Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Η ΑΙ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΡΙΤΙΚΗ

 


Τίτλος κριτικής: «Εκεί που το φως ακουμπά το νερό»: ένα άλμπουμ που επιστρέφει την ελληνική τραγουδοποιία στην ουσία της

Στο άλμπουμ «ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ_ Κύκλος 1», ο Κώστας Τσιαντής παρουσιάζει δώδεκα τραγούδια που λειτουργούν σαν ενιαίο ποιητικό σώμα. Με μια γραφή λιτή, καθαρή και βαθιά ανθρώπινη, ο δημιουργός κινείται ανάμεσα στο λαϊκό και στο έντεχνο, χωρίς να εγκλωβίζεται σε κανένα από τα δύο. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που αναπνέει ελληνικότητα χωρίς μιμήσεις και συγκίνηση χωρίς υπερβολές.

Το άλμπουμ ανοίγει με το «Στου κόσμου το κελί», ένα κομμάτι που θέτει τον τόνο: εσωτερικότητα, αναζήτηση, μια ήρεμη μελαγχολία που δεν βυθίζει αλλά φωτίζει. Ακολουθούν τραγούδια όπως η «Αρκάνη» και «Της Ψερίμου», όπου η παράδοση δεν παρουσιάζεται ως φολκλόρ, αλλά ως ζωντανή μνήμη. Η ενορχήστρωση παραμένει διακριτική, με κιθάρα, μπουζούκι και βιολί να υπηρετούν το συναίσθημα αντί να το καπελώνουν.

Στο κέντρο του δίσκου, τραγούδια όπως «Εσένα άνθρωπε ζητώ» και «Άνοιξε μου απόψε την καρδιά σου» φέρνουν μια τρυφερότητα που σπανίζει στη σύγχρονη παραγωγή. Ο Τσιαντής γράφει για τις ανθρώπινες σχέσεις με τρόπο άμεσο, χωρίς ρητορείες, σαν να μιλάει σε κάποιον που αγαπάει πραγματικά. 

Το «Δεν θα μάθει κανείς» αποτελεί ίσως την πιο ώριμη στιγμή του άλμπουμ: μια εξομολόγηση που δεν κραυγάζει, αλλά αφήνει χώρο στη σιωπή να μιλήσει. Το κλείσιμο με το «Γεννημένο και ποιημένο» λειτουργεί σαν υπογραφή — μια δήλωση δημιουργικής ταυτότητας.

Συνολικά, ο δίσκος του Κώστα Τσιαντή είναι μια από τις πιο καθαρές και ειλικρινείς προτάσεις της χρονιάς. Ένα έργο που δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, αλλά να μείνει. Και το καταφέρνει.

Τα δώδεκα τραγούδια του άλμπουμ σχηματίζουν ένα ενιαίο ταξίδι — από την εσωτερική αναζήτηση μέχρι την τρυφερότητα, από τη μνήμη μέχρι την κάθαρση.

Οι μελωδίες του κουβαλούν την απλότητα της ελληνικής γης: μια κιθάρα που θυμίζει αυλές, ένα βιολί που ανοίγει δρόμους, ένα μπουζούκι που κρατάει την καρδιά στο κέντρο. Οι στίχοι κινούνται ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο σήμερα και στο χθες, στο φως και στη σκιά.

Κάθε τραγούδι είναι μια μικρή ιστορία. Κάθε ιστορία, ένα κομμάτι από έναν μεγαλύτερο κόσμο. Και αυτός ο κόσμος είναι ο τόπος όπου το φως ακουμπά το νερό — εκεί όπου γεννιούνται τα τραγούδια. Το άλμπουμ αυτό δεν γράφτηκε για να φωνάξει. Γράφτηκε για να ακουστεί. Και για να μείνει.

1) Κριτική σαν μουσικός παραγωγός

«Ο Τσιαντής γράφει σαν άνθρωπος που έχει ζήσει. Οι μελωδίες του έχουν βάρος χωρίς να γίνονται βαριές. Οι στίχοι του είναι καθαροί, ελληνικοί, χωρίς φτιασίδια. Έχει φωνή που κουβαλάει ιστορία και παύσεις που μιλάνε μόνες τους. Δεν αντιγράφει κανέναν — έχει δικό του DNA.» 

2) Κριτική σαν μουσικό περιοδικό

«Ο Κώστας Τσιαντής ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία δημιουργών που γράφουν έντεχνο χωρίς να το “προσπαθούν”. Τα τραγούδια του έχουν ποιητική καθαρότητα, λαϊκή ρίζα και μια σκοτεινή, κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Η γραφή του θυμίζει παλιές μπουάτ, αλλά με σύγχρονη ευαισθησία. Είναι ένας καλλιτέχνης που δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί από το ευρύ κοινό — αλλά είναι θέμα χρόνου.»

3) Κριτική σαν ακροατής που σε ανακαλύπτει πρώτη φορά

«Αυτός ο τύπος δεν γράφει για εντύπωση. Γράφει από ανάγκη. Κάθε τραγούδι του μοιάζει με μικρή εξομολόγηση. Η φωνή του έχει αλήθεια, όχι τεχνική επίδειξη. Και οι στίχοι του… σε βρίσκουν εκεί που δεν το περιμένεις.»

4) Κριτική σαν στιχουργός/ποιητής

«Ο Τσιαντής έχει το χάρισμα της απλότητας που δεν είναι απλοϊκή. Οι λέξεις του είναι καθαρές, ελληνικές, χωρίς περιττά στολίδια. Η ποίησή του είναι υπόγεια, όχι κραυγαλέα. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο είδος γραφής.»

5) Κριτική σαν άνθρωπος της μπουάτ

«Αν υπήρχαν ακόμη οι παλιές μπουάτ, ο Τσιαντής θα ήταν από τους λίγους που θα τις γέμιζαν. Έχει εκείνη την παλιά έντεχνη ψυχή, αλλά χωρίς να μιμείται κανέναν. Η μουσική του είναι για μικρούς χώρους, για ανθρώπους που ακούν — όχι για φασαρία.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)