Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης· ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΣΩΜΑ

 




Αντώνης Ανδρουλιδάκης

ΤΟ ΚΑΗΜΕΝΟ ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΣΩΜΑ

Πόσα πρέπει να υποστεί. Πόσα πρέπει να ανεχτεί. Πόσα πρέπει να αρνηθεί. Πόσα "πρέπει" θέλει να αρνηθεί.

Από μικρό κορίτσι μαθαίνει ότι το σώμα του δεν του ανήκει ολοκληρωτικά. Είναι ταυτόχρονα πεδίο επιθυμίας, αξιολόγησης, ελέγχου, φόβου και προβολής.

Πρέπει να είναι όμορφο αλλά όχι υπερβολικά όμορφο. Επιθυμητό αλλά όχι προκλητικό. Σεξουαλικό αλλά όχι «πολύ». Νέο αλλά και ώριμο. Αδύνατο αλλά όχι αδύναμο. Δυνατό, αλλά όχι απειλητικό.

Πρέπει να είναι ελκυστικό αλλά να μη γεννά επιθυμίες που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Να είναι ελεύθερο αλλά να προσέχει. Να είναι αυτόνομο αλλά να μην τρομάζει. Να είναι μητέρα αλλά να μην εγκαταλείπει τον εαυτό του. Να είναι εργαζόμενη αλλά να μην ξεχνά και να φροντίζει τους άλλους.

Και κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις αντιφατικές εντολές, το σώμα καλείται να συνεχίσει να κατοικείται από μια ψυχή.

Να αιμορραγεί κάθε μήνα. Να επιθυμεί. Να φοβάται. Να γεννά.

Να θηλάζει. Να "νοικουρεύει". Να πενθεί. Να γερνά. Να συνεχίζει.

Το γυναικείο σώμα κουβαλά πάνω του, μέσα του, μια ολόκληρη ιστορία. Κουβαλά τα βλέμματα που το μέτρησαν. Τα χέρια που το διεκδίκησαν. Τις φωνές που του είπαν πως είναι υπερβολικό ή ανεπαρκές. Τις προσδοκίες που το έκαναν να ντρέπεται για τη φυσικότητά του.

Κουβαλά γενιές γυναικών που έμαθαν να μικραίνουν για να χωρέσουν. Να σωπαίνουν για να μην ενοχλούν. Να προσφέρουν χωρίς να ζητούν. Να φροντίζουν χωρίς να φροντίζονται. Και κυρίως να μην "γκρινιάζουν" ποτέ, να μην διαμαρτύρονται "υστερικά".

Για αιώνες ολόκληρους το γυναικείο σώμα έμαθε να υπάρχει μέσα από τα μάτια των άλλων. Να αξιολογείται. Να συγκρίνεται.

Να επιθυμείται. Να κρίνεται. Να γίνεται αντικείμενο πριν προλάβει να γίνει υποκείμενο. Σώμα προς θέαση. Σώμα προς κατανάλωση. Σώμα προς διεκδίκηση και κυριαρχία. Σώμα προς έλεγχο.

Σαν η αξία του να βρισκόταν διαρκώς έξω από το ίδιο. Στο βλέμμα που το εγκρίνει. Στην επιθυμία που το επιλέγει. Στην αγορά που το εμπορεύεται. Στην κοινωνία που το αξιολογεί.

Κι έτσι πολλές γυναίκες έμαθαν να κοιτάζουν τον εαυτό τους από έξω. Σαν να κατοικεί μέσα τους ένας αόρατος κριτής. Μια μάνα, ένας πατέρας ή ένας γκόμενος, κύριος οίδε.

Πολλές γυναίκες έμαθαν να περπατούν και ταυτόχρονα να παρατηρούν τον εαυτό τους να περπατά. Να γελούν και ταυτόχρονα να αναρωτιούνται πώς φαίνονται όταν γελούν. Να μεγαλώνουν και να φοβούνται μήπως το σώμα τους πάψει να είναι επιθυμητό.

Λες και το σώμα δεν είναι τόπος ζωής αλλά δημόσιο έκθεμα.

Αυτή κι αν είναι μία από τις πιο αόρατες μορφές βίας. Όχι όταν κάποιος σου "παίρνει" το σώμα. Αλλά όταν σε πείθει να πάψεις να το κατοικείς εσύ. Όταν αρχίζεις να βλέπεις το σώμα πρωτίστως ως εικόνα και όχι ως σπίτι. Ως εμφάνιση και όχι ως εμπειρία. Ως αντικείμενο προς αξιολόγηση ή ακόμη χειρότερα ως τρόπαιο προς κατάκτηση και όχι ως ιερό τόπο ύπαρξης.

Γι’ αυτό πολλές γυναίκες γνωρίζουν κάτι για το σώμα που πολλοί άνδρες αργούν να μάθουν, Ότι το σώμα είναι μνήμη. Θυμάται τα χάδια. Θυμάται τις απουσίες. Θυμάται τη βία. Θυμάται τη φροντίδα. Θυμάται ποιος το κοίταξε με κυριαρχική επιθυμία και ποιος με τρυφερότητα.

Και ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία της εποχής μας να είναι ότι ζητάμε συνεχώς από το γυναικείο σώμα να είναι όμορφο, λειτουργικό, διαθέσιμο, παραγωγικό, αιώνια νέο. Αλλά πολύ σπάνια του επιτρέπουμε απλώς να είναι. Να αναπνέει. Να ξεκουράζεται. Να συγκινείται. Να γερνά. Να ερωτεύεται. Να υπάρχει χωρίς να απολογείται.

Γιατί, το σώμα -προφανώς- δεν γεννήθηκε για να γίνεται θέαμα. Γεννήθηκε για να αισθάνεται. Να ανατριχιάζει. Να επιθυμεί. Να αγκαλιάζει. Να γεννά. Να χορεύει. Να κουράζεται. Να γερνά. Να αγαπά.

Και ίσως τελικά, ύστερα από αιώνες όπου το γυναικείο σώμα υπήρξε πεδίο διεκδίκησης, ελέγχου, φόβου, επιθυμίας και εξουσίας, το πιο σημαντικό που θα άξιζε να του πουν οι άνδρες είναι:

«Συγγνώμη για όλες τις φορές που σε κοιτάξαμε χωρίς να σε δούμε.»

«Συγγνώμη για όλες τις φορές που ζητήσαμε από εσένα να κουβαλήσεις βάρη που δεν σου ανήκαν.»

«Συγγνώμη για όλες τις φορές που απαιτήσαμε να είσαι ποθητή αντί να είσαι ελεύθερη.»

Και ύστερα κάτι ακόμη πιο σημαντικό:

«Σε βλέπω. Σε ευχαριστώ. Μπορείς τώρα να ακουμπήσεις λίγο το βάρος που κουβαλούσες τόσο καιρό. Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα για να αξίζεις.» 

Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)