Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Δημήτρης Δημητριάδης, «Ανθρωπωδία» (εκδ. Καστανιώτη, Σμίλη & Ιανός) [γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης]

 


Ποιείν / Poiein.gr

Δημήτρης Δημητριάδης, «Ανθρωπωδία» (εκδ. Καστανιώτη, Σμίλη & Ιανός) [γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης]
Η "Ανθρωπωδία" του Δημήτρη Δημητριάδη αποτελεί ένα από τα πιο ακραία και φιλόδοξα εγχειρήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας: ένα έργο ανοιχτό, πολυφωνικό, αδιάκοπα επεκτεινόμενο, που δεν επιδιώκει να αφηγηθεί μια ιστορία με την παραδοσιακή έννοια αλλά να συλλάβει τον άνθρωπο στη γυμνή, ανυπεράσπιστη ουσία του. Μέσα από τους τόμους της, η «Ανθρωπωδία» οικοδομεί έναν κόσμο όπου το σώμα, η επιθυμία, η απώλεια και η γλώσσα συνυπάρχουν σε μια ασταμάτητη διαδικασία αποσύνθεσης και αναγέννησης. Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα· πρόκειται για μια αδιάκοπη ανατομία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στον πυρήνα της πλοκής βρίσκεται μια φαινομενικά απλή αλλά καταστροφική εμπειρία: ένα βλέμμα, ένας έρωτας που δεν εκπληρώθηκε ποτέ, μια σχέση που δεν ολοκληρώθηκε και που μετατρέπεται σε τραύμα ολόκληρης ζωής. Ένας άνθρωπος που δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα και προσπαθεί να επανορθώσει ανά χίλια χρόνια, ανεπιτυχώς δυστυχώς. Από αυτό το αρχικό ρήγμα ξετυλίγεται ένας τεράστιος λεκτικός και υπαρξιακός λαβύρινθος. Οι μορφές της «Ανθρωπωδίας» —άντρες, γυναίκες, εραστές, γονείς, παιδιά— κινούνται μέσα σε έναν κόσμο όπου κάθε ανθρώπινος δεσμός είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και αδύνατος. Οι οικογένειες αποσυντίθενται, οι ερωτικές σχέσεις μετατρέπονται σε πεδία εξουσίας και εγκατάλειψης, η επιθυμία οδηγεί όχι στη λύτρωση αλλά στη βαθύτερη επίγνωση της μοναξιάς.
Λιγότερα

Η Ανθρωπωδία του Δημήτρη Δημητριάδη αποτελεί ένα από τα πιο ακραία και φιλόδοξα εγχειρήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας: ένα έργο ανοιχτό, πολυφωνικό, αδιάκοπα επεκτεινόμενο, που δεν επιδιώκει να αφηγηθεί μια ιστορία με την παραδοσιακή έννοια αλλά να συλλάβει τον άνθρωπο στη γυμνή, ανυπεράσπιστη ουσία του. Μέσα από τους τόμους της, η «Ανθρωπωδία» οικοδομεί έναν κόσμο όπου το σώμα, η επιθυμία, η απώλεια και η γλώσσα συνυπάρχουν σε μια ασταμάτητη διαδικασία αποσύνθεσης και αναγέννησης. Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα· πρόκειται για μια αδιάκοπη ανατομία της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στον πυρήνα της πλοκής βρίσκεται μια φαινομενικά απλή αλλά καταστροφική εμπειρία: ένα βλέμμα, ένας έρωτας που δεν εκπληρώθηκε ποτέ, μια σχέση που δεν ολοκληρώθηκε και που μετατρέπεται σε τραύμα ολόκληρης ζωής. Ένας άνθρωπος που δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα και προσπαθεί να επανορθώσει ανά χίλια χρόνια, ανεπιτυχώς δυστυχώς. Από αυτό το αρχικό ρήγμα ξετυλίγεται ένας τεράστιος λεκτικός και υπαρξιακός λαβύρινθος. Οι μορφές της «Ανθρωπωδίας» —άντρες, γυναίκες, εραστές, γονείς, παιδιά— κινούνται μέσα σε έναν κόσμο όπου κάθε ανθρώπινος δεσμός είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και αδύνατος. Οι οικογένειες αποσυντίθενται, οι ερωτικές σχέσεις μετατρέπονται σε πεδία εξουσίας και εγκατάλειψης, η επιθυμία οδηγεί όχι στη λύτρωση αλλά στη βαθύτερη επίγνωση της μοναξιάς.

Η πλοκή δεν εξελίσσεται γραμμικά. Αντίθετα, επανέρχεται εμμονικά στα ίδια μοτίβα: τη μητέρα ως πηγή αγάπης και ασφυξίας· το σώμα ως τόπο ηδονής αλλά και φρίκης· τον έρωτα ως ακατόρθωτη επιθυμία συγχώνευσης· τη μνήμη ως ανοιχτή πληγή· τον θάνατο ως μόνιμη σκιά πάνω σε κάθε ανθρώπινη πράξη. Οι ήρωες του Δημητριάδη δεν αναζητούν απλώς την ευτυχία· αναζητούν έναν τρόπο να υπάρξουν ολοκληρωτικά, χωρίς διαχωρισμούς ανάμεσα στο πνεύμα και τη σάρκα, στη σκέψη και την επιθυμία. Και ακριβώς αυτή η αναζήτηση τους οδηγεί στην καταστροφή.

