ΣΙΓΑ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ ΡΕ!
Υπάρχει τελευταία μια παράξενη αντεπίθεση απέναντι στην έννοια του ψυχικού τραύματος. Σαν να κουραστήκαμε να ακούμε για παιδικές πληγές, κακοποιητικές οικογένειες, τοξικές σχέσεις και τραυματισμένα παιδιά και αποφασίσαμε να επιστρέψουμε σε μια παλαιότερη, υποτίθεται πιο υγιή σοφία που λέει πως η ζωή είναι δύσκολη, όλοι πονάμε, οι γονείς κάνουν λάθη, κάποια στιγμή μεγαλώνεις, αναλαμβάνεις την ευθύνη σου και προχωράς.
Υπάρχει ασφαλώς κάτι αληθινό σε αυτή την αντίδραση. Ο όρος «τραύμα» έχει χρησιμοποιηθεί τόσο πολύ ώστε κινδυνεύει να χάσει το νόημά του. Δεν είναι κάθε ματαίωση τραύμα, κάθε δύσκολος άνθρωπος «τοξικός», κάθε εγωκεντρικός σύντροφος ναρκισσιστής και κάθε αυστηρός γονιός κακοποιητικός. Υπάρχει μια ολόκληρη pop ψυχολογία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που μοιράζει διαγνώσεις σε εξήντα δευτερόλεπτα, όπως υπάρχει και μια αγορά αυτοβελτίωσης που μπορεί να μετατρέψει ακόμη και την ανθρώπινη πληγή σε προϊόν. Και ασφαλώς η κατανόηση του παρελθόντος μας δεν μπορεί να γίνεται ισόβιο άλλοθι για όσα κάνουμε στους άλλους στο παρόν.
Και βέβαια πάντοτε ένας πολύ εύκολος τρόπος να διορθώσεις μια υπερβολή είναι να καταφύγεις στην ακριβώς αντίθετη.
Και κάπως έτσι, από το «όλα είναι τραύμα» κινδυνεύουμε να περάσουμε στο "τίποτε δεν είναι τραύμα". Από την ψυχολογικοποίηση κάθε ανθρώπινης δυσκολίας, στην ειρωνεία απέναντι στον ίδιο τον ψυχικό πόνο. Από την ταυτότητα του αιώνιου θύματος, στην παλιά ηθική του "μην κάνεις έτσι, όλοι περάσαμε δύσκολα" ή στο "νταξει μωρ' μαλάκα δεν έπαθες και τίποτα".
Μόνο που μερικές φορές το ίδιο το τραύμα μιλά για την άρνηση του. Δεν χρειάζεται να ψυχολογήσουμε κανέναν συγκεκριμένο άνθρωπο για να το αντιληφθούμε. Αρκεί να κοιτάξουμε ολόκληρες γενιές που πέρασαν πολέμους, φτώχεια, προσφυγιά, αυταρχικές οικογένειες, ξύλο που ονομαζόταν διαπαιδαγώγηση και συναισθηματική εγκατάλειψη που βαφτιζόταν αυστηρότητα. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους επέζησαν, εργάστηκαν, δημιούργησαν οικογένειες, μεγάλωσαν παιδιά. Και αυτό αξίζει σεβασμό. Αλλά η επιβίωση δεν αποδεικνύει ότι δεν υπήρξε τραύμα. Μερικές φορές είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράστηκε.
Γιατί το τραύμα δεν παράγει μόνο φόβο. Μπορεί να παράγει υπεραυτονομία του στυλ "δεν έχω ανάγκη κανέναν". Δεν παράγει μόνο δάκρυα. Μπορεί να παράγει την αδυναμία να κλάψεις. Δεν παράγει μόνο ευαλωτότητα. Μπορεί να παράγει περιφρόνηση για την ευαλωτότητα των άλλων. Μπορεί να μετατρέψει την άμυνα σε αρετή και την επιβίωση σε ιδεολογία. "Εμένα με έδερναν και μια χαρά έγινα". "Εμείς δεν είχαμε ψυχολόγους". "Στη δική μας εποχή δεν υπήρχαν όλα αυτά". "Μας φάγαν οι ψυχολόγοι".
Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο αν «κι εμείς τι πάθαμε; μια χαρά γίναμε". Είναι αν μάθαμε να σχετιζόμαστε, να εμπιστευόμαστε, να ζητάμε βοήθεια, να αντέχουμε την εγγύτητα, να εκφράζουμε φόβο, θλίψη και τρυφερότητα. Γιατί λειτουργικός δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ατραυμάτιστος. Μπορείς να εργάζεσαι ασταμάτητα και να μην αντέχεις μία ώρα μόνος με τον εαυτό σου. Μπορείς να δημιουργήσεις οικογένεια και να μην μπορείς να αγκαλιάσεις το παιδί σου. Μπορείς να μη ζητήσεις ποτέ βοήθεια και αυτό να μην είναι δύναμη αλλά αδυναμία να εμπιστευτείς.
Και ασφαλώς το τραύμα δεν είναι μια κουβέντα που είπε κάποτε μια μητέρα στο παιδί της. Είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο ειπώθηκε. Είναι αν υπήρχε αγάπη πριν και επανόρθωση μετά. Αν η απόρριψη ήταν εξαίρεση ή καθημερινό κλίμα. Αν το παιδί μπορούσε να φοβηθεί και να θυμώσει χωρίς να κινδυνεύει να χάσει την αγάπη. Αν έμαθε ότι η εγγύτητα σημαίνει ασφάλεια ή ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε εγκατάλειψη.
Το γεγονός ότι αυτό το παιδί έγινε σαράντα χρονών δεν μηδενίζει την αναπτυξιακή του ιστορία. Σημαίνει όμως κάτι εξίσου σημαντικό. Ότι τώρα είναι δική του ευθύνη να δει τι θα κάνει με αυτήν. Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση γύρω από το τραύμα. Η εξήγηση δεν είναι δικαιολόγηση. Το ότι καταλαβαίνω γιατί φοβάμαι την εγκατάλειψη δεν μου δίνει δικαίωμα να ελέγχω τον σύντροφό μου. Το ότι μεγάλωσα μέσα στη βία δεν με απαλλάσσει από την ευθύνη αν γίνω βίαιος. Το ότι πληγώθηκα δεν σημαίνει ότι ο κόσμος μού χρωστά αποζημίωση εφ’ όρου ζωής.
Αλλά εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση όσων επικαλούνται την "προσωπική ευθύνη" για να αρνηθούν ή να ειρωνευτούν το τραύμα. Για να αναλάβει ένας άνθρωπος την ευθύνη για όσα κουβαλά, πρέπει πρώτα να μπορέσει να αναγνωρίσει "τι ακριβώς κουβαλά". Δεν μπορείς να επεξεργαστείς κάτι που δεν σου επιτρέπεται να ονομάσεις. Αν κάθε φορά που πλησιάζεις τον πόνο σου ακούς "υπερβάλλεις", "όλοι τα περάσαμε αυτά", "μην παριστάνεις το θύμα", "οι γονείς σου έκαναν ό,τι μπορούσαν", δεν οδηγείσαι αναγκαστικά στην υπευθυνότητα. Μπορεί να οδηγηθείς στην αμφιβολία για την ίδια σου την εμπειρία. Μαθαίνεις να λες "δεν ήταν και τόσο σοβαρό", "ίσως εγώ είμαι υπερβολικός ή ευαισθητούλης", "άλλοι πέρασαν χειρότερα".
Μόνο που αυτό που δεν αναγνωρίζεται δεν εξαφανίζεται. Μπορεί να επιστρέφει στις σχέσεις μας, στις επιλογές μας, στους φόβους μας, στις άμυνές μας και κυρίως στις επαναλήψεις μας και βέβαια στο σώμα μας. Η επίγνωση λοιπόν δεν είναι εγκατάσταση στη θέση του θύματος. Είναι συχνά η προϋπόθεση για να μπορέσεις να βγεις από αυτήν.
Πριν μπορέσει ένας άνθρωπος να πει "και τώρα είναι δική μου ευθύνη τι θα κάνω με αυτό", πρέπει να μπορέσει να πει "ναι, αυτό μου συνέβη". Να αναγνωρίσει ότι κάτι πράγματι μπορεί να υπήρξε βίαιο, ταπεινωτικό, εγκαταλειπτικό ή τρομακτικό. Να πενθήσει αυτό που δεν πήρε. Να θυμώσει ίσως γι’ αυτό που του έγινε. Και ύστερα να αναλάβει την ευθύνη της ζωής του.
Με άλλα λόγια, η θυματοποίηση λέει: "Μου συνέβη, άρα δεν μπορώ να κάνω τίποτε".
Η άρνηση λέει: "Δεν συνέβη και τίποτε, άρα δεν υπάρχει τίποτε να επεξεργαστώ".
Η θεραπευτική θέση λέει: "Μου συνέβη. Με επηρέασε. Και τώρα μπορώ να κάνω κάτι με αυτό."
Κάπου εδώ χρειάζεται να ειπωθεί και το αυτονόητο. Το ψυχικό τραύμα δεν είναι εφεύρεση του Instagram ούτε μια μόδα κάποιων ψυχοθεραπευτών. Πίσω από τη σύγχρονη γνώση μας βρίσκονται δεκαετίες διεθνούς έρευνας και μια τεράστια διεπιστημονική βιβλιογραφία από την αναπτυξιακή και κλινική ψυχολογία, την ψυχιατρική, τη νευροεπιστήμη και τη μελέτη της προσκόλλησης, της κακοποίησης, του πολέμου, της προσφυγιάς και των μετατραυματικών αντιδράσεων. Και για όλα αυτά βεβαίως υπάρχει και επιστημονική κριτική. Άλλο όμως επιστημονική κριτική και άλλο να συμπεριφερόμαστε σαν να μη μεσολάβησαν δεκαετίες συστηματικής γνώσης επειδή η λέξη "τραύμα" έγινε δημοφιλής στα κοινωνικά δίκτυα.
Και εδώ εμφανίζεται στην Ελλάδα ένας ακόμη κίνδυνος, που θα ήταν κωμικός αν δεν ήταν σοβαρός. Με αφορμή τις πραγματικές υπερβολές της θεραπευτικής κουλτούρας, διάφοροι δημόσιοι σχολιαστές μοιάζουν έτοιμοι να πετάξουν μαζί με τα απόνερα και το παιδί, δηλαδή την ίδια την Ψυχολογία, την ψυχοθεραπεία και, μερικές φορές, σχεδόν ολόκληρη την έννοια της ψυχικής πραγματικότητας.
Υπάρχουν life coaches που λένε ανοησίες, άρα η ψυχοθεραπεία είναι ύποπτη. Υπάρχουν influencers που αποκαλούν κάθε πρώην σύντροφο «ναρκισσιστή», άρα ο ναρκισσισμός είναι μόδα. Χρησιμοποιείται καταχρηστικά η λέξη «τραύμα», άρα το τραύμα είναι κατασκευή. Με την ίδια λογική, επειδή υπάρχουν κομπογιαννίτες και γιατροί που εμπορεύονται την ανθρώπινη αγωνία, θα έπρεπε να καταργήσουμε την Ιατρική.
Και είναι ακόμη πιο παράδοξο όταν, στην προσπάθεια να καταγγελθεί η ψευδοεπιστήμη, φτάνουμε στην άλλη απλοποίηση: ότι αυτό που αποκαλούμε ψυχική ζωή δεν είναι παρά ορμόνες, νευροσυνάψεις και νευροδιαβιβαστές. Βεβαίως κάθε ψυχική λειτουργία έχει βιολογικό υπόστρωμα. Αλλά το γεγονός ότι ένα ανθρώπινο βίωμα έχει νευροβιολογία δεν σημαίνει ότι εξαντλείται σε αυτήν. Ο έρωτας έχει νευροβιολογία. Το πένθος έχει νευροβιολογία. Η ντροπή έχει νευροβιολογία. Μια αγκαλιά έχει νευροβιολογία. Αλλά η περιγραφή των νευρωνικών τους συσχετίσεων δεν μας λέει ακόμη τι σημαίνει για έναν συγκεκριμένο άνθρωπο να ερωτεύεται, να πενθεί, να ντρέπεται ή να αγκαλιάζεται. Είναι σαν να νομίζει κανείς ότι ξέρει τι γεύση του μελιού επειδή γνωρίζει απέξω και ανακατωτά τη χημική του σύνθεση.
Ο άνθρωπος δεν είναι εγκέφαλος μέσα σε ένα βάζο. Είναι σώμα, ιστορία, σχέση, γλώσσα, πολιτισμός και κοινότητα.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικότερο ζήτημα. Αν περιορίσουμε όλη τη συζήτηση για το τραύμα στη μαμά και στον μπαμπά, έχουμε ήδη ιδιωτικοποιήσει την ανθρώπινη οδύνη. Γιατί οι άνθρωποι δεν τραυματίζονται μόνο μέσα στις οικογένειές τους. Τραυματίζονται μέσα στην ιστορία, στον πόλεμο, στην προσφυγιά, στη φτώχεια, στην κακοποίηση, στην κοινωνική ταπείνωση, στην εργασιακή επισφάλεια, στη διάλυση των δεσμών και στην απώλεια της κοινότητας.
Κι εδώ ο σύγχρονος πολιτισμός μπορεί να επιτελεί ένα εξαιρετικά βολικό τέχνασμα: να παράγει απομόνωση, ανασφάλεια, υπερδιέγερση και εξουθένωση και ύστερα να επιστρέφει τις συνέπειές τους στον άνθρωπο ως αποκλειστικά ατομικό πρόβλημα. Έχεις άγχος; Κάνε θεραπεία. Έχεις burnout; Κάνε self-care. Νιώθεις κενός; Δούλεψε περισσότερο με τον εαυτό σου.
Έτσι, εκεί όπου κάποτε λέγαμε "δεν υπάρχει τραύμα", σήμερα κινδυνεύουμε να λέμε "το τραύμα βρίσκεται αποκλειστικά μέσα σου". Και οι δύο εκδοχές αποκρύπτουν κάτι κρίσιμο: "τον κόσμο μέσα στον οποίο παράγεται η οδύνη".
Γι’ αυτό χρειαζόμαστε μια τρίτη θέση. Ούτε κάθε δυσφορία είναι τραύμα ούτε το τραύμα είναι εφεύρεση μιας μαλθακής εποχής. Ούτε για όλα φταίνε οι γονείς ούτε ο άνθρωπος γεννιέται στα σαράντα του χωρίς ιστορία. Ούτε είμαστε αιώνια θύματα όσων μας συνέβησαν ούτε άτρωτες μονάδες που οφείλουν απλώς να "σφίξουν τα δόντια".
Και ασφαλώς η απάντηση στην κακή Ψυχολογία δεν είναι λιγότερη Ψυχολογία. Είναι καλύτερη Ψυχολογία. Η απάντηση στην κακή ψυχοθεραπεία είναι καλύτερη εκπαίδευση, επιστημονική τεκμηρίωση, εποπτεία, δεοντολογία και αυστηρότερα όρια απέναντι στην ψευδοεπιστήμη. Και η απάντηση στην κατάχρηση της έννοιας του τραύματος δεν είναι να επιστρέψουμε σε μια εποχή όπου το τραύμα δεν είχε όνομα.
Γιατί χρειάστηκαν δεκαετίες για να μπορεί ένας άνθρωπος στην Ελλάδα να πει "έχω κατάθλιψη" χωρίς να θεωρείται τεμπέλης, "παθαίνω κρίσεις πανικού" χωρίς να ακούει "είναι όλα στο μυαλό σου", "κακοποιήθηκα" χωρίς να ερωτάται τι έκανε για να το προκαλέσει, "χρειάζομαι ψυχοθεραπεία" χωρίς να αντιμετωπίζεται περίπου ως τρελός. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να αποκτήσουν όνομα εμπειρίες που προηγούμενες γενιές αναγκάζονταν να κουβαλούν μέσα στη σιωπή.
Ασφαλώς δεν πρέπει να βαφτίσουμε κάθε ανθρώπινη δυσκολία «τραύμα». Αλλά δεν πρόκειται, για να διορθώσουμε τις υπερβολές του 2026, να επιστρέψουμε στην Ελλάδα του 1950. Στην Ελλάδα όπου το ξύλο ήταν "διαπαιδαγώγηση", η ενδοοικογενειακή βία "οικογενειακή υπόθεση", η κατάθλιψη "αδυναμία χαρακτήρα", η σεξουαλική κακοποίηση μυστικό και ο ψυχικός πόνος κάτι που όφειλες να καταπιείς για να αποδείξεις ότι είσαι δυνατός. Δεν προχωρήσαμε από τη σιωπή στην υπερβολή (ίσως) για να επιστρέψουμε τώρα από την υπερβολή στη σιωπή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου