Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ. Μια διαδρομή στον 20ο αιώνα.


Ο τιμητικός τόμος εδώ:
ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ
 


«Τόν Θεό δέν θά τόν βρεῖτε μέσα στά βιβλία. Θά τόν βρεῖτε, ἄν ἔχετε τά μάτια στραμμένα στή γῆ, στό πεζοδρόμιο, ἐκεῖ ὅπου πονάει ὁ κόσμος», ἐδήλωσεν ὁ Ἀντώνης Σαμαράκης εἰς μίαν συνέντευξίν του. Τά λόγια τοῦ συγγραφέως μας ἀπηχοῦν τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπου ὡς κριτήριον διά τήν σωτηρίαν μας κατονομάζεται ἡ βοήθεια πρός τούς ἐνδεεῖς, τούς πεινῶντας, τούς διψῶντας, τούς ξένους, τούς γυμνούς, τούς ἀσθενεῖς, τούς ἐν φυλακῇ (Ματθ. κε´, 31-46). Τό πνεῦμα, τό ὁποῖον ἐκφράζει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν παραβολήν τοῦ «ἄφρονος πλουσίου» (Λουκ. ιβ´, 15-21) καί τήν διαλαμβανομένην εἰς αὐτήν κριτικήν εἰς τήν λογικήν τῆς αὐξήσεως τοῦ πλούτου καί τῆς συσσωρεύσεως ἀγαθῶν, ἐκπροσωπεῖ καί ὁ Ἀντώνης Σαμαράκης, ὅταν λέγῃ διά τήν ἐποχήν μας: «Φτάσαμε στό σημεῖον, οἱ μόνες ἀξίες πού εἶναι ζωντανές νά εἶναι οἱ αξίες τοῦ χρηματιστηρίου». Ἐπίσης, ἡ κριτική του εἰς τήν ἐποχήν μας, ὡς ἐποχήν μοναξιᾶς, ἀπομο - νώσεως τῶν ἀνθρώπων καί ἀτομοκεντρισμοῦ —«Ποτέ ἄλλοτε οἱ καρδιές τῶν ἀνθρώπων δέν ἧταν τόσο μακριά ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη, ὅσο εἶναι σήμερα» , συμπίπτει μέ τήν τοποθέ - τησιν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπέναντι εἰς τόν σύγχρονον ἑαυτοκεντρισμόν, τήν ἀδιαφορίαν διά τόν πλησίον, συμπίπτει μέ τόν τονισμόν τοῦ κοινωνικοῦ καί κοινοτικοῦ περιεχομένου τοῦ ἤθους καί τῆς πίστεως εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν, τόν Θεόν τῆς κοινωνίας καί τῶν σχέσεων, ὁ Ὁποῖος καθ᾽ἑαυτόν εἶναι «ἡ ἄρνησις τῆς μοναξιᾶς» καί τῆς κλειστότητος.

βκ´ Μαΐου λα´ 

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καί 

Οἰκουμενικός Πατριάρχης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας 

Βαρθολομαίος Α΄ 


Αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του:

ΣΤΗΝ ΕΙΔΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ,1943 Το «στρατηγείο» της Ειδικής Ασφάλειας ήταν σ’ ένα διώροφο σπίτι, μάλλον τριώροφο, δε θυμάμαι. Με πήγαν σ’ ένα δωμάτιο σε πάνω όροφο, με άφησαν για πολλή ώρα μαζί με έναν δικό τους που καθόταν σε καρέκλα απέναντί μου, κι εγώ σε μια καρέκλα ήμουν, αυτός είχε το πιστόλι του πότε στραμμένο προς εμένα και πότε το έπαιζε στα χέρια του σαν παιχνίδι παιδιού. Λέξη δεν είπε όση ώρα ήταν «παρέα» μου ο τύπος. Μια στιγμή, άκουσα φριχτές κραυγές πόνου, οιμωγές, έρχονταν από κάποιο άλλο δωμάτιο. Ποιος ξέρει ποιον βασάνιζαν εκείνη την ώρα. Φοβερό ήταν αυτό το άκουσμα, ανατριχιαστικό. Δεν άντεξα και έβγαλα κι εγώ μια κραυγή: «Μα έτσι τέλος πάντων βασανίζετε αυτούς τους ανθρώπους που έχετε στα χέρια σας, έτσι; Τόσο απάνθρωπα;». (Aυτοβιογραφία ).

ΟΔΟΣ ΕΛΠΙΔΟΣ Όταν με τα πολλά έφυγα ζωντανός από την Ειδική Ασφάλεια, ζωντανός μεν αλλά κατατσακισμένος από το άγριο ξύλο, όταν επιτέλους έφυγα σέρνοντας τα πόδια μου, φτάνοντας στη γωνία είδα το όνομα του δρόμου: ΟΔΟΣ ΕΛΠΙΔΟΣ. Ρίγος με συγκλόνισε. Ώστε ο δρόμος αυτός με το κολαστήριο, όπου δεν υπήρχε ελπίδα για όσους περνούσαν το κατώφλι της Ειδικής Ασφάλειας, λεγόταν ΟΔΟΣ ΕΛΠΙΔΟΣ. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1954, όταν ήταν να κάνω το ξεκίνημά μου στην αφηγηματική πεζογραφία, μια συλλογή δώδεκα διηγημάτων με επίκεντρο την αναζήτησελπίδας από τον μεταπολεμικό άνθρωπο, η πρώτη μου σκέψη ήταν να δώσω στη συλλογή γενικό τίτλο: Οδός Ελπίδος. Αλλά έβαλα τον τίτλο του τελευταίου διηγήματος: Ζητείται ελπίς. (Aυτοβιογραφία )



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)