Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΙΕΡΑΤΕΙΟ - ΟΧΙ ΣΤΟΝ πολιτισμικό ελιτισμό. ΑΝΟΙΧΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΑΝΟΥ

 ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΙΕΡΑΤΕΙΟ - ΟΧΙ ΣΤΟΝ πολιτισμικό ελιτισμό.

ΑΝΟΙΧΤΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΜΑΝΟΥ
Κυρία Μάνου,
γράψατε για τον Γιώργο Μαζωνάκη:
«Δεν έχω τίποτα με τον άνθρωπο, ούτε που τον ήξερα — κι αυτόν και τη δουλειά του — αλλά το “λαϊκό προσκύνημα” στον νεκρό Μαζωνάκη είναι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των ονείρων μιας γενιάς καλλιτεχνών, που αλλιώς τα φανταστήκαμε».
Δεν γνωρίζω ποια ακριβώς ήταν τα όνειρα της γενιάς σας. Γνωρίζω, όμως, ότι κανένα αληθινό καλλιτεχνικό όνειρο δεν μπορεί να απειλείται από την αγάπη του κόσμου προς έναν νεκρό άνθρωπο.
Κανένα όνειρο που στηρίζεται στην ελευθερία της έκφρασης, στην αξιοπρέπεια και στον πολιτισμό δεν μπορεί να βλέπει το πένθος χιλιάδων ανθρώπων ως «καρφί στο φέρετρό» του.
Και αν το βλέπει έτσι, ίσως το πρόβλημα να μην βρίσκεται στον Μαζωνάκη ούτε στον κόσμο που πήγε να τον αποχαιρετήσει. Ίσως να βρίσκεται στο ίδιο το όνειρο.
Λέτε ότι δεν γνωρίζατε ούτε τον ίδιο ούτε τη δουλειά του. Αυτό δεν είναι επιχείρημα εναντίον του. Είναι ομολογία ότι αποφασίσατε να κρίνετε έναν καλλιτέχνη που δεν ακούσατε και ένα συλλογικό συναίσθημα που δεν θελήσατε να καταλάβετε.
Ο κόσμος δεν πήγε εκεί για να αποφανθεί ποιο είδος μουσικής είναι ανώτερο. Δεν ψήφισε ανάμεσα στο «έντεχνο» και στο «λαϊκό». Δεν ακύρωσε τα όνειρα κανενός δημιουργού.
Πήγε να αποχαιρετήσει έναν άνθρωπο που συνόδευσε τη ζωή του.
Έναν τραγουδιστή που μπήκε στα σπίτια, στα αυτοκίνητα, στις νύχτες, στους έρωτες, στους χωρισμούς και στις μοναξιές εκατομμυρίων ανθρώπων. Κάποιον που μπορεί να μη χωρούσε στη δική σας αισθητική, αλλά χώρεσε στις αναμνήσεις μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Αυτό το δικαίωμα δεν μπορεί να το αφαιρέσει από τον κόσμο καμία καλλιτεχνική αυθεντία.
Και ναι, αισθάνομαι προσωπικά προσβεβλημένος από τη δήλωσή σας. Όχι επειδή απαιτώ να σας αρέσει ο Μαζωνάκης. Ούτε επειδή πιστεύω ότι όλοι οφείλουμε να ακούμε την ίδια μουσική.
Προσβάλλομαι επειδή, απαξιώνοντας αυτό το «λαϊκό προσκύνημα», απαξιώνετε μαζί και το συναίσθημα των ανθρώπων που συμμετείχαν σε αυτό. Σαν η συγκίνησή τους να αποτελεί απόδειξη κατώτερης αισθητικής. Σαν ο πόνος τους να προσβάλλει ένα υψηλότερο καλλιτεχνικό ιδεώδες που μόνο κάποιοι προνομιούχοι μπορούν να κατανοήσουν.
Αυτό δεν είναι υπεράσπιση της τέχνης. Είναι πολιτισμικός ελιτισμός.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης δεν μιμήθηκε. Δεν έγινε βολικός. Δεν κρύφτηκε πίσω από την αποδοχή κανενός καλλιτεχνικού ιερατείου. Πήρε το λαϊκό τραγούδι και το πέρασε μέσα από την προσωπικότητα, τις αντιφάσεις, την τόλμη και την ιδιαίτερη αισθητική του. Έγινε μια κατηγορία μόνος του.
Θα περίμενε κανείς ότι ένας καλλιτέχνης θα μπορούσε να αναγνωρίσει σε έναν άλλον τουλάχιστον αυτή την κατάκτηση, ακόμη κι αν η μουσική του δεν του άρεσε.
Αντί γι’ αυτό, την ημέρα της κηδείας του, επιλέξατε να μετατρέψετε τον θάνατό του σε σύμβολο της ήττας της δικής σας γενιάς. Και χρησιμοποιήσατε τη φράση «τελευταίο καρφί στο φέρετρο» την ώρα που ένας πραγματικός άνθρωπος οδηγούνταν στο πραγματικό του φέρετρο.
Δεν ήταν απλώς άστοχο.
Ήταν σκληρό, άδικο και βαθιά μικρόψυχο.
Η αξία ενός καλλιτέχνη δεν μειώνεται όταν ο κόσμος αγαπά κάποιον άλλον. Η τέχνη δεν είναι ένας στενός θρόνος όπου, για να καθίσει ένας δημιουργός, πρέπει να εκτοπιστεί κάποιος άλλος. Και ο πολιτισμός δεν αποδεικνύεται από το πόσο «υψηλά» τοποθετούμε τον εαυτό μας, αλλά από το αν μπορούμε να σεβαστούμε τον πόνο και την αγάπη ανθρώπων διαφορετικών από εμάς.
Δεν ξέρατε τον Μαζωνάκη και δεν γνωρίζατε τη δουλειά του.
Χιλιάδες άλλοι, όμως, τη γνώριζαν. Τους μίλησε, τους συντρόφευσε και άφησε μέσα τους κάτι που ο θάνατός του δεν μπόρεσε να σβήσει.
Αυτό ακριβώς πήγαν να τιμήσουν.
Δεν έβαλαν κανένα καρφί στα όνειρα της γενιάς σας.
Άφησαν ένα λουλούδι στον άνθρωπο που τραγούδησε τα δικά τους.
John Galanis Λιγότερα
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)