Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Θεοφάνης Τάσης Ο Δούρειος Ίππος του «διανθρωπισμού»: Πολιτικές της Ορολογίας και του Βίου

 Στον δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα, τόσο σε ακαδημαϊκούς κύκλους όσο και στον χώρο του δοκιμίου, παρατηρείται εσχάτως μια τάση απόδοσης του αγγλικού όρου transhumanism ως «διανθρωπισμός». Ούσα κάτι περισσότερο από μια ατυχή μεταφραστική προτίμηση, η επιλογή αυτή συνιστά ένα σοβαρό εννοιολογικό ολίσθημα, το οποίο συσκοτίζει το πραγματικό διακύβευμα του εν λόγω φιλοσοφικού και τεχνοπολιτικού ρεύματος, ήτοι την τεχνοεπιστημονική υπέρβαση της ανθρώπινης συνθήκης. Η ορθή, φιλοσοφικά ακριβής και γλωσσικά συνεπής απόδοση είναι, κατά την κρίση μου, «υπερανθρωπισμός», θέση την οποία είχα διατυπώσει εκτενέστερα στη Φιλοσοφία της Ανθρώπινης Αναβάθμισης (2021).

Στο νέο μου κείμενο στο Φρέαρ διαυγάζω την πολιτική σημασία της ορολογίας, τη διάκριση θεραπείας και αναβάθμισης, το ενδεχόμενο βιολογικοποίησης των κοινωνικών ανισοτήτων και το ερώτημα πώς διατηρείται η ανθρωπινότητα καθώς η τεχνοεπιστήμη καθιστά δυνατή την αναδιαμόρφωσή της. TO ΑΡΘΡΟ ΕΔΩ

[ΑΠΟΣΠΆΣΜΑΤΑ]

«... το ζήτημα της απόδοσης του όρου transhumanism στα ελληνικά δεν εξαντλείται στη γλωσσολογική διάσταση. Είναι επίσης πολιτικό, διότι διανοίγει ένα πεδίο δημόσιας διαβούλευσης, απαραίτητης για τη θέσπιση ρυθμιστικών πολιτικών οι οποίες θα καθορίζονται από την κοινωνία και όχι αποκλειστικά από την αγορά ή το εργαστήριο. Προς το παρόν, η διαφορά φάσης μεταξύ της δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας και της τεχνοεπιστημονικής ανάπτυξης διευρύνεται εξαιτίας της ιδιωτικής χρηματοδότησης και του ανταγωνισμού των κρατών στην έρευνα και τις εφαρμογές της. Η πολιτική και νομοθετική ρύθμισή τους συνιστά μια αναγκαία αυτοαναφορική πράξη μιας αποφασίζουσας πολιτικής κοινότητας ενώπιον του ερωτήματος της μορφής της ανθρώπινης ζωής, την οποία θέλει να προστατέψει.[19] Ονομάζοντας ορθά το φαινόμενο υπερανθρωπισμό, ασφαλώς δεν λύνουμε το πρόβλημα, ανοίγουμε, όμως, τον αναγκαίο χώρο όπου είναι δυνατόν να συζητηθεί ως αυτό που στ’ αλήθεια είναι. Ένα πρόταγμα υπέρβασης του ανθρώπου, αντί μιας ακίνδυνης μετάβασης «διά» του ανθρώπου». [...]
Ο ψηφιακός ανθρωπισμός αγκαλιάζει το εφήμερο ως συνθήκη νοήματος, αντιτιθέμενος στην πεποίθηση ότι η κατάργηση της περατότητας επιλύει το ζήτημα του νοήματος του βίου. Αναγνωρίζει πως ένα έργο τέχνης, μια φιλία ή ένας έρωτας δεν αντλούν την αξία τους από το γεγονός ότι θα διαρκέσουν αιώνια, αλλά από το ανεπανάληπτό τους. Αντί να θεωρούμε τη θνητότητα ως εχθρό προς καταπολέμηση, είναι προτιμότερο να την αντικρίζουμε ως καμβά στον οποίο οι πράξεις και οι σχέσεις μας αποκτούν μορφή. Τοιουτοτρόπως, αντί να ψηφιοποιηθούμε σε αθάνατα, αποστειρωμένα δεδομένα, ίσως γίνουμε περισσότερο ανθρώπινοι αξιοποιώντας την τεχνική για να φροντίζουμε, να δημιουργούμε και να μοιραζόμαστε έναν κοινό κόσμο, αφήνοντας στον βυθό του ένα ίχνος καλοσύνης. Ο ψηφιακός ανθρωπισμός μάς μαθαίνει να βιώνουμε τη ζωή με διαύγεια και ειρήνη, συμφιλιωμένοι με το πεπερασμένο της φύσης μας. Να τη βιώνουμε όσο το δυνατόν πιο αυτόνομα, αυθεντικά, με αγάπη, αναζητώντας το ωραίο και την αλήθεια. Εφόσον κατανοήσουμε, σε εννοιολογικό και βιωματικό επίπεδο, ότι το πρόβλημα δεν είναι πώς θα ζήσουμε για πάντα, αλλά πώς θα ζήσουμε ως θνητοί, η πτώσις μας δεν είναι βεβαία και οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων, ίσως δεν καταλήξουν σαν των Τρώων
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)