αποδεικνύεται ότι έχει πολύ πιο περίπλοκη σχέση με το πρωταρχικό από όσο επιτρέπει η αρχική ιεραρχία.
Αυτή είναι μια χαρακτηριστική αποδομητική κίνηση. Ο Ντεριντά δεν αντιστρέφει απλώς την ιεραρχία για να πει ότι η γραφή είναι ανώτερη από τον λόγο. Δείχνει ότι ο καθαρός διαχωρισμός ανάμεσά τους δεν μπορεί να διατηρηθεί τόσο εύκολα.
Στο πρώτο σχόλιο, θα σας δείξω πως το έγραψε αυτό ο Ντεριντά, για να πάρετε μια αίσθηση της γραφής που ταλαιπωρεί τους φοιτητές εδώ και δεκαετίες!
Ο ΖΑΚ ΝΤΕΡΙΝΤΑ
Ο Ντεριντά έγινε ένας από τους διασημότερους φιλοσόφους του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα και απέκτησε σχεδόν το κύρος ενός διανοούμενου σταρ. Οι διαλέξεις του γέμιζαν πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, ενώ το έργο του εξαπλώθηκε πολύ πέρα από τη φιλοσοφία, στη λογοτεχνική θεωρία, την πολιτική σκέψη, την αρχιτεκτονική και τις ανθρωπιστικές επιστήμες γενικότερα.
Όποιος θέλει να προσεγγίσει το πυκνό του έργο χωρίς να αποθαρρυνθεί μπορεί να ξεκινήσει από μια ιδιαίτερα βατή εισαγωγή:
Deutscher, P. (2005), How to Read Derrida, Granta Books.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)