Ποιείν / Poiein.gr
Η Ανθρωπωδία του Δημήτρη Δημητριάδη αποτελεί ένα από τα πιο ακραία και φιλόδοξα εγχειρήματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας: ένα έργο ανοιχτό, πολυφωνικό, αδιάκοπα επεκτεινόμενο, που δεν επιδιώκει να αφηγηθεί μια ιστορία με την παραδοσιακή έννοια αλλά να συλλάβει τον άνθρωπο στη γυμνή, ανυπεράσπιστη ουσία του. Μέσα από τους τόμους της, η «Ανθρωπωδία» οικοδομεί έναν κόσμο όπου το σώμα, η επιθυμία, η απώλεια και η γλώσσα συνυπάρχουν σε μια ασταμάτητη διαδικασία αποσύνθεσης και αναγέννησης. Δεν πρόκειται για μυθιστόρημα· πρόκειται για μια αδιάκοπη ανατομία της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στον πυρήνα της πλοκής βρίσκεται μια φαινομενικά απλή αλλά καταστροφική εμπειρία: ένα βλέμμα, ένας έρωτας που δεν εκπληρώθηκε ποτέ, μια σχέση που δεν ολοκληρώθηκε και που μετατρέπεται σε τραύμα ολόκληρης ζωής. Ένας άνθρωπος που δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα και προσπαθεί να επανορθώσει ανά χίλια χρόνια, ανεπιτυχώς δυστυχώς. Από αυτό το αρχικό ρήγμα ξετυλίγεται ένας τεράστιος λεκτικός και υπαρξιακός λαβύρινθος. Οι μορφές της «Ανθρωπωδίας» —άντρες, γυναίκες, εραστές, γονείς, παιδιά— κινούνται μέσα σε έναν κόσμο όπου κάθε ανθρώπινος δεσμός είναι ταυτόχρονα αναγκαίος και αδύνατος. Οι οικογένειες αποσυντίθενται, οι ερωτικές σχέσεις μετατρέπονται σε πεδία εξουσίας και εγκατάλειψης, η επιθυμία οδηγεί όχι στη λύτρωση αλλά στη βαθύτερη επίγνωση της μοναξιάς.
Η πλοκή δεν εξελίσσεται γραμμικά. Αντίθετα, επανέρχεται εμμονικά στα ίδια μοτίβα: τη μητέρα ως πηγή αγάπης και ασφυξίας· το σώμα ως τόπο ηδονής αλλά και φρίκης· τον έρωτα ως ακατόρθωτη επιθυμία συγχώνευσης· τη μνήμη ως ανοιχτή πληγή· τον θάνατο ως μόνιμη σκιά πάνω σε κάθε ανθρώπινη πράξη. Οι ήρωες του Δημητριάδη δεν αναζητούν απλώς την ευτυχία· αναζητούν έναν τρόπο να υπάρξουν ολοκληρωτικά, χωρίς διαχωρισμούς ανάμεσα στο πνεύμα και τη σάρκα, στη σκέψη και την επιθυμία. Και ακριβώς αυτή η αναζήτηση τους οδηγεί στην καταστροφή.

Το κεντρικό θέμα του έργου είναι η αδυναμία του ανθρώπου να συμπέσει με τον εαυτό του. Ο άνθρωπος της «Ανθρωπωδίας» είναι ένα ον διχασμένο: επιθυμεί απόλυτα, αλλά αδυνατεί να πραγματώσει αυτό που επιθυμεί. Ζει μέσα σε μια αδιάκοπη απόσταση από το αντικείμενο του πόθου του, είτε αυτό είναι ένα σώμα, είτε μια ιδέα, είτε η ίδια η δυνατότητα της αγάπης. Γι’ αυτό και η γλώσσα του έργου διογκώνεται ασταμάτητα. Οι προτάσεις επαναλαμβάνονται, επιστρέφουν, περιστρέφονται γύρω από τις ίδιες εικόνες σαν να προσπαθούν να αγγίξουν κάτι που συνεχώς διαφεύγει. Η γραφή γίνεται η ίδια μια μορφή επιθυμίας.
Στην «Ανθρωπωδία» το σώμα κατέχει κεντρική θέση. Όχι ως αισθητικό αντικείμενο, αλλά ως τόπος αλήθειας. Το σώμα ιδρώνει, φθείρεται, εκκρίνεται, επιθυμεί, γερνά, πεθαίνει. Ο Δημητριάδης απογυμνώνει τον άνθρωπο από κάθε πολιτισμική εξιδανίκευση και τον επιστρέφει στη βιολογική του μοίρα. Η σεξουαλικότητα δεν παρουσιάζεται ποτέ ως απλή απόλαυση· είναι μια σχεδόν μεταφυσική αγωνία υπέρβασης των ορίων του εαυτού. Κάθε ερωτική πράξη κρύβει μέσα της την επιθυμία να καταργηθεί η μοναξιά — και κάθε φορά αποτυγχάνει.
Η δύναμη του έργου βρίσκεται επίσης στην ιδιότυπη μορφή του. Παρά τη χαοτική του έκταση, η «Ανθρωπωδία» διαθέτει αυστηρή εσωτερική αρχιτεκτονική. Τα θέματα επιστρέφουν όπως σε μουσική φούγκα: η μητέρα, ο εραστής, η εγκατάλειψη, η σάρκα, ο θάνατος, η γέννηση. Κάθε επανάληψη μετασχηματίζει το αρχικό μοτίβο. Η γραφή μοιάζει να λειτουργεί με βιολογικούς ρυθμούς — σαν ένας οργανισμός που αναπνέει, διογκώνεται, εξαντλείται και ξαναρχίζει.
Η «Ανθρωπωδία» είναι επίσης μια βίαιη επίθεση στις βεβαιότητες της κοινωνικής ζωής. Η οικογένεια, η θρησκεία, η ηθική, η πατρίδα, η κανονικότητα εμφανίζονται ως μηχανισμοί εξημέρωσης του ανθρώπινου τρόμου. Οι άνθρωποι του έργου ασφυκτιούν μέσα σε ρόλους που δεν μπορούν να αντέξουν, ενώ η κοινωνία απαιτεί από αυτούς να συνεχίσουν να υποδύονται την τάξη και την ισορροπία. Ο Δημητριάδης αποκαλύπτει πίσω από αυτή την επίφαση έναν κόσμο βαθιά τραυματισμένο, όπου κάθε βεβαιότητα κρύβει πανικό. Και όμως, παρά τη σκοτεινότητά της, η «Ανθρωπωδία» δεν είναι μηδενιστική. Στον πυρήνα της υπάρχει μια σχεδόν τρομακτική πίστη στον άνθρωπο — όχι ως ηθικό ον, αλλά ως ον ικανό να επιθυμεί μέχρι τέλους. Το μεγαλείο των μορφών του Δημητριάδη βρίσκεται ακριβώς στην αδυναμία τους να παραιτηθούν. Συνεχίζουν να μιλούν, να ποθούν, να ζητούν επαφή, ακόμη κι όταν γνωρίζουν πως τίποτα δεν θα τις ολοκληρώσει.
Γι’ αυτό η «Ανθρωπωδία» δεν διαβάζεται σαν ένα βιβλίο που τελειώνει. Παραμένει ανοιχτή, όπως ανοιχτή παραμένει και η ανθρώπινη έλλειψη που την γέννησε. Είναι ένα έργο που δεν προσφέρει παρηγοριά ούτε λύση· μόνο τη σκληρή αποκάλυψη ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που συνεχίζει να επιθυμεί ακόμη και μέσα στην αποτυχία του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου