Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΤΙ ΠΑΕΙ ΛΑΘΟΣ ΜΕ ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ; Η ήττα δεν είναι το πεπρωμένο μας.

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

1 ώρ. 
ΤΙ ΠΑΕΙ ΛΑΘΟΣ ΜΕ ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ;
Η ήττα δεν είναι το πεπρωμένο μας.
Βλέποντας τις νεανικές εξεγέρσεις στη Γαλλία, τις κινητοποιήσεις και την πολιτική επικράτηση των Σέρβων φοιτητών και του Λούλα στη Βραζιλία, ένα ερώτημα τίθεται σχεδόν αυθόρμητα: "Τι πάει λάθος με εμάς τους Έλληνες;" Γιατί αλλού οι άνθρωποι μοιάζουν να πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, ενώ εμείς, παρά τη συσσωρευμένη οργή και τη δυσαρέσκεια, επιστρέφουμε τόσο συχνά στην παραίτηση;
Ίσως, όμως, το πρόβλημα να βρίσκεται ήδη στον τρόπο που θέτουμε το ερώτημα. Γιατί το "τι πάει λάθος με εμάς;" προϋποθέτει ότι κάτι δεν πάει καλά με τον ίδιο τον συλλογικό μας εαυτό. Και αυτή ακριβώς είναι μια από τις βαθύτερες παθογένειες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας: Έχουμε μετατρέψει τις πολιτικές μας ήττες σε σ υ λ λ ο γ ι κή α υ τ ο - π ε ρ ι φ ρ ό ν η σ η.
"Τέτοιος λαός είμαστε". "Δεν αλλάζει τίποτα στην Ελλάδα". "Μας αξίζουν όσα παθαίνουμε". Πίσω από αυτές τις καθημερινές φράσεις κρύβεται μια βαθύτερη μετατόπιση. Μια κοινωνία που διαμόρφωσε σημαντικό μέρος της ιστορικής της ταυτότητας μέσα από την αντίσταση -από το 1821 και την Εθνική Αντίσταση μέχρι τον αντιδικτατορικό αγώνα και το 2015 έως τις κινητοποιήσεις για τα Τεμπη- μοιάζει να μετακινείται σταδιακά από μια οντολογία της αντίστασης σε μια οντολογία της ήττας.
Οι διαδοχικές πολιτικές ματαιώσεις, η οικονομική κρίση, τα μνημόνια, η διάψευση μεγάλων κοινωνικών προσδοκιών και η αίσθηση ότι ακόμη και οι μαζικότερες κινητοποιήσεις δεν αλλάζουν ουσιαστικά τις συνθήκες, έχουν διαβρώσει την εμπιστοσύνη μας στη συλλογική δράση.
Και εδώ βρίσκεται η κρίσιμη διαφορά: άλλο να λες "ηττηθήκαμε" και άλλο να λες "είμαστε ένας λαός που πάντοτε ηττάται". Στην πρώτη περίπτωση η ήττα είναι ιστορικό γεγονός. Στη δεύτερη γίνεται ταυτότητα. Η παραίτηση παρουσιάζεται ως ρεαλισμός, ο κυνισμός ως πολιτική ωριμότητα και η ελπίδα ως αφέλεια.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η εσωτερίκευση της ήττας συνοδεύεται από μια γενικευμένη συλλογική ενοχοποίηση. Αντί να αναζητούμε συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες, θεσμικές παθογένειες και σχέσεις εξουσίας, καταφεύγουμε στο εύκολο "φταίμε όλοι". Η λογική του "μαζί τα φάγαμε" μετατρέπει άνισες ευθύνες σε κοινή ενοχή. Και όταν όλοι θεωρούνται εξίσου υπεύθυνοι, τελικά κανείς δεν λογοδοτεί πραγματικά.
Πώς αντιστρέφεται αυτή η κατάσταση; Όχι με εθνικές εξιδανικεύσεις ούτε με πατριωτικά συνθήματα. Αλλά με την ανάκτηση της ιστορικής μας μνήμης, με την αποκατάσταση της πολιτικής ευθύνης και, κυρίως, με πραγματικές εμπειρίες συλλογικής επιτυχίας.
Γιατί η συλλογική αυτοπεποίθηση δεν επιστρέφει όταν κάποιος μας διαβεβαιώνει ότι είμαστε σπουδαίος λαός. Επιστρέφει όταν οι άνθρωποι οργανώνονται, συνεργάζονται, διεκδικούν και διαπιστώνουν ότι μπορούν πράγματι να αλλάξουν κάτι. Όταν ξαναβιώνουν αυτό που η κοινωνική ψυχολογία ονομάζει σ υ λ λ ο γ ι κ ή α π ο τ ε λ ε σ μ α τ ι κ ό τ η τ α. Την πεποίθηση, δηλαδή, ότι μαζί μπορούμε να επηρεάσουμε τις συνθήκες της ζωής μας.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι οι Έλληνες δεν θυμώνουμε. Είναι ότι η οργή μας συχνά δεν αποκτά διάρκεια, οργάνωση και κοινό προσανατολισμό. Και όταν δεν παράγει αποτέλεσμα, επιστρέφει ως απογοήτευση, κυνισμός και ακόμη μεγαλύτερη δυσπιστία απέναντι στον συλλογικό μας εαυτό.
Ίσως, επομένως, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι "τι πάει λάθος με εμάς τους Έλληνες;", αλλά "πώς φτάσαμε να πιστεύουμε τόσο λίγο στη δυνατότητά μας να αλλάξουμε όσα μας συμβαίνουν."
Γιατί η μεγαλύτερη συλλογική μας ήττα δεν είναι ότι ηττηθήκαμε. Είναι ότι κινδυνεύουμε να πιστέψουμε πως η ήττα αποτελεί τη φυσική μας κατάσταση. Η ήττα ειναι η εύλογη μοίρα μας!
Και η υπέρβασή της δεν θα έρθει από έναν ακόμη σωτήρα. Θα έρθει όταν πάψουμε να αναζητούμε ατομικές διεξόδους από συλλογικά αδιέξοδα και ξαναβρούμε τη δύναμη να γίνουμε ένα «Εμείς».
Δεν χρειάζεται να πιστέψουμε ότι δεν θα ηττηθούμε ποτέ ξανά. Χρειάζεται να πάψουμε να πιστεύουμε ότι οι ήττες μας έχουν το παράλογο "δικαίωμα" να αποφασίζουν για το μέλλον μας.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)