Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΟΗΜΑ

 



ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΝΟΗΜΑ

Την τελευταία περίοδο η Ελλάδα έχει γνωρίσει μια πληθώρα πολιτικών διακηρύξεων, προγραμμάτων, σχεδίων και εξαγγελιών. Κάθε παλαιός ή νέος πολιτικός φορέας εμφανίζεται με λίστες προτάσεων, μέτρων και μεταρρυθμίσεων. Άλλες φορές περισσότερο τεκμηριωμένων, άλλες φορές περισσότερο επικοινωνιακών.

Κι όμως, όσο περισσότερο διαβάζει κανείς αυτά τα κείμενα, τόσο συχνότερα μένει με μια παράξενη αίσθηση ανικανοποίητου.

Όχι επειδή λείπουν οι προτάσεις ή οι θέσεις και ασχέτως της εφικτότητας τους. Αλλά επειδή λείπει κάτι βαθύτερο. Λείπει το όραμα. Λείπει μια καθαρή εικόνα για το πού θέλουμε να πάμε ως κοινωνία.

Τι περιλαμβάνει όμως ένα πραγματικό όραμα; Ένα όραμα οφείλει να απαντά σε πέντε μεγάλα ερωτήματα.

1️⃣

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΛΗ ΖΩΗ ;

Η σημερινή πολιτική σχεδόν δεν απαντά σε αυτό. Αν ρωτήσεις τα περισσότερα κόμματα τι σημαίνει πρόοδος, θα σου μιλήσουν για ανάπτυξη. Αν όμως ρωτήσεις: «Πώς θα μοιάζει μια καλή ζωή στην Ελλάδα του 2050;» επικρατεί αμηχανία.

Ένα όραμα οφείλει να περιγράψει πόσο δουλεύουμε, πόσο χρόνο έχουμε, πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, πώς φροντίζουμε ηλικιωμένους, πώς σχετιζόμαστε, πώς κατοικούμε τις πόλεις. Με άλλα λόγια πώς ζούμε;

2️⃣

ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Κάθε κοινωνία "παράγει" έναν τύπο ανθρώπου. Στην Ελλάδα σήμερα παράγουμε εξαντλημένους, αγχωμένους, ατομικιστές,

ανταγωνιστικούς, φοβισμένους και συχνά κυνικούς ανθρώπους.

Ένα όραμα πρέπει να απαντά αν θέλουμε τον άνθρωπο αυτόνομο, συνεργατικό, δημιουργικό, φροντιστικό, με θάρρος, με αίσθηση κοινού-συλλογικού σκοπού;

3️⃣

ΤΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;

Κοινωνία καταναλωτών; Κοινωνία πελατών; Κοινωνία ιδιωτών; Ή κοινωνία πολιτών; Θέλουμε γειτονιές; Κοινότητες; Συλλογικότητες; Τοπική ζωή; Ή απλώς περισσότερα εμπορικά κέντρα;

4️⃣

ΤΙ ΠΑΡΑΓΟΥΜΕ;

Το ερώτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι βαθιά υπαρξιακό. Τι δημιουργεί αυτή η χώρα; Τι προσφέρει στον κόσμο; Ποιο είναι το ιδιαίτερο αποτύπωμά της; Ποια είναι η συμβολή της στον πολιτισμό, στην επιστήμη, στην παιδεία, στην ποιότητα ζωής;

5️⃣

ΠΟΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΦΗΓΟΥΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ;

Κάθε επιτυχημένη κοινωνία διαθέτει μια αφήγηση. Οι Αμερικανοί είχαν το American Dream. Οι Σκανδιναβοί το κοινωνικό κράτος. Οι Ιάπωνες την συλλογική πειθαρχία και αριστεία. Η Ελλάδα σήμερα; Δυσκολεύεται να απαντήσει.

ΓΙΑΤΙ ΔΥΣΚΟΛΕΥΟΜΑΣΤΕ ΤΟΣΟ ΝΑ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΟΥΜΕ ;

Εδώ νομίζω ότι μπαίνει η ψυχολογική διάσταση με την οποία ασχολούμαι τα τελευταία χρόνια.

Οι τραυματισμένοι άνθρωποι δυσκολεύονται να φανταστούν το μέλλον. Και το ίδιο συμβαίνει με τις κοινωνίες. Όταν μια κοινωνία ζει επί δεκαετίες οικονομικές κρίσεις, χρεοκοπίες, μνημόνια, δημογραφική συρρίκνωση, πολιτική δυσπιστία, συλλογικές διαψεύσεις και ματαιώσεις , αρχίζει να περιορίζει τον ορίζοντά της.

Από το «Πού θέλουμε να πάμε;» περνά στο «Πώς θα τη βγάλουμε καθαρή;» Από το όραμα περνά στην επιβίωση. Από τη δημιουργία περνά στη διαχείριση. Από την ελπίδα περνά στον κυνισμό.

Γι' αυτό και η μεγάλη πρόκληση μιας νέας πολιτικής πρότασης δεν είναι να παρουσιάσει άλλα δέκα μέτρα ή άλλες είκοσι μεταρρυθμίσεις, αλλά να περιγράψει έναν κόσμο που αξίζει πραγματικά να υπάρξει.

Είναι να απαντήσει πειστικά σε μια σχεδόν ξεχασμένη ερώτηση:

Πώς μπορεί να μοιάζει μια αξιοβίωτη ζωή στην Ελλάδα;

Μέχρι να απαντηθεί αυτό, θα συνεχίσουμε να έχουμε στόχους χωρίς προορισμό, προγράμματα χωρίς αφήγηση, πολιτική χωρίς όραμα και πιτσιρικάδες σαν τον χθεσινό που θα εγκαταλείπουν τη χώρα και θα μας τρίβουν στην μούρη την ανεπάρκεια μας να φανταστούμε "έναν άλλο κόσμο που να είναι εφικτός".

Λιγότερα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)