Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ


 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
Υπάρχουν έρωτες που δεν τελειώνουν ποτέ, όχι επειδή ήταν οι μεγαλύτεροι, αλλά μάλλον επειδή δεν έγιναν ποτέ πραγματικοί.
Κάποτε αναρωτιόμουν γιατί υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους έναν έρωτα για δεκαετίες. Τους θεωρούσα κάπως παγιδευμένους. Γιατί εξακολουθούσαν να συγκινούνται από ένα πρόσωπο που ίσως και να μην άγγιξαν ποτέ πραγματικά, με το οποίο δεν έζησαν σχεδόν τίποτα και όμως μοιάζει να κατοικεί ακόμη μέσα τους.
Σήμερα νομίζω πως η απάντηση είναι πιο απλή και ταυτόχρονα πιο μυστηριώδης. Δεν ερωτεύτηκαν έναν άνθρωπο, ερωτεύτηκαν ένα φάντασμα. Ένα πλάσμα σχεδόν άυλο ή μερικά εκατομμύρια pixels σε μια οθόνη κινητού. Έναν άνθρωπο που υπήρξε περισσότερο ως υπόσχεση παρά ως παρουσία, ως δυνατότητα παρά ως πραγματικότητα, ως όνειρο περισσότερο παρά ως ένσαρκη ζωή.
Για όλους μας νομίζω υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίσαμε ποτέ πραγματικά, δεν ζήσαμε μαζί τους, δεν τους είδαμε κουρασμένους, δεν τους είδαμε να θυμώνουν ή να φοβούνται ή όλα αυτά από μια απόσταση ασφαλείας με τα κορμιά κρυμμένα πίσω από τις οθόνες.
Και κάπως έτσι δεν δοκιμάστηκε ποτέ η αγάπη μας πάνω στη φθορά της καθημερινότητας. Κι όμως, το πιστεύω αυτό- ίσως και να τους αγαπήσαμε βαθιά. Αλλά μάλλον κανείς δεν θα μάθει ποτέ αν αυτό που αγαπήσαμε υπήρξε ποτέ πραγματικά ή αν απλά συμπληρώσαμε το βλέμμα που έλειπε κάπως από μόνοι μας-έτσι όπως λειτουργεί ο εγκέφαλος μας όταν συμπληρώνει το γράμμα που λείπει σε μια λέξη και την ολοκληρώνει από μόνος του. Μάλλον κανείς δεν θα μάθει ποτέ αν ήταν λίγες λέξεις που τις μετατρέψαμε σε ολόκληρη ιστορία, φτιάχοντας μια παρουσία που γέμισε από τις δικές μας επιθυμίες.
Κι ο άνθρωπος απέναντί μας -ο καημένος κι αυτός- υπήρξε μόνο η αφορμή. Το υπόλοιπο το έγραψε η φαντασία. Τι κρίμα, θα πει κανείς!
Κι όμως, υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο σε όλο αυτό. Ίσως μάλιστα να μην πρέπει να βιαζόμαστε να το αποκαλέσουμε αυταπάτη. Γιατί ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται μόνο με τα μάτια, ερωτεύεται και με τη φαντασία.
Όπως ένα μικρό παιδί που ακούει ένα παραμύθι και μένει μαγεμένο. Δεν το απασχολεί αν δράκοι, οι νεράιδες ή οι βασιλιάδες είναι πράγματι υπαρκτοί. Εκείνη τη στιγμή δεν αναζητά την αλήθεια των γεγονότων αλλά την αλήθεια της επιθυμίας του.
Νομίζω πως κάτι ανάλογο συμβαίνει και στον έρωτα. Πριν γνωρίσουμε πραγματικά τον άλλον, τον ονειρευόμαστε. Πριν συναντήσουμε το πρόσωπο, πλάθουμε μέσα μας μια μορφή. Πριν αγαπήσουμε τον άνθρωπο, αγαπάμε την πιθανότητα του ανθρώπου.
Και ίσως αυτό να μην είναι λάθος. Ο Donald Winnicott έλεγε πως η ψευδαίσθηση δεν είναι ένα σφάλμα που πρέπει να εξαλειφθεί, αλλά ένα αναγκαίο στάδιο της ανθρώπινης ανάπτυξης. Το βρέφος χρειάζεται αρχικά να πιστέψει ότι ο κόσμος γεννιέται από την επιθυμία του. Αυτή η δημιουργική ψευδαίσθηση δεν είναι παθολογία. Είναι η γέφυρα που θα του επιτρέψει αργότερα να συναντήσει την πραγματικότητα χωρίς να συντριβεί από αυτήν.
Ίσως και ο έρωτας να υπακούει στην ίδια μυστική λογική. Χρειαζόμαστε πρώτα το παραμύθι. Χρειαζόμαστε να μαγευτούμε.
Χρειαζόμαστε να πιστέψουμε για λίγο ότι ο άλλος είναι σχεδόν τέλειος, σχεδόν προορισμένος, σχεδόν θαυματουργός. Όχι καθόλου για να μείνουμε εκεί. Αλλά γιατί μόνο έτσι αποκτούμε το θάρρος να κάνουμε το πρώτο βήμα προς τη συνάντηση. Καμιά αγαπητική πραγματικότητα δεν μπορεί να προκύψει χωρίς την αρχική μάγευση. Όπως ακριβώς μια νέα ζωή πριν καλά καλά "συλληφθεί" έχει συγκροτηθεί ήδη στην επιθυμία μιας μητέρας.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι ότι στην αρχή αγαπάμε ένα φάντασμα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αρνούμαστε να το αποχαιρετήσουμε. Γιατί κάθε μεγάλος έρωτας ξεκινά σαν παραμύθι, αλλά δεν αντέχει να παραμείνει παραμύθι. Μεγαλώσαμε πια.
Οπότε, αν ένας μεγάλος έρωτας θέλει να γίνει αγάπη, κάποια στιγμή πρέπει να αφήσει το φάντασμα να πεθάνει. Πρέπει να επιτρέψει στον άνθρωπο να εμφανιστεί. Με τις ατέλειές του, τις πληγές του, την κακή του διάθεση, τις αντιφάσεις του, με τις στιγμές που θα μας απογοητεύσει, με τις στιγμές που θα μας πληγώσει, με την ελευθερία του να μη γίνει ποτέ αυτό που εμείς φανταστήκαμε.
Και τότε μπορεί να συμβεί το πραγματικό θαύμα. Να μην σταματήσεις να αγαπάς επειδή χάθηκε η φαντασίωση. Αντίθετα.
Για πρώτη φορά αποκτάς τη δυνατότητα να αγαπήσεις κάποιον που υπάρχει. Όχι τον ήρωα του παραμυθιού, αλλά τον άνθρωπο, με το γέλιο του, με τις σιωπές του, με τις αντιφάσεις του, με τις μικρότητές του, με την μαλακία που τον δέρνει, αλλά και με την μοναδική του ιστορία. Με το ανεξάντλητο μυστήριο που ποτέ δεν θα μπορέσεις να εξηγήσεις ολοκληρωτικά.
Ίσως λοιπόν να μην ντρεπόμαστε για εκείνο το πρώτο παραμύθι.
Όλοι κάποτε ερωτευτήκαμε ένα φάντασμα και η τραγωδία δεν είναι ότι το πιστέψαμε. Η τραγωδία είναι να επιμείνουμε να ζούμε για πάντα μαζί του.
Γιατί μόνο όταν το φάντασμα παραχωρήσει τη θέση του στο πρόσωπο, μόνο όταν το όνειρο γίνει συνάντηση και η εξιδανίκευση μεταμορφωθεί σε αλήθεια, τότε αρχίζει αυτό που αναζητούσαμε εξαρχής χωρίς να το ξέρουμε. Όχι ο έρωτας ενός φαντάσματος, αλλά η αγάπη του συγκεκριμένου και μοναδικού πραγματικού ανθρώπου.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)