ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ
«Τόν Θεό δέν θά τόν βρεῖτε μέσα στά βιβλία. Θά τόν βρεῖτε, ἄν ἔχετε τά μάτια στραμμένα στή γῆ, στό πεζοδρόμιο, ἐκεῖ ὅπου πονάει ὁ κόσμος», ἐδήλωσεν ὁ Ἀντώνης Σαμαράκης εἰς μίαν συνέντευξίν του. Τά λόγια τοῦ συγγραφέως μας ἀπηχοῦν τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπου ὡς κριτήριον διά τήν σωτηρίαν μας κατονομάζεται ἡ βοήθεια πρός τούς ἐνδεεῖς, τούς πεινῶντας, τούς διψῶντας, τούς ξένους, τούς γυμνούς, τούς ἀσθενεῖς, τούς ἐν φυλακῇ (Ματθ. κε´, 31-46). Τό πνεῦμα, τό ὁποῖον ἐκφράζει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν παραβολήν τοῦ «ἄφρονος πλουσίου» (Λουκ. ιβ´, 15-21) καί τήν διαλαμβανομένην εἰς αὐτήν κριτικήν εἰς τήν λογικήν τῆς αὐξήσεως τοῦ πλούτου καί τῆς συσσωρεύσεως ἀγαθῶν, ἐκπροσωπεῖ καί ὁ Ἀντώνης Σαμαράκης, ὅταν λέγῃ διά τήν ἐποχήν μας: «Φτάσαμε στό σημεῖον, οἱ μόνες ἀξίες πού εἶναι ζωντανές νά εἶναι οἱ αξίες τοῦ χρηματιστηρίου». Ἐπίσης, ἡ κριτική του εἰς τήν ἐποχήν μας, ὡς ἐποχήν μοναξιᾶς, ἀπομο - νώσεως τῶν ἀνθρώπων καί ἀτομοκεντρισμοῦ —«Ποτέ ἄλλοτε οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων δέν ἧταν τόσο μακριά ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη, ὅσο εἶναι σήμερα» , συμπίπτει μέ τήν τοποθέ - τησιν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπέναντι εἰς τόν σύγχρονον ἑαυτοκεντρισμόν, τήν ἀδιαφορίαν διά τόν πλησίον, συμπίπτει μέ τόν τονισμόν τοῦ κοινωνικοῦ καί κοινοτικοῦ περιεχομένου τοῦ ἤθους καί τῆς πίστεως εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν, τόν Θεόν τῆς κοινωνίας καί τῶν σχέσεων, ὁ Ὁποῖος καθ᾽ἑαυτόν εἶναι «ἡ ἄρνησις τῆς μοναξιᾶς» καί τῆς κλειστότητος.
βκ´ Μαΐου λα´
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καί
Οἰκουμενικός Πατριάρχης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας
Βαρθολομαίος Α΄
Αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του:
ΣΤΗΝ ΕΙΔΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ,1943 Το «στρατηγείο» της Ειδικής Ασφάλειας ήταν σ’ ένα διώροφο σπίτι, μάλλον τριώροφο, δε θυμάμαι. Με πήγαν σ’ ένα δωμάτιο σε πάνω όροφο, με άφησαν για πολλή ώρα μαζί με έναν δικό τους που καθόταν σε καρέκλα απέναντί μου, κι εγώ σε μια καρέκλα ήμουν, αυτός είχε το πιστόλι του πότε στραμμένο προς εμένα και πότε το έπαιζε στα χέρια του σαν παιχνίδι παιδιού. Λέξη δεν είπε όση ώρα ήταν «παρέα» μου ο τύπος. Μια στιγμή, άκουσα φριχτές κραυγές πόνου, οιμωγές, έρχονταν από κάποιο άλλο δωμάτιο. Ποιος ξέρει ποιον βασάνιζαν εκείνη την ώρα. Φοβερό ήταν αυτό το άκουσμα, ανατριχιαστικό. Δεν άντεξα και έβγαλα κι εγώ μια κραυγή: «Μα έτσι τέλος πάντων βασανίζετε αυτούς τους ανθρώπους που έχετε στα χέρια σας, έτσι; Τόσο απάνθρωπα;». (Aυτοβιογραφία ).
ΟΔΟΣ ΕΛΠΙΔΟΣ Όταν με τα πολλά έφυγα ζωντανός από την Ειδική Ασφάλεια, ζωντανός μεν αλλά κατατσακισμένος από το άγριο ξύλο, όταν επιτέλους έφυγα σέρνοντας τα πόδια μου, φτάνοντας στη γωνία είδα το όνομα του δρόμου: ΟΔΟΣ ΕΛΠΙΔΟΣ. Ρίγος με συγκλόνισε. Ώστε ο δρόμος αυτός με το κολαστήριο, όπου δεν υπήρχε ελπίδα για όσους περνούσαν το κατώφλι της Ειδικής Ασφάλειας, λεγόταν ΟΔΟΣ ΕΛΠΙΔΟΣ. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1954, όταν ήταν να κάνω το ξεκίνημά μου στην αφηγηματική πεζογραφία, μια συλλογή δώδεκα διηγημάτων με επίκεντρο την αναζήτησελπίδας από τον μεταπολεμικό άνθρωπο, η πρώτη μου σκέψη ήταν να δώσω στη συλλογή γενικό τίτλο: Οδός Ελπίδος. Αλλά έβαλα τον τίτλο του τελευταίου διηγήματος: Ζητείται ελπίς. (Aυτοβιογραφία )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου