Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

Κωνσταντίνος Τσάτσος: 27 Οκτωβρίου 1941- πράξη ανυπακοής στο κατοχικό καθεστώς

 

Στις 27 Οκτωβρίου 1941 ο Κ.Τσάτσος, εν μέσω κατοχής, θα μιλήσει στους φοιτητές για την αντίσταση στην γερμανο-ιταλική εισβολή. Ήδη από το πρωί της 24 Οκτωβρίου τοιχοκόλλησε την ανακοίνωση «την Τρίτην εικοστήν ογδόην Οκτωβρίου κωλύομαι να διδάξω». Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου προσπάθησε να τον αποτρέψει. Στις 27 Οκτωβρίου εισέρχεται στο Πανεπιστήμιο: «Φθάνοντας στο Πανεπιστήμιο ήρθανε προς προϋπάντηση μου ο Δεσποτόπουλος, ο Καστοριάδης και ο Γόντικας, για να μου πουν ότι η αίθουσα του Κεντρικού Αμφιθεάτρου, όπου θα δίδασκα, ήταν ασφυκτικά γεμάτη και τα παιδιά με μεγάλες εκδηλώσεις περίμεναν να τους μιλήσω…Ύστερα μπήκα στην αίθουσα  διδασκαλίας. Απάνω από 500, όρθιοι όλοι, μόλις μπήκα, με χειροκρότησαν επί πολλά λεπτά της ώρας. Τα χέρια μου τρέμαν. Αμέσως ύστερα ψάλλανε τον Εθνικό Ύμνο με στεντόρια φωνή, αλλά με συγκίνηση και με τέλεια-έτσι την αισθάνθηκα- ακρίβεια και μέτρο. Στο τέλος φώναξαν τα παιδιά «Ζήτω η Ελλάς». Και σήκωσα και εγώ το χέρι μου και φώναξα: « Ζήτω η Ελλάς». Ύστερα έγινε ησυχία. και είπα στα παιδιά –μέσα σε απόλυτη σιγή- αυτά τα λόγια…» Στον λόγο του ο Κ.Τσάτσος θα αναφέρει μεταξύ άλλων «τοποθετημένη στο σύνορο του ευρωπαϊκού πολιτισμού η φυλή μας δέχτηκε τις επιθέσεις συχνά των βαρβάρων που έρχονταν να τον καταλύσουν. Στην αρχαιότητα, με τους Μηδικούς Πολέμους, δεν έσωσε τον θησαυρό που ονομάζομε ευρωπαϊκό πολιτισμό; Είναι νοητός ευρωπαϊκός πολιτισμός χωρίς μια ελεύθερη Αθήνα; Στους μέσους χρόνους, επί χίλια χρόνια έφραζε τις πύλες της νότιας Ευρώπης και προφύλαγε την αρχαία κληρονομιά ως που να ανδρωθούν άλλοι λαοί και να την αξιοποιήσουν. Και στους νέους χρόνους ανάλογους αγώνες αγωνίσθηκε η φυλή μας. Συχνά μέσα στους αγώνες αυτούς η χώρα ολόκληρη κατακτιόνταν και φαινόταν σα να ήταν να σβήση για πάντα πια το μεγάλο γένος. Και όμως, μέσα από την τέφρα αναζητούσε πάντα ξανά ο φοίνικας της  ψυχής μας, με τις ίδιες αρετές, τις ίδιες δυνάμεις και τις ίδιες κακίες και άρχιζε ξανά η εθνική ζωή προς καινούργια πεπρωμένα. Ό,τι τόσες φορές συνέβαινε στους αιώνες, γιατί ν’ αμφιβάλλομε πως θα συμβεί ξανά και τώρα; Είστε μια ευλογημένη γενεά. Εμάς,  μας  μάρανε τα παιδικά χρόνια ο πρώτος πόλεμος. Ζήσαμε τα νιάτα μας μέσα στις ατασθαλίες και τις αμαρτίες της μεταπολεμικής περιόδου και τώρα, στα ώριμα χρόνια που θάπρεπε να είμαστε εν πλήρει δράσει, βρισκόμαστε σκλάβοι, αδύναμοι να δώσωμε ό,τι μας ανήκει να δώσομε. Εσείς, μόλις εγκαταλείψτε τα φοιτητικά εδώλια θα βρήτε μιαν ελεύθερη χώρα, ένα πιο αναπεπταμένο παρά ποτέ πεδίο δράσης. Όσα κατακτήσανε αυτοί που κοιμούται στα χιόνια της Αλβανίας, αυτοί που γυρίζουν χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, και χωρίς μάτια στους δρόμους, εσείς θάχετε την τιμή και την ευτυχία να τα καρπωθήτε, και να τα αξιοποιήσετε. Γι’ αυτό η θέση της γενεά σας θα είναι σημαντική Δεν πρέπει να σταθήτε στο επίπεδο των ενθουσιασμών, πρέπει να ανεβήτε στο επίπεδο της πολιτικής συνείδησης»[1].

Η ομιλία του Κ.Τσάτσου δημιούργησε ενθουσιασμό στο πλήθος των φοιτητών που την άκουσε ή στην συνέχεια την πληροφορήθηκε. Όταν επέστρεψε στο σπίτι του διηγήθηκε τα όσα συνέβησαν στην σύζυγό του Ιωάννα και στον Κίτσο Μαλτέζο που τον επισκέφτηκε. Κατόπιν μετά από παραίνεση ανώνυμου αστυνομικού εγκαταλείπει το σπίτι του και κρύβεται στο σπίτι του φίλου του νομικού Γ.Λάππα. Ακολούθησαν διαδηλώσεις συμπαράστασης φοιτητών έξω από το σπίτι του. Αλλά «την επόμενη η Κυβέρνηση με απέλυσε από καθηγητή με ένα απλό Διάταγμα και με στερούσε από κάθε συνταξιοδοτικό δικαίωμα. Ήθελε να δείξη ζήλο απέναντι των Αρχών Κατοχής. Δεν αρκούσε η καταδίωξη και η σύλληψή μου που δεν κατορθώθηκε διότι,  όπως ήδη είπα, κρύφτηκα εγκαίρως. Ήταν οικονομικά ένα γερό χτύπημα. Στερήθηκα το μισθό μου απάνω από δυο χρόνια. Ύστερα, ο φίλος μου ο Λούβαρις, ο ευγενικός και τραγικός αυτός άνθρωπος, με ξαναδιόρισε στο τέλος του 1943, αν θυμάμαι καλά»[2].

Η Ιωάννα Τσάτσου περιγράφει και αυτή τα γεγονότα: «η αλληλεγγύη μεταξύ των σκλάβων Ελλήνων πήρε όλη της τη διάσταση στις 28 Οκτώβρη 1941. Οι Πανεπιστημιακές Αρχές είχαν κηρύξει τη μέρα αυτή της Νίκης καθημερινή. Στις 27, την παραμονή, ο Τσάτσος μίλησε με συγκίνηση στους φοιτητές και τους είπε: «Αύριο 28 Οκτώβρη δεν θα γίνει μάθημα, είναι αργία. Είναι η εθνική μας γιορτή.» Φίλος μας ειδοποίησε πως υπάρχει αυστηρή διαταγή στην αστυνομία να τον συλλάβουν. Δεν γνωρίζαμε αν είναι ελληνική ή ιταλική εντολή. Σκόπιμο ήταν να φύγει από το σπίτι. Κι έφυγε»[3].



[1] Κ.Τσάτσου, Η λογοδοσία μιας ζωής, τόμος α’, εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2001, σελ.288,289,290

[2] Ό. π. σελ.293.

[3] Ιωάννας Τσάτσου, Κυδαθηναίων 9,Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα 1994, σελ. 82.

Η φωτογραφία μου
koutroulis_spyros
Ο Σπύρος Κουτρούλης γεννήθηκε το 1963 στο Δερβένι Κορινθίας ,σπούδασε Οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συγγραφέας των βιβλίων :Ο Θεός- χορευτής:Περιπλάνηση στον λόγο του Φ.Νίτσε (εκδόσεις Παπαζήση ), Εθνισμός και κοινοτισμός, Ο κόσμος ο μικρός , ο μέγας :Αισθητική και Ιδεολογίες του Νέου Ελληνισμού, Το ξερίζωμα του ανθρώπου- η κρίση της νεωτερικότητας, οι ιδεολογίες και οι στοχαστές , Παράδοση και Μοντερνισμός στον Νέο Ελληνισμό(Εναλλακτικές Εκδόσεις). Συμμετείχε στην συντακτική επιτροπή του περιοδικού Νέα Κοινωνιολογία,όπου δημοσίευσε πλήθος μελετών και έλαβε συνεντεύξεις από τον Μιχάλη Ράπτη και τον Παναγιώτη Κονδύλη . Μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών Άρδην , Νέος Λόγιος Ερμής , Νέα Πολιτική και της εφημερίδας Ρήξη. Μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Σύναξη, Κοράλλι και στις εφημερίδες Καθημερινή και Μακεδονία

Προβολή πλήρους προφίλ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)