"ΑΟΡΑΤΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ": ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΖΩΝΤΑΝΟΙ, ΑΥΤΟΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΚΡΗΚΤΙΚΟΙ
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα (ψυχοπολιτική) παρέμβαση της Comité invisible (Αόρατη Επιτροπή) για την εξέγερση στη Γαλλία με το νέο της βιβλίο που κυκλοφόρησε 16 Οκτωβρίου 2026.
Η νέα παρέμβαση της Αόρατης Επιτροπής (Comité invisible), με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της Survival Manual, αποτελεί μια ριζοσπαστική αποτίμηση των εξεγέρσεων των τελευταίων ετών στη Γαλλία, αλλά και μια βαθύτερη κριτική του σύγχρονου καπιταλιστικού πολιτισμού. Το κεντρικό της ερώτημα δεν είναι απλώς γιατί αποτυγχάνουν οι εξεγέρσεις, αλλά πώς μπορεί να ξαναγεννηθεί η δυνατότητα μιας πραγματικής κοινωνικής ανατροπής σε έναν κόσμο που έχει οργανωθεί ώστε να την καθιστά σχεδόν αδύνατη.

1. Η εξέγερση δεν είναι κοινωνικό κίνημα, είναι κίνημα ζωής
Η Αόρατη Επιτροπή υποστηρίζει ότι η σημερινή εξέγερση των νέων στη Γαλλία δεν αποτελεί απλώς αντίδραση σε εκπαιδευτικές ή οικονομικές πολιτικές. Είναι η άρνηση μιας ολόκληρης μορφής ζωής που επιβάλλει η σύγχρονη κοινωνία. Οι νέοι αρνούνται να αποδεχτούν ως φυσιολογική την ταπείνωση, την επισφάλεια, την οικολογική καταστροφή και την προοπτική μιας ζωής αφιερωμένης στην εργασία, στην κατανάλωση και στη διαρκή προσαρμογή.
Η Επιτροπή διατυπώνει μια ιδιαίτερα σημαντική θέση: η εξουσία παρουσιάζει την εξέγερση ως πρόβλημα της νεολαίας για να εμποδίσει να αναγνωριστεί ως πρόβλημα ολόκληρης της κοινωνίας. Η νεότητα δεν προσδιορίζεται τόσο ηλικιακά όσο υπαρξιακά. Νέοι είναι εκείνοι που δεν έχουν ακόμη δεσμευτεί ολοκληρωτικά από τα δάνεια, την καριέρα, την εργοδοτική εξάρτηση και τους κοινωνικούς συμβιβασμούς. Είναι εκείνοι που μπορούν ακόμη να πουν δημόσια όσα οι υπόλοιποι βλέπουν, αλλά προτιμούν να αποσιωπούν.

2. Η πανδημία και η διαγενεακή μετάδοση της υποταγής
Η Αόρατη Επιτροπή αναφέρεται ρητά στην περίοδο της πανδημίας COVID-19, ασκώντας σκληρή κριτική στον τρόπο με τον οποίο οι ενήλικες αποδέχτηκαν τα περιοριστικά μέτρα και στη συνέχεια απαίτησαν από τους νέους να κάνουν το ίδιο.
Σύμφωνα με την παρέμβαση, οι μαθητές είδαν τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς τους να υποτάσσονται σε όσα η Επιτροπή χαρακτηρίζει «ταπεινωτικές παραλογίες της διαχείρισης της COVID» και κατόπιν να επιστρατεύουν αόριστες δικαιολογίες για να επιβάλουν και στους ίδιους τον εγκλεισμό και την αντίστοιχη μεταχείριση.
Η κριτική της δεν περιορίζεται στα υγειονομικά μέτρα. Εστιάζει στη διαδικασία μέσα από την οποία η συμμόρφωση μετατρέπεται σε κοινωνική κανονικότητα και στη συνέχεια σε απαίτηση προς την επόμενη γενιά. Η πανδημία παρουσιάζεται έτσι ως μια εμπειρία που αποκάλυψε το χάσμα ανάμεσα στην αποδοχή της επιβαλλόμενης τάξης και στην άρνηση των νέων να κληρονομήσουν τους συμβιβασμούς των ενηλίκων.
Από ψυχοκοινωνική άποψη, εδώ αναδεικνύεται ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα: η διαγενεακή μετάδοση της υποταγής. Οι ενήλικες δεν μεταδίδουν στις επόμενες γενιές μόνο αξίες και γνώσεις, αλλά ενδέχεται να μεταδίδουν και τους φόβους, τις παραιτήσεις και την εξοικείωσή τους με την ταπείνωση. Η εξέγερση αποκτά τότε και μια διαγενεακή διάσταση: οι νέοι αρνούνται να μετατρέψουν την παραίτηση των προηγούμενων γενεών σε δική τους μοίρα.
Αυτή η τελευταία ερμηνεία αποτελεί ψυχοκοινωνική προέκταση της παρέμβασης. Η κριτική της Επιτροπής στη διαχείριση της πανδημίας δεν συνιστά, από μόνη της, επιστημονική αξιολόγηση της αναγκαιότητας των επιμέρους υγειονομικών μέτρων.

3. Η ταπείνωση ως θεμέλιο της κοινωνικής τάξης
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της παρέμβασης είναι η σύνδεση της εξέγερσης με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η Αόρατη Επιτροπή εντοπίζει ένα κοινό στοιχείο ανάμεσα στα Κίτρινα Γιλέκα και στη σημερινή νεολαία: την άρνηση να συνεχίσουν να ζουν ταπεινωμένοι.
Η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να ντρέπονται για τις ανάγκες τους. Να θεωρούν προσωπική αδυναμία την ανάγκη για χρήματα, ξεκούραση, αναγνώριση, αγάπη και νόημα. Η κοινωνική ενσωμάτωση προϋποθέτει συχνά την αποδοχή της υποτίμησης, της πειθαρχίας και της σιωπής.
Έτσι, η εξέγερση δεν γεννιέται μόνο από την υλική στέρηση, αλλά και από την άρνηση της καθημερινής υποτίμησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι απλώς μια διεκδίκηση περισσότερων αγαθών. Είναι μια διεκδίκηση αξιοπρέπειας.

4. Η διακυβέρνηση μέσω του τραύματος
Μία από τις σημαντικότερες θέσεις της παρέμβασης είναι η έννοια της «σ τ ρ α τ η γ ι κ ή ς τ ρ α υ μ α τ ο π ο ί η σ η ς» (strategic traumatization).
Η Αόρατη Επιτροπή υποστηρίζει ότι η κρατική καταστολή δεν αποσκοπεί απλώς στη διάλυση μιας διαδήλωσης. Επιδιώκει την παραγωγή φόβου και τραύματος. Οι μαζικές συλλήψεις, η αστυνομική βία, οι σοβαροί τραυματισμοί και η δημόσια κυκλοφορία εικόνων καταστολής λειτουργούν, σύμφωνα με την ανάλυσή της, ως μηχανισμοί συλλογικής αποθάρρυνσης.
Ο στόχος δεν είναι μόνο να σταματήσει μια συγκεκριμένη κινητοποίηση, αλλά να εγκατασταθεί στο συλλογικό φαντασιακό η πεποίθηση ότι κάθε αντίσταση θα έχει δυσβάσταχτο κόστος. Το τραύμα μετατρέπεται έτσι, κατά την Επιτροπή, σε τεχνολογία διακυβέρνησης.
Ταυτόχρονα, η Επιτροπή ασκεί αυτοκριτική στα ίδια τα κινήματα, όταν αυτά αδυνατούν να αναγνωρίσουν τις παγίδες της καταστολής και επαναλαμβάνουν πρακτικές που τα οδηγούν ξανά στην ήττα. Η επανάληψη της ήττας μπορεί τότε να μετατραπεί σε επανάληψη του τραύματος.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς μπορεί μια συλλογικότητα να μάθει από τις τραυματικές εμπειρίες της, αντί να εγκλωβίζεται σε αυτές.

