Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Παναγιώτης Κουμουνδούροςδημοσίευσε εδώ:ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 14 ώρ. · Άρης Αλεξάνδρου



ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ 

Δημοσιεύσεις ομάδας

Άρης Αλεξάνδρου
Ο ποιητής της ανυπότακτης συνείδησης, η ποίηση της εγρήγορσης
και η αλληγορία του Κιβωτίου
Η ζωή και η γραφή του Άρη Αλεξάνδρου (1921–1978) υπήρξαν ένα ενιαίο, αδιάσπαστο υφαντό από φως, σκόνη εξορίας και αλυσοδεμένη σιωπή. Στα χρόνια που η ιστορία ζητούσε από τους ανθρώπους να γίνουν αγέλη, να χειροκροτήσουν τις έτοιμες αλήθειες των παρατάξεων και να σκύψουν το κεφάλι στις προσταγές των μηχανισμών, εκείνος επέλεξε τον πιο μοναχικό, τον πιο επικίνδυνο δρόμο, τον δρόμο της ανυπότακτης συνείδησης. Γεννημένος στο Λένινγκραντ από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ρωσίδα, έφερε στα σπλάχνα του τη βαριά, σκοτεινή κληρονομιά της ρωσικής διανόησης αλλά και το κοφτερό βίωμα της ελληνικής τραγωδίας του 20ού αιώνα.
Πέρασε από τις συμπληγάδες της Αντίστασης, γνώρισε το απάνθρωπο, πέτρινο πρόσωπο της εξουσίας στις εξορίες της Μούδρου, του Άη-Στράτη και της Μακρονήσου, και πλήρωσε τις ιδέες του με χρόνια βαριάς φυλάκισης. Όμως η βαθύτερη, η πιο πικρή του μάχη δεν δόθηκε μόνο απέναντι στο αυταρχικό κράτος της Δεξιάς. Δόθηκε απέναντι στον δογματισμό, τη γραφειοκρατία και την πνευματική χειραγώγηση που εισέβαλαν στον ίδιο τον ιδεολογικό του χώρο. Ο Αλεξάνδρου δεν δέχτηκε ποτέ να γίνει εξάρτημα καμίας κομματικής μηχανής. Η πολιτική του στάση δεν ήταν ένα άκαμπτο πρόγραμμα, αλλά μια ζεστή, ανθρωποκεντρική χειρονομία. Μια αταλάντευτη πίστη στη δικαιοσύνη, παντρεμένη με μια αμείλικτη καχυποψία απέναντι σε κάθε εξουσία που επιχειρεί να σβήσει το πρόσωπο του ατόμου.
Αυτή η ελευθερία του πνεύματός του δεν εκφράστηκε μόνο στη δική του πρωτογενή γραφή, αλλά και στον τρόπο που επέλεξε να «συνομιλήσει» με τα μεγαθήρια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ως μεταφραστής, ο Αλεξάνδρου χάρισε στη νεοελληνική γλώσσα τις σπουδαιότερες, ανεξίτηλες αποδόσεις των έργων του Ντοστογιέφσκι, του Τσέχοφ, του Τολστόι και του εκρηκτικού Μαγιακόφσκι. Η μετάφραση για εκείνον δεν υπήρξε βιοποριστικό πάρεργο, αλλά μια άλλη μορφή δημιουργικής αντίστασης, ένας τρόπος να μπολιάσει την ελληνική σκέψη με τον βαθύ υπαρξιακό προβληματισμό της ρωσικής ψυχής. Στον επίπονο αυτόν αγώνα δεν στάθηκε μόνος. Δίπλα του στέκεται πάντα η σύντροφος της ζωής του, η ποιήτρια Καίτη Δρόσου, το σταθερό λιμάνι και το συναισθηματικό του καταφύγιο, με την οποία μοιράστηκε την πικρή σοδειά της αυτοεξορίας στο Παρίσι στα χρόνια της δικτατορίας, εκεί όπου σε ένα μικρό σοφιταρούδι γράφτηκε με αίμα συνείδησης Το Κιβώτιο.
Αυτός ο εσωτερικός αγώνας βρήκε την πρώτη του αυθεντική έκφραση στον ποιητικό του λόγο. Στις ποιητικές του συλλογές, ο στίχος απογυμνώνεται από κάθε περιττό στολίδι. Γίνεται λιτός, αιχμηρός σαν λάμα, αλλά ταυτόχρονα βαθιά ελεγειακός.
Στα «Ανεπίδοτα γράμματα», ο ποιητής αποτυπώνει την τραγωδία της ακυρωμένης επικοινωνίας σε έναν κόσμο που έχασε την ευαισθησία του.
