Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης 4 ώρ. · ΤΙ ΘΑ ΑΦΗΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ;

 

ΤΙ ΘΑ ΑΦΗΣΕΙΣ ΠΙΣΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ;

Ο Σεπτέμβρης έχει πάντα κάτι από μια δεύτερη αρχή. Ίσως επειδή κουβαλάμε ακόμη μέσα μας τη μνήμη των σχολικών χρόνων: καινούργια τετράδια, καθαρές σελίδες, μια παράξενη αίσθηση ότι κάτι αρχίζει ξανά. Ίσως επειδή το καλοκαίρι τελειώνει και μαζί του τελειώνει εκείνη η μικρή αναστολή της κανονικής ζωής. Επιστρέφουμε στα σπίτια μας, στις δουλειές μας, στις σχέσεις μας - τελικά, στον εαυτό μας.

Και ίσως γι’ αυτό ο Σεπτέμβρης είναι μια καλή στιγμή όχι μόνο για να αναρωτηθούμε τι θέλουμε να αρχίσουμε, αλλά και τι ΔΕΝ θέλουμε να συνεχίσουμε. Γιατί κάθε καινούργια αρχή χρειάζεται και έναν μικρό αποχωρισμό. Οπότε, υπάρχουν τουλάχιστον τρία πράγματα που θα άξιζε ίσως να αφήσουμε πίσω μας αυτόν τον Σεπτέμβρη.

✅
ΠΡΩΤΑ ΑΠ΄ ΟΛΑ, ΤΗΝ ΙΔΕΑ ΟΤΙ ΑΡΓΗΣΑΜΕ
Ότι έπρεπε ήδη να έχουμε φτάσει κάπου. Να έχουμε βρει τον άνθρωπό μας, να έχουμε κάνει τη δουλειά που ονειρευόμασταν, να έχουμε θεραπευτεί, να έχουμε αποφασίσει, να έχουμε προχωρήσει, να έχουμε γίνει επιτέλους εκείνος ο άνθρωπος που φανταζόμασταν κάποτε ότι θα είμαστε.

Έχουμε μια παράξενη συνήθεια να συγκρίνουμε τη ζωή που ζούμε με ένα αόρατο χρονοδιάγραμμα που κανείς δεν ξέρει ποιος το έγραψε. Στα τριάντα έπρεπε. Στα σαράντα θα έπρεπε. Στα πενήντα είναι αργά. Στα εξήντα τι νόημα έχει πια;

Κι έτσι δεν πενθούμε μόνο όσα χάσαμε. Πενθούμε και όσα πιστεύουμε ότι δεν δικαιούμαστε πλέον να επιθυμούμε. Μόνο που η ζωή δεν εξελίσσεται με το πρόγραμμα που κάποτε φανταστήκαμε γι’ αυτήν. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούσαμε να κάνουμε νωρίτερα, όχι επειδή αποτύχαμε, αλλά επειδή δεν ήμασταν ακόμη ο άνθρωπος που μπορούσε να τα κάνει.

Υπάρχουν έρωτες που δεν θα μπορούσαμε να αντέξουμε στα τριάντα. Αλήθειες που δεν μπορούσαμε να παραδεχτούμε στα σαράντα. Όρια που δεν ξέραμε να βάζουμε. Αποχωρισμοί που χρειάστηκαν χρόνια μέχρι να μπορέσουμε να τους πραγματοποιήσουμε. Δεν σημαίνει ότι άργησες. Μπορεί απλώς να σημαίνει ότι τώρα μπορείς.

✅
Το ΔΕΥΤΕΡΟ που θα άξιζε να αφήσουμε πίσω είναι Η ΕΞΑΝΤΛΗΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΜΑΣ.
Να πείσουμε κάποιον να μας αγαπήσει. Να μας επιλέξει. Να καταλάβει πόσο σημαντικοί είμαστε. Να αναγνωρίσει πόσα προσφέραμε. Να αποδείξουμε στη δουλειά ότι αξίζουμε τη θέση μας. Στους γονείς μας ότι τελικά τα καταφέραμε. Στους πρώην μας ότι έκαναν λάθος. Στον κόσμο ότι είμαστε αρκετοί.

Πόση ζωή ξοδεύεται μέσα σε ένα αόρατο εξεταστικό κέντρο. Και πόσο εύκολα, χωρίς να το καταλάβουμε, μετατρέπουμε ακόμη και την αγάπη σε εξέταση: «Τι άλλο πρέπει να γίνω για να με επιλέξεις;» Μάλλον τίποτε. Ίσως η ενηλικίωση να αρχίζει κάποτε από την ταπεινή παραδοχή ότι δεν θα μας επιλέξουν όλοι. Δεν θα μας καταλάβουν όλοι. Δεν θα αναγνωρίσουν όλοι την αξία μας. Και δεν χρειάζεται.

Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να μας αγαπήσουν όπως χρειαζόμαστε, όσο κι αν εξηγήσουμε, προσπαθήσουμε, περιμένουμε ή μικρύνουμε τον εαυτό μας για να χωρέσουμε στη ζωή τους. Δεν χρειάζεται να κερδίσεις μια θέση εκεί όπου πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεις ότι αξίζεις να βρίσκεσαι.

✅
Και υπάρχει ένα ΤΡΙΤΟ, ίσως το δυσκολότερο. Να αφήσουμε πίσω εκείνη την εκδοχή του εαυτού μας που εξακολουθεί να περιμένει ότι ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΟΠΩΣ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΚΑΠΟΤΕ ΤΟ ΠΑΛΙΟ.