Το κεντρικό θέμα του έργου είναι η αδυναμία του ανθρώπου να συμπέσει με τον εαυτό του. Ο άνθρωπος της «Ανθρωπωδίας» είναι ένα ον διχασμένο: επιθυμεί απόλυτα, αλλά αδυνατεί να πραγματώσει αυτό που επιθυμεί. Ζει μέσα σε μια αδιάκοπη απόσταση από το αντικείμενο του πόθου του, είτε αυτό είναι ένα σώμα, είτε μια ιδέα, είτε η ίδια η δυνατότητα της αγάπης. Γι’ αυτό και η γλώσσα του έργου διογκώνεται ασταμάτητα. Οι προτάσεις επαναλαμβάνονται, επιστρέφουν, περιστρέφονται γύρω από τις ίδιες εικόνες σαν να προσπαθούν να αγγίξουν κάτι που συνεχώς διαφεύγει. Η γραφή γίνεται η ίδια μια μορφή επιθυμίας.

Στην «Ανθρωπωδία» το σώμα κατέχει κεντρική θέση. Όχι ως αισθητικό αντικείμενο, αλλά ως τόπος αλήθειας. Το σώμα ιδρώνει, φθείρεται, εκκρίνεται, επιθυμεί, γερνά, πεθαίνει. Ο Δημητριάδης απογυμνώνει τον άνθρωπο από κάθε πολιτισμική εξιδανίκευση και τον επιστρέφει στη βιολογική του μοίρα. Η σεξουαλικότητα δεν παρουσιάζεται ποτέ ως απλή απόλαυση· είναι μια σχεδόν μεταφυσική αγωνία υπέρβασης των ορίων του εαυτού. Κάθε ερωτική πράξη κρύβει μέσα της την επιθυμία να καταργηθεί η μοναξιά — και κάθε φορά αποτυγχάνει.

Η δύναμη του έργου βρίσκεται επίσης στην ιδιότυπη μορφή του. Παρά τη χαοτική του έκταση, η «Ανθρωπωδία» διαθέτει αυστηρή εσωτερική αρχιτεκτονική. Τα θέματα επιστρέφουν όπως σε μουσική φούγκα: η μητέρα, ο εραστής, η εγκατάλειψη, η σάρκα, ο θάνατος, η γέννηση. Κάθε επανάληψη μετασχηματίζει το αρχικό μοτίβο. Η γραφή μοιάζει να λειτουργεί με βιολογικούς ρυθμούς — σαν ένας οργανισμός που αναπνέει, διογκώνεται, εξαντλείται και ξαναρχίζει.

Η «Ανθρωπωδία» είναι επίσης μια βίαιη επίθεση στις βεβαιότητες της κοινωνικής ζωής. Η οικογένεια, η θρησκεία, η ηθική, η πατρίδα, η κανονικότητα εμφανίζονται ως μηχανισμοί εξημέρωσης του ανθρώπινου τρόμου. Οι άνθρωποι του έργου ασφυκτιούν μέσα σε ρόλους που δεν μπορούν να αντέξουν, ενώ η κοινωνία απαιτεί από αυτούς να συνεχίσουν να υποδύονται την τάξη και την ισορροπία. Ο Δημητριάδης αποκαλύπτει πίσω από αυτή την επίφαση έναν κόσμο βαθιά τραυματισμένο, όπου κάθε βεβαιότητα κρύβει πανικό. Και όμως, παρά τη σκοτεινότητά της, η «Ανθρωπωδία» δεν είναι μηδενιστική. Στον πυρήνα της υπάρχει μια σχεδόν τρομακτική πίστη στον άνθρωπο — όχι ως ηθικό ον, αλλά ως ον ικανό να επιθυμεί μέχρι τέλους. Το μεγαλείο των μορφών του Δημητριάδη βρίσκεται ακριβώς στην αδυναμία τους να παραιτηθούν. Συνεχίζουν να μιλούν, να ποθούν, να ζητούν επαφή, ακόμη κι όταν γνωρίζουν πως τίποτα δεν θα τις ολοκληρώσει.

 

Γι’ αυτό η «Ανθρωπωδία» δεν διαβάζεται σαν ένα βιβλίο που τελειώνει. Παραμένει ανοιχτή, όπως ανοιχτή παραμένει και η ανθρώπινη έλλειψη που την γέννησε. Είναι ένα έργο που δεν προσφέρει παρηγοριά ούτε λύση· μόνο τη σκληρή αποκάλυψη ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που συνεχίζει να επιθυμεί ακόμη και μέσα στην αποτυχία του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)