Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΜΗ ΖΗΤΑΣ ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΑΔΕΙΑ ΠΗΓΑΔΙΑ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

35 λ. 
ΜΗ ΖΗΤΑΣ ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΑΔΕΙΑ ΠΗΓΑΔΙΑ
Νομίζω πως η ωριμότητα δεν είναι τίποτε άλλο από μια βαθιά συμφιλίωση με τα όρια των ανθρώπων. Είναι η στιγμή που καταλαβαίνεις, όχι με το μυαλό αλλά με την καρδιά, ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να δώσουν αυτό που δεν κουβαλούν μέσα τους.
Όχι επειδή είναι κακοί ή δεν προσπαθούν αρκετά ή επειδή δεν σε αγαπούν, αλλά επειδή κανείς δεν μπορεί να μοιράσει ψωμί από ένα άδειο καλάθι. Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει ασφάλεια όταν ο ίδιος ζει τρομαγμένος. Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει ειλικρίνεια όταν δεν αντέχει να αντικρίσει τον εαυτό του. Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει εγγύτητα όταν φοβάται την οικειότητα. Κανείς μπορεί να προσφέρει γαλήνη όταν μέσα του μαίνεται ολόκληρος πόλεμος.
Και κάπου εκεί αρχίζει μια διαφορετική μορφή αγάπης. Μια αγάπη που δεν εξιδανικεύει, που δεν προσπαθεί να σώσει, που δεν περιμένει ότι αν αγαπήσει αρκετά θα μεταμορφώσει τον άλλον. Γιατί καμιά αγάπη δεν μπορεί να θεραπεύσει κάποιον που δεν είναι ακόμη έτοιμος να συναντήσει τον εαυτό του.
Και ξέρω ότι οι περισσότεροι προσπαθούμε, ίσως για χρόνια, να εξηγήσουμε, να δείξουμε, να πείσουμε, να κάνουμε τον άλλον να δει, να καταλάβει, να νιώσει, να αγαπήσει με τον τρόπο που αγαπάμε εμείς.
Μέχρι που κάποια στιγμή κατεβαίνουμε από το βάθρο της αγαπητικής παντοδυναμίας μας και αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι δική μας δουλειά να αφυπνίσουμε κανέναν. Ο καθένας συναντά τον αληθινό εαυτό του όταν είναι έτοιμος και ύστερα από κοπιαστική δουλειά.
Και μερικές φορές ο Άλλος, απλά, δεν είναι έτοιμος. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύουμε να αγαπάμε. Σημαίνει, όμως, ότι παύουμε να προσδοκούμε ή να απαιτούμε. Σταματάμε να κυνηγάμε την αναγνώριση από ανθρώπους που δεν μπορούν να αναγνωρίσουν ούτε τις δικές τους ανάγκες. Σταματάμε να αναζητούμε ειλικρίνεια από ανθρώπους που επιβιώνουν μέσα από προσωπικές μυθολογίες και ψευδαισθήσεις. Σταματάμε να ζητάμε συναισθηματική διαθεσιμότητα από ανθρώπους που ακόμη φοβούνται τη δική τους ευαλωτότητα.
Κι εκεί ακριβώς ο θυμός αρχίζει να μεταμορφώνεται σε κατανόηση - όχι δικαιολόγηση.
Κατανοούμε δηλαδή ότι πίσω από πολλούς χειρισμούς κρύβεται φόβος, πίσω από μάσκες και ρόλους κρύβεται ντροπή, πίσω από πολλές μορφές ελέγχου κρύβεται ανασφάλεια, πίσω από πολλούς εγωισμούς κρύβεται ένα πληγωμένο παιδί που έμαθε να προστατεύεται με τον μόνο τρόπο που γνώριζε.
Και όσο περισσότερο το βλέπουμε αυτό, τόσο λιγότερο θέλουμε να πολεμήσουμε. Δεν χρειάζεται να νικήσουμε κανέναν. Δεν χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα. Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε ξανά και ξανά τον εαυτό μας στο χάος.
Ίσως τελικά η ειρήνη να αρχίζει όταν σταματάμε να ζητάμε από έναν άνθρωπο να γίνει αυτό που δεν είναι ακόμη σε θέση να γίνει. Όταν σταματάμε να περιμένουμε νερό από ένα άδειο πηγάδι.
Όταν αποδεχόμαστε ότι η αγάπη δεν είναι αρκετή για να αλλάξει κάποιον. Αλλά είναι αρκετή για να μας βοηθήσει να δούμε καθαρά. Και τότε η απομάκρυνση δεν είναι πια οργή ή τιμωρία. Είναι πράξη σεβασμού και προς τον εαυτό μας, αλλά και προς τον άλλον.
Σαν να του λέμε: «Δεν θυμώνω που δεν μπορείς να μου δώσεις αυτό που χρειάζομαι. Σταματώ όμως να ζητώ από εσένα αυτό που μόνο εσύ μπορείς και οφείλεις να δώσεις πρώτα στον εαυτό σου.»
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ώριμη μορφή αγάπης. Να μπορείς να βλέπεις καθαρά τα όρια του άλλου χωρίς να τον μισείς γι' αυτά. Να τον αγαπάς χωρίς να τον σώζεις. Να τον καταλαβαίνεις χωρίς να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου. Να φεύγεις χωρίς εκδίκηση. Και να κρατάς μέσα σου την ήσυχη γνώση ότι ορισμένοι άνθρωποι δεν μας πλήγωσαν επειδή δεν είχαν αγάπη.
Μας πλήγωσαν επειδή δεν είχαν ακόμη βρει τον δρόμο προς τη δική τους.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)