«Δεν έστειλα κανένα γράμμα...
γιατί τα λόγια μου ήτανε πάντα μια σιωπή
που περίμενε να τη διαβάσεις.
Μα εσύ γύρευες λέξεις,
γύρευες συνθήματα για να πιστέψεις...»
Εδώ ο Αλεξάνδρου ανατέμνει την πικρή συνειδητοποίηση πως τα γράμματα δεν φτάνουν ποτέ, όχι επειδή χάθηκαν στον δρόμο, αλλά επειδή ο παραλήπτης, η κοινωνία ή η παράταξη, δεν αναζητά πια την ουσιαστική ανθρώπινη αλήθεια, παρά μόνο ξύλινα συνθήματα.
Στο περίφημο «Μαχαίρι», ο ποιητικός λόγος μετατρέπεται σε χειρουργικό εργαλείο αυτοκαθορισμού.
«Όπως το μαχαίρι που χωρίζει το ψωμί
δεν είναι για να πληγώσει
αλλά για να θρέψει,
έτσι κι ο λόγος πρέπει να κόβει την ψευτιά στα δύο
Δεν φοβάμαι τη λεπίδα που ματώνει τη σάρκα,
φοβάμαι τη σιωπή που σαπίζει τη συνείδηση.»
Το μαχαίρι του Αλεξάνδρου δεν στρέφεται κατά του άλλου, είναι το όργανο που διαχωρίζει την ατομική ευθύνη από την τυφλή υπακοή στην αγέλη. Ο ποιητής προτιμά την οδύνη της αλήθειας από τη βολική, «σαπίζουσα» σιωπή της υποταγής.
Στο ποίημα «Οι στίχοι αυτοί», διακηρύσσει με αφοπλιστική ειλικρίνεια τον σκοπό της τέχνης του.
«Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ’ναι οι τελευταίοι...
δεν γράφτηκαν για να σας αρέσουν,
δεν γράφτηκαν για να στολίσουν τα σαλόνια σας.
Γράφτηκαν για να μείνουν μάρτυρες
όταν εμείς θα έχουμε γίνει σκόνη
κάτω από τα συρματοπλέγματα.»
Η ποίηση απογυμνώνεται από κάθε αισθητικισμό. Δεν υπάρχει για να τέρψει ή να κολακεύσει τον αναγνώστη, αλλά για να λειτουργήσει ως ανεξίτηλη καταγραφή της ιστορικής αλήθειας, ένας αδιάψευστος μάρτυρας υπεράσπισης των αδικημένων.
Και στην «Ιστορία», στηλιτεύει με κοφτερή ειρωνεία τον τρόπο με τον οποίο οι εξουσίες οικειοποιούνται τους αγώνες των απλών ανθρώπων.
«Όταν πεθάνουμε, θα μας βάλουν σε ωραία βιβλία.
Θα μας ονομάσουν ήρωες,
θα μας στήσουν αγάλματα στις πλατείες.
Αλλά τώρα που ζούμε,
τώρα που η νύχτα είναι παγωμένη στα συρματοπλέγματα,
μας λείπει το ψωμί και το φως.
Κρατήστε τα αγάλματα· δώστε μας λίγη δικαιοσύνη.»
Εδώ αποτυπώνεται η βαθιά καχυποψία του Αλεξάνδρου απέναντι στα μεγάλα αφηγήματα που μετατρέπουν τους ζωντανούς ανθρώπους σε αφηρημένα σύμβολα, λησμονώντας τις καθημερινές, υπαρκτές τους ανάγκες.
Τι είναι όμως αυτό που επιζητεί να προσφέρει ο Αλεξάνδρου στον αναγνώστη μέσα από την ποίησή του; Δεν υπόσχεται εύκολες παρηγοριές, ούτε μοιράζει έτοιμες συνταγές σωτηρίας. Αυτό που χαρίζει είναι μια συνείδηση σε διαρκή εγρήγορση. Προσφέρει την ακεραιότητα του ατόμου απέναντι στη μάζα, τη διάσωση της μνήμης χωρίς εξιδανικεύσεις, και την τόλμη να κοιτάξει κανείς την αλήθεια στα μάτια, ακόμη κι όταν αυτή είναι πικρή. Η ποίησή του είναι ένας ψίθυρος αντοχής που θυμίζει ότι η πραγματική αξιοπρέπεια δεν κραυγάζει, αλλά διατηρεί την εσωτερική της φλόγα αλώβητη μέσα στο σκοτάδι.
Αυτή η ποιητική ηθική της ανυπακοής βρήκε τη φυσική της κορύφωση στο μοναδικό του μυθιστόρημα, το «Κιβώτιο», που εκδόθηκε το 1975 και στέκει ως ένα από τα σπουδαία αριστουργήματα της αλληγορικής λογοτεχνίας. Στα τελευταία στάδια του Εμφυλίου, μια ομάδα ανταρτών αναλαμβάνει μια αποστολή αυτοκτονίας, να μεταφέρει ένα αεροστεγώς κλεισμένο κιβώτιο, ζωτικής σημασίας για τον αγώνα. Κατά τη διάρκεια της πορείας, οι σύντροφοι πεθαίνουν ένας-ένας. Ο μοναδικός επιζών καταφέρνει να παραδώσει το κιβώτιο στον προορισμό του, για να ανακαλυφθεί η τραγική αλήθεια, το κιβώτιο είναι εντελώς άδειο.
Ο ανώνυμος ήρωας, φυλακισμένος πλέον από τους ίδιους του τους συντρόφους που τον υποψιάζονται ως προδότη, επιδίδεται σε έναν χειμαρρώδη, απεγνωσμένο μονόλογο προς έναν αόρατο Ανακριτή.
Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, η αγωνία του αφηγητή ξεχειλίζει καθώς συνειδητοποιεί την παραλογικότητα του μηχανισμού που τον περιβάλλει.
«...γιατί βλέπετε, Συντρόφε Ανακριτά, εγώ δεν αμφισβήτησα ποτέ τις διαταγές, εκτέλεσα το χρέος μου ως το τέλος, κουβάλησα το Κιβώτιο με κίνδυνο της ζωής μου, είδα τους συντρόφους μου να πεθαίνουν ένας προς ένας στον δρόμο, κι όμως τώρα βρίσκομαι εδώ, σε αυτό το κελί, υποχρεωμένος να αποδείξω πως δεν είμαι ελέφαντας, πως το Κιβώτιο ήταν πράγματι άδειο όταν το παρέδωσα, λες και ήξερα εγώ τι είχε μέσα, λες και μου είπε κανείς ποτέ τι μετέφερα τόσον καιρό μέσα στη βροχή και τα πυρά...»
Η συντακτική δομή του κειμένου, οι μακροσκελείς προτάσεις, η σχεδόν παντελής απουσία τελειών, δεν είναι αισθητικό τέχνασμα. Αποδίδει την ψυχολογική πίεση, την ασφυξία του εγκλεισμού και την προσπάθεια ενός ανθρώπου να προλάβει να πει την αλήθεια του πριν τον καταπιεί ο μηχανισμός.
Σε ένα άλλο συγκλονιστικό σημείο, η αλληγορία του «κενού» αγγίζει την απόλυτη τραγικότητά της.
«...και όταν επιτέλους το άνοιξαν, εκεί μπροστά στα μάτια όλων, η σιωπή που έπεσε στο δωμάτιο ήταν πιο βαριά κι από τον θάνατο του Κώστα και του Αλέκου, γιατί το Κιβώτιο δεν είχε μέσα ούτε έγγραφα ούτε όπλα ούτε τίποτα, ήταν ένα κουτί γεμάτο αέρα, κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως όλη μας η πορεία, όλος ο αίματος ποταμός που περάσαμε, δεν ήταν παρά μια μεταφορά του τίποτα...»
Το άδειο κιβώτιο συμπυκνώνει την ακύρωση των συνθημάτων, την ιδεολογική χρεοκοπία και τις θυσίες που έγιναν για ένα κενό περιεχόμενο. Ο αγωνιστής που ξεκίνησε με τυφλή αφοσίωση καταλήγει να βιώσει την απόλυτη ματαίωση.
Και όμως, μέσα στη φυλακή, ο γράφων ήρωας, αρνούμενος να συντάξει μια ψεύτικη ομολογία για να σώσει το τομάρι του, επιλέγει την εσωτερική ελευθερία. Ο λόγος του γίνεται μια πράξη αυτοκαθορισμού, μια άρνηση να γίνει εξάρτημα του μηχανισμού που τον καταδικάζει.
Ο Άρης Αλεξάνδρου μας άφησε μια παρακαταθήκη σπάνιας ομορφιάς και ήθους. Συνδέοντας τη λυρική ευαισθησία με την πολιτική διορατικότητα, μας υπενθυμίζει πως η μόνη αληθινή επανάσταση είναι η άρνηση του ανθρώπου να προδώσει την εσωτερική του αλήθεια. Το έργο του παραμένει ένας διαρκής, αναμμένος φάρος μέσα στη νύχτα της ιστορίας, μια υπενθύμιση ότι ακόμη κι αν το κιβώτιο της εποχής μας μοιάζει απελπιστικά άδειο, η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να παραμείνει ανυπότακτη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)