Γιατί ένα καινούργιο κεφάλαιο μπορεί πράγματι να έχει αρχίσει, ενώ ένα μέρος μας εξακολουθεί να ζει μέσα στο προηγούμενο.

Μπορεί ένας άνθρωπος να μας φέρεται με συνέπεια κι εμείς να περιμένουμε τη στιγμή που θα αλλάξει. Μπορεί κάποιος να μας αγαπά και εμείς να ψάχνουμε στην παραμικρή απόσταση την πρώτη ένδειξη εγκατάλειψης. Μπορεί να ανοίξει μια καινούργια επαγγελματική δυνατότητα και η πρώτη μας σκέψη να μην είναι «τι όμορφο», αλλά «πόσο θα κρατήσει;». Μπορεί η ζωή να αρχίζει επιτέλους να κινείται προς μια καλή κατεύθυνση κι εμείς να φοβόμαστε ακόμη και να χαρούμε, λες και η συγκρατημένη χαρά θα κάνει μικρότερη την απογοήτευση αν κάτι πάει στραβά.

Βέβαια, το καινούργιο δεν ακυρώνει αυτομάτως όσα μάθαμε μέσα στο παλιό. Η πραγματικότητα μπορεί να έχει αλλάξει πριν προλάβει να αλλάξει η προσδοκία μας γι’ αυτήν. Και αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ύπουλα αποτυπώματα του τραύματος: δεν θυμόμαστε απλώς αυτό που συνέβη. Αρχίζουμε να το περιμένουμε.

Η εγκατάλειψη γίνεται προσδοκία εγκατάλειψης. Η προδοσία γίνεται επιφυλακή απέναντι στην εμπιστοσύνη. Η αποτυχία γίνεται φόβος να επενδύσουμε ξανά. Η απόρριψη γίνεται η βεβαιότητα ότι πίσω από κάθε καινούργια αποδοχή κρύβεται μια μελλοντική απόρριψη.

Και τότε συμβαίνει κάτι παράξενο: το παρελθόν αρχίζει να παίρνει αποφάσεις για ένα μέλλον που δεν έχει ακόμη γνωρίσει.
Δεν είναι παράλογο. Είναι ένας τρόπος προστασίας.
Αν κάποτε η πόρτα έκλεισε απότομα, την επόμενη φορά που μια πόρτα ανοίγει δεν περνάς αμέσως. Κοιτάζεις τους μεντεσέδες. Κρατάς το πόδι σου λίγο πίσω. Αναρωτιέσαι πόσο θα μείνει ανοιχτή. Μόνο που κάποια στιγμή χρειάζεται να αναρωτηθείς:
Αυτή η πόρτα κλείνει πραγματικά ή εγώ εξακολουθώ να ακούω τον θόρυβο από εκείνη που έκλεισε κάποτε;

Εδώ ίσως βρίσκεται μια από τις δυσκολότερες μορφές αλλαγής. Όχι να ξεχάσουμε όσα μάθαμε, ούτε να γίνουμε αφελείς. Αλλά να επιτρέψουμε στη σημερινή πραγματικότητα να μας δώσει καινούργιες πληροφορίες.

Αν ένας άνθρωπος είναι σταθερός, να αρχίσουμε σιγά σιγά να πιστεύουμε τη σταθερότητά του αντί να περιμένουμε την ασυνέπειά του. Αν μια πόρτα ανοίξει, να τολμήσουμε να περάσουμε χωρίς να ζούμε από πριν τη στιγμή που ίσως κλείσει.
Αν κάτι μας συγκινήσει ξανά, να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να το επιθυμήσει, ακόμη κι αν κάποτε η επιθυμία μάς κόστισε.

Γιατί η θεραπεία δεν σημαίνει να ξεχάσεις ότι κάποτε πληγώθηκες. Σημαίνει να αποκτήσεις την ελευθερία να μη συμπεριφέρεσαι σε κάθε καινούργιο άνθρωπο σαν να είναι εκείνος που σε πλήγωσε. Να μη μεταχειρίζεσαι κάθε καινούργια ευκαιρία σαν να είναι εκείνη που χάθηκε. Να μη ζεις κάθε καινούργια αρχή σαν πρόβα της παλιάς καταστροφής.

Ίσως λοιπόν αυτός ο Σεπτέμβρης να μη χρειάζεται μεγάλες αποφάσεις. Ούτε νέες ζωές, νέους εαυτούς και μεγαλόπνοα σχέδια αυτοβελτίωσης. Ίσως χρειάζεται απλώς λίγο χώρο. Χώρο εκεί όπου υπήρχε το «άργησα». Χώρο εκεί όπου υπήρχε το «πρέπει να αποδείξω ότι αξίζω». Χώρο εκεί όπου υπήρχε το «ξέρω ήδη πώς θα τελειώσει». Και μέσα σ’ αυτόν τον χώρο να δοκιμάσουμε τρεις καινούργιες προτάσεις:

- Δεν άργησα. Είμαι εδώ τώρα.

- Δεν χρειάζεται να αποδείξω την αξία μου για να δικαιούμαι αγάπη.

- Αυτό που συνέβη κάποτε δεν είναι απαραίτητο να συμβεί ξανά. Δεν θα επιτρέψω στο παρελθόν να αποφασίσει εκ των προτέρων τι μπορεί να γίνει το μέλλον.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)