Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΜΑΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΟΥΜΕ ΞΑΝΑ;

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

11 ώρ.  

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΜΑΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΟΥΜΕ ΞΑΝΑ;

Για την προδοσία του συλλογικού μας εαυτού

Όσοι είναι λίγο γενναίοι μπορούν μάλλον να αναγνωρίσουν μια μορφή προδοσίας δυσκολότερη από όλες τις άλλες. Είναι εκείνη στην οποία ο προδότης και ο προδομένος είναι το ίδιο πρόσωπο.

Όταν κάποιος μας προδίδει, χάνουμε την εμπιστοσύνη μας σ’ εκείνον. Όταν όμως εμείς πράττουμε ενάντια στις βαθύτερες αξίες μας, συμβαίνει κάτι πιο σύνθετο. Δεν αμφιβάλλουμε μόνο για μια πράξη μας. Αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για τον ίδιο μας τον εαυτό. «Νόμιζα ότι δεν ήμουν άνθρωπος που θα έκανε κάτι τέτοιο». Και πίσω από την ενοχή εμφανίζεται ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: Μπορώ να με εμπιστευτώ ξανά;

Ας σκεφτούμε μήπως αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους ατομικά, αλλά μήπως μ' έναν διαφορετικό τρόπο μπορει να αφορά και ολόκληρες κοινωνίες.

Γιατί οι κοινωνίες διαθέτουν κι αυτές μια εικόνα για τον εαυτό τους. Έχουν ιστορίες που αφηγούνται, αξίες που επικαλούνται, λέξεις μέσα από τις οποίες αναγνωρίζονται. Δημοκρατία. Δικαιοσύνη. Αξιοπρέπεια. Αλληλεγγύη. Φιλότιμο. Ελευθερία. Αντίσταση, Ισονομία. Όλα αυτά δεν είναι απλά λέξεις ή έννοιες. Είναι κομμάτια μιας συλλογικής αυτοεικόνας. Είναι αυτά που λέμε ότι θέλουμε να είμαστε.

Τι συμβαίνει όμως όταν μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που μια κοινωνία λέει ότι είναι και σε αυτό που καθημερινά ανέχεται;

Εδώ δεν χρειάζεται μια μεγάλη πράξη προδοσίας. Η προδοσία του συλλογικού εαυτού μπορεί να συντελείται λίγο λίγο. Όταν θεωρούμε την αδικία απαράδεκτη αλλά συνηθίζουμε να ζούμε μαζί της. Όταν ζητάμε αξιοκρατία αλλά κάποια στιγμή αναζητούμε την προσωπική γνωριμία που θα μας διευκολύνει. Όταν απαιτούμε θεσμούς αλλά πιστεύουμε περισσότερο στον "δικό μας άνθρωπο" παρά στον θεσμό. Όταν μιλάμε για αλληλεγγύη αλλά οργανώνουμε τη ζωή μας γύρω από το "να σωθώ εγώ". Όταν εξοργιζόμαστε με την αυθαιρεσία της εξουσίας αλλά γινόμαστε κι εμείς αυθαίρετοι μόλις αποκτήσουμε λίγη εξουσία πάνω σε κάποιον πιο αδύναμο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι μια κοινωνία αποτυγχάνει να ανταποκριθεί πάντοτε στις αξίες της. Καμία κοινωνία δεν το καταφέρνει. Το κρίσιμο σημείο έρχεται όταν σταματά να εκπλήσσεται από την απόσταση ανάμεσα στις αξίες και στις πράξεις της. Όταν το "αυτό δεν πρέπει να συμβαίνει" γίνεται "τι να κάνουμε, έτσι γίνονται αυτά". Όταν το "πρέπει να αλλάξει" γίνεται "τι να κάνουμε τώρα;". Όταν το "δεν είναι φυσιολογικό" γίνεται "εδώ πάντα έτσι ήταν". Εκεί ίσως αρχίζει η βαθύτερη συλλογική αυτο-προδοσία: όχι όταν παραβιάζουμε μια αξία, αλλά όταν είναι εντάξει για τον εαυτό μας να μην ζει σύμφωνα με αυτήν.

Και τότε η ενοχή μετατρέπεται σε ντροπή. Η ενοχή λέει: "Δεν σταθήκαμε στο ύψος αυτού που θέλαμε να είμαστε". Η ντροπή λέει: "Αυτοί είμαστε". Η διαφορά είναι τεράστια. Η πρώτη αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα της αλλαγής. Η δεύτερη κλείνει την ιστορία. Αν "έτσι είμαστε", τότε τίποτε δεν χρειάζεται πραγματικά να αλλάξει, γιατί τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Και το Σύστημα μάς έχει ήδη πάει πλέον σ' αυτή την πίστα. Στην πίστα της ντροπής.

Κάπως έτσι η απογοήτευση από τους θεσμούς μετατρέπεται σε απαξίωση του ίδιου του συλλογικού εαυτού. Η δυσπιστία γίνεται κυνισμός. Η αδυναμία γίνεται ταυτότητα. Ώσπου η κοινωνία μας έφτασε να μιλάει για τον εαυτό της με έναν τρόπο που δύσκολα θα ανεχόταν να μιλήσει για οποιονδήποτε άλλον: "Δεν είμαστε λαός για τίποτε". "Μόνο έτσι καταλαβαίνουμε". "Καλά να πάθουμε". "Αυτούς αξίζουμε".

