Αντώνης Ανδρουλιδάκης
ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΜΑΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΟΥΜΕ ΞΑΝΑ;
Για την προδοσία του συλλογικού μας εαυτού
Όσοι είναι λίγο γενναίοι μπορούν μάλλον να αναγνωρίσουν μια μορφή προδοσίας δυσκολότερη από όλες τις άλλες. Είναι εκείνη στην οποία ο προδότης και ο προδομένος είναι το ίδιο πρόσωπο.
Όταν κάποιος μας προδίδει, χάνουμε την εμπιστοσύνη μας σ’ εκείνον. Όταν όμως εμείς πράττουμε ενάντια στις βαθύτερες αξίες μας, συμβαίνει κάτι πιο σύνθετο. Δεν αμφιβάλλουμε μόνο για μια πράξη μας. Αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό. «Νόμιζα ότι δεν ήμουν άνθρωπος που θα έκανε κάτι τέτοιο». Και πίσω από την ενοχή εμφανίζεται ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: Μπορώ να με εμπιστευτώ ξανά;
Ας σκεφτούμε μήπως αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους ατομικά, αλλά μήπως μ' έναν διαφορετικό τρόπο μπορει να αφορά και ολόκληρες κοινωνίες.
Γιατί οι κοινωνίες διαθέτουν κι αυτές μια εικόνα για τον εαυτό τους. Έχουν ιστορίες που αφηγούνται, αξίες που επικαλούνται, λέξεις μέσα από τις οποίες αναγνωρίζονται. Δημοκρατία. Δικαιοσύνη. Αξιοπρέπεια. Αλληλεγγύη. Φιλότιμο. Ελευθερία. Αντίσταση, Ισονομία. Όλα αυτά δεν είναι απλά λέξεις ή έννοιες. Είναι κομμάτια μιας συλλογικής αυτοεικόνας. Είναι αυτά που λέμε ότι θέλουμε να είμαστε.
Τι συμβαίνει όμως όταν μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που μια κοινωνία λέει ότι είναι και σε αυτό που καθημερινά ανέχεται;
Εδώ δεν χρειάζεται μια μεγάλη πράξη προδοσίας. Η προδοσία του συλλογικού εαυτού μπορεί να συντελείται λίγο λίγο. Όταν θεωρούμε την αδικία απαράδεκτη αλλά συνηθίζουμε να ζούμε μαζί της. Όταν ζητάμε αξιοκρατία αλλά κάποια στιγμή αναζητούμε την προσωπική γνωριμία που θα μας διευκολύνει. Όταν απαιτούμε θεσμούς αλλά πιστεύουμε περισσότερο στον "δικό μας άνθρωπο" παρά στον θεσμό. Όταν μιλάμε για αλληλεγγύη αλλά οργανώνουμε τη ζωή μας γύρω από το "να σωθώ εγώ". Όταν εξοργιζόμαστε με την αυθαιρεσία της εξουσίας αλλά γινόμαστε κι εμείς αυθαίρετοι μόλις αποκτήσουμε λίγη εξουσία πάνω σε κάποιον πιο αδύναμο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μια κοινωνία αποτυγχάνει να ανταποκριθεί πάντοτε στις αξίες της. Καμία κοινωνία δεν το καταφέρνει. Το κρίσιμο σημείο έρχεται όταν σταματά να εκπλήσσεται από την απόσταση ανάμεσα στις αξίες και στις πράξεις της. Όταν το "αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει" γίνεται "τι να κάνουμε, έτσι γίνονται αυτά". Όταν το "πρέπει να αλλάξει" γίνεται "τι να κάνουμε τώρα;". Όταν το "δεν είναι φυσιολογικό" γίνεται "εδώ πάντα έτσι ήταν". Εκεί ίσως αρχίζει η βαθύτερη συλλογική αυτο-προδοσία: όχι όταν παραβιάζουμε μια αξία, αλλά όταν είναι εντάξει για τον εαυτό μας να μην ζει σύμφωνα με αυτήν.
Και τότε η ενοχή μετατρέπεται σε ντροπή. Η ενοχή λέει: "Δεν σταθήκαμε στο ύψος αυτού που θέλαμε να είμαστε". Η ντροπή λέει: "Αυτοί είμαστε". Η διαφορά είναι τεράστια. Η πρώτη αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα της αλλαγής. Η δεύτερη κλείνει την ιστορία. Αν "έτσι είμαστε", τότε τίποτε δεν χρειάζεται πραγματικά να αλλάξει, γιατί τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Και το Σύστημα μάς έχει ήδη πάει πλέον σ' αυτή την πίστα. Στην πίστα της ντροπής.
Κάπως έτσι η απογοήτευση από τους θεσμούς μετατρέπεται σε απαξίωση του ίδιου του συλλογικού εαυτού. Η δυσπιστία γίνεται κυνισμός. Η αδυναμία γίνεται ταυτότητα. Ώσπου η κοινωνία μας έφτασε να μιλάει για τον εαυτό της με έναν τρόπο που δύσκολα θα ανεχόταν να μιλήσει για οποιονδήποτε άλλον: "Δεν είμαστε λαός για τίποτε". "Μόνο έτσι καταλαβαίνουμε". "Καλά να πάθουμε". "Αυτούς αξίζουμε".