5. Η αποτυχία της παραδοσιακής Αριστεράς και του κινηματικού ακτιβισμού
Η παρέμβαση είναι ιδιαίτερα αιχμηρή απέναντι στα συνδικάτα, στα αριστερά κόμματα και στους επαγγελματικούς ακτιβιστικούς μηχανισμούς. Η Αόρατη Επιτροπή θεωρεί ότι πολλές από αυτές τις οργανώσεις λειτουργούν πλέον περισσότερο ως μηχανισμοί διαχείρισης και περιορισμού της κοινωνικής οργής παρά ως δυνάμεις χειραφέτησης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα Κίτρινα Γιλέκα, που εξεγέρθηκαν έξω από τις παραδοσιακές οργανώσεις, αρνούμενα τους μόνιμους εκπροσώπους και τις θεσμικές διαμεσολαβήσεις.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αυτονομία δεν είναι μια πολιτική ταυτότητα ή μια οργανωτική ετικέτα. Είναι η πραγματική δυνατότητα των ανθρώπων να δρουν χωρίς να παραχωρούν τη δύναμή τους σε εκπροσώπους.
Η κριτική της αφορά και τη λογική της διαρκούς αναπαραγωγής των ίδιων μορφών κινητοποίησης, οι οποίες συχνά μετατρέπουν την κοινωνική σύγκρουση σε μια προβλέψιμη και ελεγχόμενη τελετουργία.

6. Η ψευδαίσθηση της ψηφιακής επανάστασης
Η Αόρατη Επιτροπή απορρίπτει την ιδέα ότι οι εξεγέρσεις μπορούν να παραχθούν απλώς με διαδικτυακά καλέσματα, viral αναρτήσεις και κοινωνικά δίκτυα.
Η ψηφιακή επικοινωνία μπορεί να διευκολύνει την κινητοποίηση, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη της πραγματικές κοινωνικές σχέσεις, συλλογική ισχύ και επαναστατική στρατηγική.
Μάλιστα, οι ίδιες ψηφιακές υποδομές χρησιμοποιούνται από την εξουσία για την παρακολούθηση, τη χαρτογράφηση και την πρόβλεψη των κοινωνικών αντιδράσεων.
Η επικοινωνία δεν είναι ταυτόσημη με τη συλλογική δύναμη. Η επανάσταση δεν μπορεί να οργανωθεί σαν μια επιτυχημένη διαφημιστική εκστρατεία.

7. Η εξέγερση απέναντι στο ίδιο το κεφάλαιο
Η Αόρατη Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι προηγούμενες εξεγέρσεις συχνά επικέντρωσαν την αντιπαράθεσή τους στους πολιτικούς θεσμούς, παραβλέποντας τα πραγματικά κέντρα της οικονομικής εξουσίας.
Αναφερόμενη στα Κίτρινα Γιλέκα, παρατηρεί ότι οι εξεγερμένοι περνούσαν μπροστά από τα γραφεία μεγάλων χρηματοπιστωτικών και επιχειρηματικών ομίλων χωρίς να αναγνωρίζουν πάντοτε ότι εκεί βρισκόταν ένα ουσιαστικό κέντρο της εξουσίας που αμφισβητούσαν.
Η κριτική της, επομένως, δεν περιορίζεται σε μια κυβέρνηση ή σε έναν πρόεδρο. Αφορά την ίδια την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνική ζωή.
Από αυτή την οπτική, η εναλλαγή κυβερνήσεων δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί μια κρίση που η Επιτροπή θεωρεί βαθύτερα πολιτισμική και συστημική.

8. Από την πολιτική διαμαρτυρία στην υπαρξιακή απελευθέρωση
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης αναδεικνύεται μια βαθύτερη φιλοσοφική θέση. Η Αόρατη Επιτροπή υποστηρίζει ότι η χειραφέτηση δεν μπορεί να αρχίζει από έτοιμα πολιτικά προγράμματα, ιδεολογικές ταυτότητες ή οργανωτικές συνταγές.
Αρχίζει από την πραγματική ζωή των ανθρώπων, από τις σχέσεις τους, από όσα αγαπούν και από όσα αρνούνται πλέον να θυσιάσουν.
Εισάγει εδώ την έννοια της «διαδικασίας μοναδικοποίησης» (process of singularization): τη διαδικασία μέσα από την οποία ο άνθρωπος παύει να υποτάσσει τη ζωή του στις κοινωνικά επιβεβλημένες ταυτότητες, στις προσδοκίες και στον φόβο του αποκλεισμού.
Η συλλογικότητα, κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί πλέον να οικοδομείται πάνω στη θυσία, στην ενοχή και στην υποχρέωση. Χρειάζεται να θεμελιώνεται στη ζωντανή επιθυμία των ανθρώπων να υπάρξουν διαφορετικά.
Η εξέγερση, επομένως, δεν είναι μόνο πολιτική πράξη. Είναι και μια διαδικασία ανάκτησης της ζωής.

Το βαθύτερο νόημα της παρέμβασης
Η Αόρατη Επιτροπή δεν περιγράφει απλώς μια κρίση του καπιταλισμού. Περιγράφει μια κρίση της ίδιας της δυνατότητας να ζούμε.
Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται να προσαρμόζεται αδιάκοπα σε έναν κόσμο που υπονομεύει τις προϋποθέσεις της ζωής του. Να είναι ανθεκτικός απέναντι στην επισφάλεια, παραγωγικός απέναντι στην εξάντληση, αισιόδοξος απέναντι στην καταστροφή και ψυχολογικά λειτουργικός μέσα σε συνθήκες που παράγουν δυσλειτουργία.
Η πανδημία, η κοινωνική ταπείνωση, η αστυνομική καταστολή, η πολιτική χειραγώγηση και η ψηφιακή επιτήρηση εμφανίζονται στην παρέμβαση ως διαφορετικές όψεις ενός ευρύτερου προβλήματος: της μετατροπής της ανθρώπινης ζωής σε αντικείμενο διαχείρισης.
Αυτό που η εξουσία παρουσιάζει ως πρόβλημα ατομικής προσαρμογής, η Αόρατη Επιτροπή το αναγνωρίζει ως πολιτική και υπαρξιακή αντίφαση.
Από ψυχοκοινωνική σκοπιά, η παρέμβαση θέτει ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα: μήπως η μεγαλύτερη επιτυχία της σύγχρονης εξουσίας δεν είναι ότι καταστέλλει τις εξεγέρσεις, αλλά ότι διαμορφώνει ανθρώπους που δυσκολεύονται ακόμη και να φανταστούν τη δυνατότητα να εξεγερθούν; Ανθρώπους που έχουν εσωτερικεύσει την προσαρμογή ως αρετή, την παραίτηση ως ωριμότητα και την υποταγή ως ρεαλισμό;
Η εξέγερση αποκτά έτσι ένα νόημα που υπερβαίνει την πολιτική διαμαρτυρία. Είναι η άρνηση του ανθρώπου να συνεχίσει να ακρωτηριάζει τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις δυνατότητές του για να χωρέσει σε έναν κόσμο που τον εξαντλεί.
Το κεντρικό μήνυμα της παρέμβασης θα μπορούσε να συμπυκνωθεί σε μία φράση:
Το ζητούμενο δεν είναι να μάθουμε να επιβιώνουμε καλύτερα μέσα σε έναν κόσμο που μας στερεί τη ζωή, αλλά να ξαναβρούμε τη συλλογική δύναμη να ζήσουμε διαφορετικά.
*πρόχειρη μετάφραση και περίληψη: Αντώνης Ανδρουλιδάκης Λιγότερα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου