Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026

Georgios Manos · Οκτώβριος 1922 Ανατολική Θράκη- Η Μεγάλη Έξοδος





 Georgios Manos

 
Οκτώβριος 1922
Ανατολική Θράκη
Η Μεγάλη Έξοδος
Ανήμερα της Παναγίας (1922) μάς βάρεσε το μεγάλο αστροπελέκι. Ο κόσμος έβγαινε απ’ την εκκλησία, όντας ήρθε το μαύρο μαντάτο.
«Έσπασε το μέτωπο! Έπεσε η Μικρασία! Αντίκρυ σφάζουνε αράδα!»
Κι ύστερα, οι ξεριζωμένοι. Χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες, με φανερό τον τρόμο στα μάτια, στοιβαγμένοι σε βάρκες και καΐκια, ήρχουνταν απ’ αγνάντια, μερόνυχτα ολάκερα. Ούλος ο γιαλός, απ’ την Καλλικράτεια ως τη Ραιδεστό και την Καλλίπολη, γιόμισε ανθρώπινα κουρέλια.
Τα βράδια, κλάματα και μαύρα μοιριολόγια έσκιζαν τη σιγαλιά της νύχτας σ’ ούλη την αμμουδιά. Λόγος με κόπο έβγαινε απ’ τα χείλια τους. Κι όντας κανένας έπαιρνε το κουράγιο να ιστορήσει τι γίνηκε, μια ανατριχίλα απλώνονταν ολόγυρα κι ο φόβος μεγάλωνε πιότερο.
Όμως, στο έβγα του Τρυγητή, η μπόρα ήρθε και στην αυλή μας. Στην αρχή, κουβέντες μισές, σκόρπιες. «Φεύγουμε!», «φεύγει ο στρατός μας!», «έρχουνται οι Τούρκοι!», «ο Θεγιός να βάλει το χέρι του!», «μας σηκώνουνε!».
Το μαύρο μαντάτο θέριεψε τον τρόμο, όπως ο αγέρας ο τρελός αντρειεύει τη φωτιά.
«Ώστε, τόση ήτανε η λευτεριά μας; Μονάχα δυο χρόνια; Αδύνατον! Ψέματα! Δεν μπορεί! Όνειρο θα είναι!».
Κι όμως, δεν ήταν όνειρο! Χωροφυλάκοι, που ήρθανε απ’ τη Ραιδεστό, πήρανε σβάρνα τα χωριά μας και έσβησαν και τις λιγοστές ελπίδες.
«Στις 28 Σεπτεμβρίου “οι σύμμαχοι” υπόγραψαν στα Μουδανιά την παράδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία. Ο ελληνικός στρατός πρέπει να εγκαταλείψει την περιοχή».
Η συμφωνία όριζε να φύγει ο στρατός μας, δεν έλεγε να φύγει κι ο κόσμος. Όσοι ήθελαν, λέει, μπορούσαν να μείνουν στα σπίτια τους και από «Έλληνες πολίτες» να γενούν ξανά «Οθωμανοί πολίτες». Μα ποιος γνωστικός κόταγε* να απομείνει! Σε λίγες μέρες θα ξαναγύρναγαν οι Τούρκοι. Κι αυτήνα τη φορά, θα ήτανε θεριά ανήμερα. Καταπόδι τους θα ήρχουνταν κι οι τσέτες με τους Κούρτηδες* που, σαν τα τσακάλια, παραφύλαγαν να αρπάξουνε τα ρωμαίικα νοικοκυριά. Όσα φοβερά μάς ιστόρησαν οι ξεσπιτωμένοι Μικρασιάτες απ’ αντίκρυ, βόιζαν ακόμα στ’ αυτιά μας και μας γιόμιζαν τρόμο.
«Με τι μπορούμε να φύβγουμε;» ρώταγαν ούλοι τον άνθρωπο της Νομαρχίας, που ήρθε απ’ τη Ραιδεστό.
«Θα έρθουνε βαπόρια να σας πάρουνε. Όσοι θέλετε, μπορείτε κι απ’ τη στεριά με τα κάρα. Με τα τρένα, μονάχα μετά τις 17 Οκτωβρίου. Μέχρι τότε είναι πιασμένα απ’ το στρατό».
Μέσα σ’ ούλο αυτό το πατιρντί, έπρεπε να διαλέξουμε, απ’ το βιος μας, μονάχα όσα μπόρεγαν να κουβανηθούν. Μα πώς να ξεχωρίσεις το βιος σου, όντας ούλα είναι ένα κομμάτι απ’ την ψυχή σου; Πού να έβρεις το κουράγιο; Ούλα τ’ αγαπάς σαν τα παιδιά σου. Μπορείς να διαλέξεις απ’ τα παιδιά σου; Όπου γύριζα, έβλεπα πράματα που δεν ήθελα να τ’ αποχωριστώ. Ακόμα και τα άψυχα, εκείνην την ώρα, ήτανε ψυχωμένα. Είχανε μιλιά και μ’ έκρεναν*. Γύρευαν να τα πάρω μαζί μου. Μα τι μπορείς να χωρέσεις μέσα σ’ ένα μπόγο; Το σπίτι σου, το βιος σου, τον τόπο σου, τα μνήματα των εδικών σου; Και τα σκέδια που έκαμες για τη ζωή; Ούλα αυτά ο μπόγος δεν τα χωρεί. Γι’ αυτό, τα σφαλείς βαθιά μέσα στην ψυχή σου και φεύγεις!
Μα η ψυχή νιώθει στενάχωρα, με τόσο βαρύ φορτιό, και για αναπαμό της στα φέρνει στον ύπνο, στον ξύπνο, στην κουβέντα, στα ονείρατα. Τα έχεις ομπρός σου, ίσαμε να σφαλίσεις τα μάτια. Εξόν και καταφέρεις να βάλεις ένα μπόλι «απ’ την Πατρίδα» στην ψυχή των παιδιών σου και των εγγονιών σου. Τότες μονάχα η ψυχή ξαλαφρώνει κι αναπαύεται. Τότες είναι σίγουρη, πως ούλα, όσα δε χώραγαν στο μπόγο κι απόμειναν «στην Πατρίδα», δε χάθηκαν ολότελα και παντοτινά. Δε θα τα σκεπάσει της λησμονιάς το σάβανο. Θα ζούνε μέσα στις κατοπινές ψυχές και θα δείχνουνε το δρόμο της Ανατολής. Το δρόμο της φύτρας. Μιας φύτρας που για να κρατηθεί ζωντανή, αποζητάει το σύψυχο πότισμα με το νερό της θύμησης και της αποθυμιάς.
Οι πιο βιαστικοί φόρτωσαν αποβραδίς και πριν το χάραμα έζεψαν και κίνησαν για την Ελλάδα. Σαν ακούστηκαν στο καλντερίμι τα τροχούλια* και φάνηκαν στο σοκάκι τα πρώτα κάρα, η λύπη βάραινε πιότερο τις ψυχές μας. Ολόγυρα έβλεπες προσώπατα άσπρα, στόματα στεγνά και μάτια γιομάτα παράπονο, για την κακοτυχιά που μας ήβρε στα καλά καθούμενα. Μέσα στο νου, ούλα ήτανε μπερδεμένα. Μονάχα όποιος έζησε την προσφυγιά, μπορεί να καταλάβει της ψυχής το ανακάτεμα.
Βλέπεις τον τόπο σου, τόνε πατάς, ρουφάς τον αγέρα του, ακούς τα πουλιά του να κελαϊδούνε, και καποιοινοί σε προστάζουνε ούλα αυτά, μονομιάς, να τα λησμονήσεις και να φύγεις. Δίχως να ξεύρεις μήτε πού θα πας μήτε άμα φτάσεις ζωντανός. Το άδικο σε πινίγει. Θέλεις να παραπονευτείς, να υβρίσεις, να βαρέσεις, ακόμα και να σκοτώσεις, ναι να σκοτώσεις τον αίτιο, που δε λογαριάζει εσένα, τα παιδιά σου, τη φαμίλια σου. Μα ποιος είναι ο αίτιος;
«“Οι μεγάλοι”, που μας πρόδωσαν» είπε την ώρα που έφευγε ο Γιαννέλος, ένας αξιωματικός παλικάρι, που λάτρευε το βασιλιά.
Και πού να έβρεις εσύ εκείνην την ώρα τους «μεγάλους», για να γυρέψεις το δίκιο σου; Αναγκαστικά, μπαίνεις άβουλος στο μεγάλο κοπάδι, και όπου βγει! Δεν έχεις γνώμη. Νιώθεις άχρηστος, αδειανός, τιποτένιος!
Μέσα σε λίγες ώρες, ένα μακρύ φιδωτό ποτάμι από αραμπάδες, διάβαινε βουβό της μοίρας της κακιάς το δρόμο. Η άκρη του χάνονταν μακριά στ’ αψηλώματα, εκεί που ο ουρανός ακούμπαγε τη γης. Και στο διάβα του έσμιγαν, από δεξιά και ζερβά, κι άλλοι αραμπάδες, και το ποτάμι φούσκωνε και θέριευε, και μαζί θέριευε κι ο πόνος του ξεσπιτωμού. Από δίπλα, και πολλοί με τα γαϊδουράκια τους, μα κι άλλοι με τα πόδια. Αντάμα κι οι κεχαγιάδες, που πολέμαγαν οι φουκαράδες να σώσουνε ό,τι μπόρεγαν απ’ το κοπάδι τους και το βιος τους. Έστω και λίγα προβατάκια, για σερμεγιέ στο καινούργιο ξεκίνημα.
Και σαν να μην έφτανε ο σταυρός που κουβάλαγε ο καθένας στον ώμο του, αναπόδιασε κι ο καιρός. Αστραπές, μπουμπουνητά, κρύοι αγέρηδες, βροχές και μπόρες παράταιρες για Οχτώβρη, και χαλάζια χειρότερα απ’ του καλοκαιριού βάρεσαν τα καραβάνια, την ώρα που κίνησαν για το άχαρο ταξίδι. Και μέσα σ’ εκείνη τη μπόρα και την κοσμοχαλασιά, έφτανε ένας αραμπάς να βουλιάξει, ένα τροχούλι* να λυγίσει απ’ το μεγάλο φορτιό, και σταμάταγε ούλη η φάλαγγα.
Η στράτα του ξεριζωμού μεγάλη. Αρχίναγε όξω απ’ τον Τσεκμετζέ (Άθυρα), έπαιρνε την παλιά τη σούσα και, αφού πέρναγε από Σηλυβριά, Τυρολόη, Μουρατλί, Κεσσάνη, Ουζούν Κιοπρού (Μακρά Γέφυρα) κι Εργενέ Ντερέ (Εργίνη Ποταμό), έφτανε στη Μαρίτσα (Έβρος). Εκεί, όσοι μπόρεγαν, πέρναγαν απ’ το σιδερένιο γιοφύρι του Κούλελι Μπουργκάζ (Πύθιο) κι άλλοι απ’ τα σάλια* που έστησε ο στρατός κι έβγαιναν αντίκρυ στο Διδυμότειχο. Οι πιότεροι ανηφόριζαν, αντάμωναν την άλλη στράτα που ήρχουνταν απ’ τις Σαράντα Εκκλησιές και όλοι μαζί διάβαιναν το γιοφύρι της Αντριανού κι έβγαιναν στο Κάραγατς. Από κει, κατηφόριζαν στο Φεριντζίκ (Φέρρες), στο Ντεντέ Αγάτς (Αλεξαντρούπολη), στη Γκιουμουρτζίνα (Κομοτηνή) και στη Μακεδονία.
Με καρδιές σφιγμένες, μάτια κόκκινα, πρησμένα, και με στόματα σφαλιχτά, διάβαιναν άλαλοι το δρόμο τον αγύριστο. Με πίκρα, γι’ αυτό που άφηναν. Με φόβο, γι’ αυτό που θα ήβρισκαν. Πολλοί καλοτύχιζαν τους αποθαμένους, «που τους αξίωσε ο Θεγιός να τους σκεπάσει το χώμα της Πατρίδας. Εμείς δεν ξεύρουμε νε* πού θα ζήσουμε νε πού θα αποθάνουμε!». Πολλοί δεν άντεξαν. Η καρδιά τους τους πρόδωσε. Παραχώθηκαν στο δρόμο. Οι τυχεροί, με παπά και μ’ ένα βιαστικό «αιωνία η μνήμη». Οι άλλοι, δίχως παπά, αδιάβαστοι, αβλόγητοι, αθύμιαστοι.
Οι ρίζες μας κόβουνταν. Φαμίλιες κομματιάζουνταν και κάθε κομμάτι έπαιρνε το δικό του δρόμο. «Άτζεπα* θα ξανανταμώσουμε;» Σε ήρχουνταν να βάλεις τα κλάματα. Μα για ποιο να πρωτοκλάψεις; Για τους ζωντανούς, που ξεριζώνονταν και σκόρπιζαν; Για τους αποθαμένους, που θ’ απόμνησκαν παρατημένοι; Για τα σπίτια, που θα γίνουνταν γιάγμα; Για την εκκλησιά, που θα γύρναγε σε τζαμί; Για το βιος, που γίνηκε με ίδρο και κόπο, και τώρα θ’ άλλαζε αφέντη; Για ούλα αυτά έκλαιγες. Μα και για το φύσημα του αγέρα, το χάδι του γήλιου, το αηδονοκελάδημα, το κελάρυσμα του νερού. Για ούλα, όσα συνήθισαν να βλέπουν τα μάτια, να ακούνε τα αυτιά, να ακουμπάνε τα χέρια, να νιώθει η ψυχή. Για ούλα, όσα αγάπησες από παιδί, τα ένιωθες δικά σου, ήτανε ένα με τα σένα, και τώρα θα απόμνησκαν οπίσω.
Μονάχα το κουράγιο, που έπαιρνε δανεικό ο ένας απ’ τον άλλονα, κράταγε ζωντανή την ελπίδα, πως δε θα χαθούμε. Πολλοί, μαθημένοι από πρωτύτερους λιγόχρονους ξεσπιτωμούς, πίστευαν πως κι αυτός ο σηκωμός θα είχε γλήγορο γυρισμό.
«Να μην πάμε πολύ μακριγιά. Να βγούμε αντίκρα απ’ τη Μαρίτσα και να σταθούμε. Να μην έχμε μακρύ δρόμο στο γυρισμό», ορμήνευαν τους δικούς τους.
Όσοι διάλεξαν τα βαπόρια, κατέβηκαν στα γιαλοχώρια. Απάνω από εκατό χιλιάδες παραζαλισμένοι Θρακιώτες ήτανε απλωμένοι στα λιμάνια της Προποντίδας στις 4 του Οχτώβρη. Κοντά σ’ αυτούς, κι άλλοι τόσοι Μικρασιάτες που ήρθανε σε μας για να σωθούνε. Το κουμάντο το είχε ο νομάρχης της Ραιδεστού. Εκεί πάγαιναν πρώτα εύκαιρα* τα βαπόρια κι εκείνος τα μοίραζε στο Ξάστερο, τους Επιβάτες, τη Σηλυβριά, την Ηράκλεια, το Μυριόφυτο, την Περίσταση και σ’ άλλους μικρούς κόρφους. Ίσαμε τις 10 του Οχτώβρη, πολύς κόσμος απ’ τον Τσεκμετζέ, το Ξάστερο και την Ηράκλεια είχε κιόλας φύγει για Καβάλα, Βόλο και Σαλονίκη.
Από την ώρα που μας είπανε πως θα σηκωθούμε, η ψυχή μου γίνηκε μαύρη. Το μυαλό μου χαμένο, δεν όριζε το κορμί. Οι μέρες της Χρυσής ζύγωσαν. Μπορεί να γένναγε κι απάνω στο βαπόρι! Η ιδέα πως μπορεί να χάναμε και δεύτερο παιδί, μέσα σε δυο χρόνια, με παλάβωνε.
Εμείς ήτανε κανονισμένο να κινήσουμε με τα τελευταία «κρατικά» βαπόρια στις 13 του Οχτώβρη, μα εκείνες τις ώρες της παραζάλης, τίποτες δεν ήτανε σίγουρο. Για να μην τυραγνιστεί η Χρυσή, είπαμε να φύγουμε με πλερωμένο βαπόρι, όπως έκαμαν και πολλοί άλλοι χωριανοί μας.
Και ήρθε ώρα της άγκυρας. Ούλοι σώπασαν. Οι κουβέντες κόπηκαν μαχαίρι. Μονάχα το χτύπημα απ’ τους χαλκάδες της αλυσίδας, που μαζώνονταν στο ροδάνι, έσπαζε την ησυχία. Τα μάτια, καρφωμένα αγνάντια στη στεριά, ρούφαγαν αχόρταγα σπίτια, αμπέλια, γης, ουρανό, βάρκες, καΐκια, ό,τι ζωντανό κι ό,τι άψυχο απλώνουνταν ομπρός μας, που ίσαμε κείνην την ώρα ήτανε η ζωή μας, η χαρά μας, το βιος μας. Ένιωθα την ψυχή μου εύκαιρη και το κουράγιο να τελεύει. Κι αυτό το χτύπημα της αλυσίδας… Η λύπη αμέτρητη. Το κεφάλι μου βάραγε δυνατά κι ο νους μου κόντευε να σαλέψει.
Εκείνην την ώρα του στερνού χαιρετισμού, μια φωνή έφτανε στα χείλια μου και ήθελα να φωνάξω, να απολογηθώ. Να πω στον τόπο μου ένα λόγο τελευταίο.
«Πατρίδα μου, συχώρα με. Δε διάλεξα εγώ το δρόμο του φευγιού. Άλλες βουλές, απάνθρωπες, όρισαν από σένα μακριά να φύγω. Μα να ξεύρεις, πως αυτές μονάχα το κορμί μου ορίζουνε. Στ’ ορκίζομαι στ’ αλήθεια πως, μέσα στην ψυχή μου, εσύ μονάχα θα είσαι η Πατρίδα μου κι εσένανε θ’ αποθυμώ ίσαμε ν’ αποθάνω!».
Μα η φωνή δε βγήκε απ’ το πικρόστεγνο στόμα. Κι ο τόπος μας σιγά σιγά ξεμάκραινε και, όσο ξεμάκραινε, μίκραινε, μίκραινε, ώσπου, στο τέλος, σαν μικρή κουκκίδα χάθηκε ολότελα απ’ τα μάτια μας. Από εκείνη την ώρα, μια λέξη φώλιασε στα χείλια μας, στα τραγούδια μας, στα ονείρατα. Η «Πατρίδα».
Γεώργιος Εμμ. Μάνος
Χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι
Ιστορικό αφήγημα
3η Έκδοση

Απόσπασμα
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)