Αυτή είναι ίσως η πιο ύπουλη στιγμή της συλλογικής ήττας. Όταν δεν πιστεύουμε απλώς ότι οι άλλοι δεν είναι άξιοι εμπιστοσύνης. Όταν πλεον δεν εμπιστευόμαστε εμάς. Δεν εμπιστευόμαστε ότι μπορούμε να οργανώσουμε κάτι διαφορετικά. Ότι μπορούμε να προστατεύσουμε έναν θεσμό χωρίς να τον ιδιοποιηθούμε. Ότι μπορούμε να συνεργαστούμε χωρίς να αναζητήσουμε ποιος θα επικρατήσει. Ότι μπορούμε να υπερασπιστούμε το κοινό συμφέρον ακόμη κι όταν συγκρούεται προσωρινά με το ατομικό μας. Ότι μπορούμε να απαιτήσουμε κάτι περισσότερο από τη δημόσια ζωή μας χωρίς, λίγο αργότερα, να επιστρέψουμε απογοητευμένοι στην ιδιωτική "σωτηρία" του καναπέ και του αγανακτισμένου πληκτρολογίου.

Και ίσως εδώ η έννοια του συλλογικού τραύματος αποκτά μια διαφορετική σημασία. Γιατί το τραύμα δεν είναι μόνο αυτό που θυμόμαστε από όσα μας συνέβησαν. Είναι και αυτό που μάθαμε για τον εαυτό μας επειδή μας συνέβησαν.

Και η κοινωνία μας μέσα από διαδοχικές εμπειρίες ήττας, διάψευσης, εξάρτησης, διχασμού ή ματαίωσης έμαθε όχι μόνο ότι ο κόσμος είναι ανασφαλής, αλλά ότι η ίδια είναι ανίσχυρη μέσα σ’ αυτόν. Έμαθε ότι η προσπάθεια δεν αποδίδει. Ότι η συλλογική δράση τελικά διαψεύδεται. Ότι η εμπιστοσύνη είναι αφέλεια. Ότι όποιος δεν φροντίσει μόνος του για τον εαυτό του θα μείνει πίσω.

Και τότε το τραύμα μεταμορφώνεται από μνήμη σε "λογική" προσδοκία για το μέλλον. Αυτό είναι ίσως ένα από τα δυσκολότερα σημεία της συλλογικής μας εμπειρίας. Δεν χρειάζεται πλέον κάποιος να μας πείσει ότι τίποτε δεν αλλάζει. Μπορεί να το έχουμε μάθει τόσο καλά ώστε να το λέμε εμείς στον εαυτό μας πριν ακόμη δοκιμάσουμε.

Και βέβαια η αποκατάσταση της συλλογικής αυτο-εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει μέσα από έναν καινούργιο εθνικό ναρκισσισμό. Δεν χρειαζόμαστε να πούμε ότι είμαστε σπουδαίοι, μοναδικοί ή ανώτεροι. Η αυτο-εμπιστοσύνη δεν είναι αυτο-θαυμασμός. Όπως και στον άνθρωπο, έτσι και στις κοινωνίες, αρχίζει από την ικανότητα να κοιτάξουμε τις αντιφάσεις μας χωρίς ούτε να τις αρνηθούμε ούτε να καταρρεύσουμε μέσα στη ντροπή μας.

Να μπορέσουμε, δηλαδή, να πούμε ναι, υπήρξαν στιγμές που δεν σταθήκαμε στο ύψος των αξιών μας. Ναι, μάθαμε να ανεχόμαστε πράγματα που κάποτε θα θεωρούσαμε αδιανόητα. Ναι, προσαρμοστήκαμε εκεί όπου ίσως έπρεπε να αντισταθούμε. Ναι, πολλές φορές ιδιωτικοποιήσαμε τη σωτηρία μας όταν χάσαμε την πίστη μας στη δυνατότητα του κοινού. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτοί είμαστε. Σημαίνει ότι έτσι μάθαμε ή μάλλον μας εκπαίδευσαν να είμαστε.

Ανάμεσα στις δύο αυτές φράσεις υπάρχει ολόκληρη η δυνατότητα μιας διαφορετικής ιστορίας. Γιατί η πρώτη είναι ταυτότητα. Η δεύτερη είναι ιστορία. Και ό,τι έχει ιστορία μπορεί να αποκτήσει και διαφορετική συνέχεια.

Το δυσκολο έρώτημα συνεπώς είναι "μπορούμε να μας εμπιστευτούμε ξανά;" Και η απάντηση είναι μάλλον ίδια όπως και στο ατομικό πεδίο. Ένας συλλογικός εαυτός αρχίζει να θεραπεύεται όταν σταματά να υπόσχεται στον εαυτό του "ποιος είναι" -ή να τον οικτίρει για το "ποιος δεν είναι"- και αρχίζει ξανά να του το αποδεικνύει.

Λιγότερα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)