Αυτή είναι ίσως η πιο ύπουλη στιγμή της συλλογικής ήττας. Όταν δεν πιστεύουμε απλώς ότι οι άλλοι δεν είναι άξιοι εμπιστοσύνης. Όταν πλεον δεν εμπιστευόμαστε εμάς. Δεν εμπιστευόμαστε ότι μπορούμε να οργανώσουμε κάτι διαφορετικά. Ότι μπορούμε να προστατεύσουμε έναν θεσμό χωρίς να τον ιδιοποιηθούμε. Ότι μπορούμε να συνεργαστούμε χωρίς να αναζητήσουμε ποιος θα επικρατήσει. Ότι μπορούμε να υπερασπιστούμε το κοινό συμφέρον ακόμη κι όταν συγκρούεται προσωρινά με το ατομικό μας. Ότι μπορούμε να απαιτήσουμε κάτι περισσότερο από τη δημόσια ζωή μας χωρίς, λίγο αργότερα, να επιστρέψουμε απογοητευμένοι στην ιδιωτική "σωτηρία" του καναπέ και του αγανακτισμένου πληκτρολογίου.
Και ίσως εδώ η έννοια του συλλογικού τραύματος αποκτά μια διαφορετική σημασία. Γιατί το τραύμα δεν είναι μόνο αυτό που θυμόμαστε από όσα μας συνέβησαν. Είναι και αυτό που μάθαμε για τον εαυτό μας επειδή μας συνέβησαν.
Και η κοινωνία μας μέσα από διαδοχικές εμπειρίες ήττας, διάψευσης, εξάρτησης, διχασμού ή ματαίωσης έμαθε όχι μόνο ότι ο κόσμος είναι ανασφαλής, αλλά ότι η ίδια είναι ανίσχυρη μέσα σ’ αυτόν. Έμαθε ότι η προσπάθεια δεν αποδίδει. Ότι η συλλογική δράση τελικά διαψεύδεται. Ότι η εμπιστοσύνη είναι αφέλεια. Ότι όποιος δεν φροντίσει μόνος του για τον εαυτό του θα μείνει πίσω.
Και τότε το τραύμα μεταμορφώνεται από μνήμη σε "λογική" προσδοκία για το μέλλον. Αυτό είναι ίσως ένα από τα δυσκολότερα σημεία της συλλογικής μας εμπειρίας. Δεν χρειάζεται πλέον κάποιος να μας πείσει ότι τίποτε δεν αλλάζει. Μπορεί να το έχουμε μάθει τόσο καλά ώστε να το λέμε εμείς στον εαυτό μας πριν ακόμη δοκιμάσουμε.
Και βέβαια η αποκατάσταση της συλλογικής αυτο-εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει μέσα από έναν καινούργιο εθνικό ναρκισσισμό. Δεν χρειαζόμαστε να πούμε ότι είμαστε σπουδαίοι, μοναδικοί ή ανώτεροι. Η αυτο-εμπιστοσύνη δεν είναι αυτο-θαυμασμός. Όπως και στον άνθρωπο, έτσι και στις κοινωνίες, αρχίζει από την ικανότητα να κοιτάξουμε τις αντιφάσεις μας χωρίς ούτε να τις αρνηθούμε ούτε να καταρρεύσουμε μέσα στη ντροπή μας.
Να μπορέσουμε, δηλαδή, να πούμε ναι, υπήρξαν στιγμές που δεν σταθήκαμε στο ύψος των αξιών μας. Ναι, μάθαμε να ανεχόμαστε πράγματα που κάποτε θα θεωρούσαμε αδιανόητα. Ναι, προσαρμοστήκαμε εκεί όπου ίσως έπρεπε να αντισταθούμε. Ναι, πολλές φορές ιδιωτικοποιήσαμε τη σωτηρία μας όταν χάσαμε την πίστη μας στη δυνατότητα του κοινού. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί είμαστε. Σημαίνει ότι έτσι μάθαμε ή μάλλον μας εκπαίδευσαν να είμαστε.
Ανάμεσα στις δύο αυτές φράσεις υπάρχει ολόκληρη η δυνατότητα μιας διαφορετικής ιστορίας. Γιατί η πρώτη είναι ταυτότητα. Η δεύτερη είναι ιστορία. Και ό,τι έχει ιστορία μπορεί να αποκτήσει και διαφορετική συνέχεια.
Το δυσκολο έρώτημα συνεπώς είναι "μπορούμε να μας εμπιστευτούμε ξανά;" Και η απάντηση είναι μάλλον ίδια όπως και στο ατομικό πεδίο. Ένας συλλογικός εαυτός αρχίζει να θεραπεύεται όταν σταματά να υπόσχεται στον εαυτό του "ποιος είναι" -ή να τον οικτίρει για το "ποιος δεν είναι"- και αρχίζει ξανά να του το αποδεικνύει.
Λιγότερα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου