Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ
Μέσα στο χαράκωμα του πολέμου, εκεί όπου ο κόσμος στενεύει σε λάσπη, φόβο και συρματοπλέγματα, δύο άνθρωποι μπορούν να επιμένουν να αγκαλιάζονται.
Δεν υπάρχει τίποτα ηρωικό σε αυτή τη στιγμή. Δεν υπάρχουν σημαίες, ούτε λόγοι, ούτε ιστορικές αφηγήσεις. Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που κρατάει έναν άλλον άνθρωπο για να μπορέσουν να φτάσουν ο ένας τον άλλον.
Και για λίγα δευτερόλεπτα ο πόλεμος μένει έξω από αυτή την αγκαλιά.
Εκείνη αφήνεται στα χέρια του. Εκείνος την κρατά σαν να κρατά κάτι εύθραυστο και πολύτιμο. Είναι μια στιγμή απόλυτης εμπιστοσύνης μέσα σε έναν χώρο όπου όλα έχουν χτιστεί πάνω στη δυσπιστία και τον φόβο.
Ο πόλεμος γεννιέται από την καχυποψία. Από την ιδέα ότι ο άλλος είναι απειλή. Ότι πρέπει να προλάβεις πριν σε προλάβει. Ότι πρέπει να οχυρωθείς πίσω από σύνορα, χαρακώματα και όπλα.
Ο έρωτας όμως λειτουργεί με έναν εντελώς αντίθετο τρόπο. Για να υπάρξει χρειάζεται να κατεβάσεις τις άμυνες. Να εκτεθείς. Να εμπιστευτείς. Να αφήσεις τον εαυτό σου να κρατηθεί από τον άλλον.
Για μια στιγμή, το χαρακώμα παύει να είναι χώρος πολέμου. Γίνεται μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Η φωτογραφία -από το αριστούργημα του Andrei Tarkovsky, Ivan’s Childhood- δεν κινηματογραφεί τον πόλεμο μόνο ως σύγκρουση στρατών αλλά και ως ψυχική κατάσταση: ως φόβο, ως απώλεια, ως άγχος που διαπερνά την ανθρώπινη ύπαρξη.
Μέσα σε αυτό το σύμπαν αγωνίας, οι στιγμές τρυφερότητας αποκτούν μια ιδιαίτερη δύναμη. Δεν είναι απλώς ρομαντικές στιγμές. Είναι μικρές ρωγμές μέσα στον κόσμο του πολέμου. Είναι υπενθυμίσεις ότι ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος μόνο για να επιβιώνει, αλλά και για να συνδέεται.
Αιώνες τώρα, ο έρωτας λειτουργεί σαν αντίδοτο στο άγχος του πολέμου. Όχι επειδή σταματά τον πόλεμο, αλλά επειδή για μια στιγμή επαναφέρει τον άνθρωπο στον πυρήνα της ύπαρξής του.
Όταν δύο άνθρωποι αγκαλιάζονται μέσα σε ένα χαρακωμα, το σώμα θυμάται κάτι που ο πόλεμος προσπαθεί να ξεχάσει: ότι ο άλλος δεν είναι μόνο εχθρός ή απειλή. Είναι και κάποιος που μπορείς να αγαπήσεις.
Ο πόλεμος μπορεί να γεμίσει τον κόσμο με όπλα, σύνορα και συρματοπλέγματα. Μπορεί να χτίσει τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους. Αλλά ο άνθρωπος συνεχίζει πεισματικά να αναζητά έναν άλλον άνθρωπο να αγγίξει, να κρατήσει, να αγαπήσει.
Και τότε καταλαβαίνει κανείς κάτι απλό αλλά βαθύ:
Ο έρωτας δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα. Είναι μια μικρή πράξη εμπιστοσύνης απέναντι σε έναν κόσμο γεμάτο φόβο.
Ο έρωτας είναι ένα κύμα απόλυτης εμπιστοσύνης μέσα σε έναν ωκεανό δυσπιστίας και φόβου. Και κάθε απειλή πολέμου, κάθε πόλεμος, είναι και μια κλήση να πλοηγηθούμε στη θάλασσα του.
ΥΓ ολόκληρη η σκηνή στο 1ο σχόλιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)