Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Πέθανε στο Μικρό Χωριό ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος


 Πέθανε ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος

Πέθανε ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος, ο τελευταίος σύζυγος της Μαλβίνας Κάραλη
Πέθανε ο συγγραφέας Διονύσης Χαριτόπουλος, ο

Αντώνης Ανδρουλιδάκης

13 ώρες πριν, προβολή δημοσίευσης

13 ώρ.

 

·

ΕΓΩ, ΜΙΚΡΟΣ, ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΝ ΕΣΕΝΑ
Για τον Διονύση Χαριτόπουλο

Εγώ, μικρός, ήθελα να γίνω σαν εσένα, Διονύση.
Ήθελα να γράφω ιστορίες για ανθρώπους που δεν έσκυβαν το κεφάλι. Να ψάχνω κι εγώ τους άτακτους του Άρη, εκείνους που πήραν τα βουνά γιατί δεν άντεχαν να ζουν γονατιστοί. Να καταλαβαίνω τις ήττες τους, τις αγάπες τους, τις μικρές ανθρώπινες στιγμές τους. Να μπορώ να βλέπω πίσω από τους ήρωες τους ανθρώπους. Και πίσω από τους ανθρώπους εκείνο το παράξενο, ακατανίκητο πείσμα να παραμένουν ελεύθεροι.

Ήθελα να ερωτευτώ τη Μαλβίνα Κάραλη. Ίσως γιατί, τότε, πίστευα πως οι μεγάλοι έρωτες ήταν για τους ανθρώπους που δεν φοβούνταν τη ζωή. Ήθελα κι εγώ να αγαπήσω μια γυναίκα που να μη χωράει σε κανένα καλούπι. Που να γελάει δυνατά, να σκέφτεται ελεύθερα, να λέει όσα οι άλλοι φοβούνται. Και να έχω την καρδιά να σταθώ δίπλα της, χωρίς να θελήσω ποτέ να την κάνω μικρότερη. Να ζήσω έναν έρωτα που να μη μοιάζει με καταφύγιο από τη ζωή, αλλά με μια πιο γενναία συνάντηση μαζί της.

Ήθελα να γράφω όπως εσύ. Να βρίσκω τις σωστές λέξεις, τις λιγοστές, εκείνες που δεν χρειάζονται στολίδια για να φτάσουν στην καρδιά. Να μιλώ για τα μεγάλα πράγματα απλά. Για τη φτώχεια, την αξιοπρέπεια, τον έρωτα, την απώλεια. Να μπορώ να γράψω μια φράση και κάποιος, κάπου, να σταματήσει για λίγο το διάβασμα, γιατί μέσα της αναγνώρισε κάτι από τη δική του ζωή.

Ήθελα να έχω κάτι από τον Πειραιά σου. Από τις γειτονιές και τους ανθρώπους του μόχθου. Από εκείνη την τρυφερότητα που κρύβεται πίσω από τα σκληρά πρόσωπα και τις λιγοστές κουβέντες. Να μάθω να ξεχωρίζω τους ανθρώπους όχι από τους τίτλους και τα αξιώματά τους, αλλά από τον τρόπο που στέκονται δίπλα σε κάποιον όταν δυσκολεύεται. Να μη χάσω ποτέ την επαφή μου με τους απλούς ανθρώπους, με εκείνους που μπορεί να μην έγραψαν ποτέ βιβλία, αλλά κουβαλούν μέσα τους ολόκληρες βιβλιοθήκες ζωής.

Ήθελα να μιλώ με τη δική σου καθαρότητα. Να μη φοβάμαι να πω όσα σκέφτομαι, αλλά και να μη χρειάζεται να πληγώνω για να αποδείξω ότι είμαι γενναίος. Να έχω το θάρρος να διαφωνώ, να υπερασπίζομαι όσα αγαπώ, να μην προδίδω τις μικρές μου αλήθειες για λίγη αποδοχή. Να μπορώ να κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και να τον αναγνωρίζω.

Και, πάνω απ' όλα, ήθελα να μεγαλώσω χωρίς να χάσω το παιδί που ήμουν. Εκείνο που συγκινούνταν εύκολα, που ερωτευόταν παράφορα, που πίστευε πως ο κόσμος μπορούσε να γίνει λίγο πιο δίκαιος. Που δεν ήξερε ακόμη πόσους συμβιβασμούς θα του ζητούσε η ζωή. Που δεν είχε μάθει να αποκαλεί ωριμότητα την παραίτηση από τα όνειρά του.

Πέρασαν τα χρόνια, Διονύση. Κι εγώ μεγάλωσα. Έκανα τις δικές μου διαδρομές, αγάπησα, φοβήθηκα, έχασα ανθρώπους, έκανα συμβιβασμούς που κάποτε ορκιζόμουν πως δεν θα έκανα. Έμαθα ότι η γενναιότητα δεν είναι πάντοτε μια μεγάλη πράξη. Μερικές φορές είναι να παραδεχτείς πως φοβάσαι ή να μείνεις τρυφερός όταν η ζωή σου έχει δώσει πολλούς λόγους να σκληρύνεις.

Και κάπου μέσα σε όλα αυτά κατάλαβα πως οι άνθρωποι που θαυμάζαμε στα νιάτα μας δεν ήταν απλώς πρότυπα. Ήταν οι πρώτες μας υποσχέσεις προς τον εαυτό μας. Ένας τρόπος να του πούμε, πριν ακόμη μάθουμε ποιοι είμαστε, ποιοι θα θέλαμε κάποτε να γίνουμε.

Ξέρω Διονύση πως δεν έγινα σαν εσένα. Ούτε θα μπορούσα. Αλλά ίσως να πήρα κάτι μικρό από εκείνη την επιθυμία. Μια αγάπη για τις λέξεις. Μια αδυναμία στους ανυπότακτους. Μια τρυφερότητα για τους ανθρώπους που η ζωή τούς δυσκόλεψε. Και την ανάγκη, ακόμη και τώρα, να μη συμφιλιώνομαι εύκολα με όσα πληγώνουν τον άνθρωπο.

Σήμερα, που μαθαίνω πως έφυγες, αισθάνομαι εκείνη την παράξενη λύπη που μας πιάνει όταν πεθαίνει κάποιος που δεν υπήρξε δικός μας άνθρωπος, κι όμως είχε μια θέση μέσα μας. Σαν να φεύγει μαζί του ένα μικρό κομμάτι από τα χρόνια που ήμασταν νέοι. Από τις νύχτες που διαβάζαμε και ονειρευόμασταν. Από τότε που πιστεύαμε πως είχαμε όλο τον χρόνο μπροστά μας.

Εγώ, μικρός, ήθελα να γίνω σαν εσένα, Διονύση.

Και τώρα, που δεν είμαι πια μικρός, σκέφτομαι πως το πιο όμορφο που μου άφησες δεν ήταν η επιθυμία να σου μοιάσω. Ήταν η επιθυμία να μη χάσω εκείνο το παιδί που κάποτε σε θαύμαζε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)