Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Ο Λευτέρης Αναστασιάδης με τον Μανώλη Ανδρόνικο της κ. Στέφης Κόντη

 Pantelis Savvidis  Ακολουθήστε    1 ημ.   

Λευτέρης Αναστασιάδης, εκ των εκτελεσθέντων της Καισαριανής: “Ειδοποιήστε την μητέρα μου ότι πεθαίνω για την Ελλάδα”
March 4, 2026

Ο Λευτέρης Αναστασιάδης με τον Μανώλη Ανδρόνικο
της κ. Στέφης Κόντη,
Επίκουρης Καθηγήτριας Κλασικής Αρχαιολογίας ΑΠΘ
Με το θέμα των φωτογραφιών τών εκτελεσμένων της Καισαρινής που προέκυψε τελευταία, θα ήθελα να καταθέσω κάποια στοιχεία για τον ένα εξ αυτών, τον θείο μου Λευτέρη Αναστασιάδη.
Ο Λευτέρης Αναστασιάδης γεννήθηκε στο Αιδίνι της Μ. Ασίας το 1917. Πατέρας του ήταν ο Κώστας Αναστασιάδης και μητέρα του η Κατίνα Πέρρου, μια από τις οκτώ κόρες του Μιχαήλ Πέρρου. (Η μεγαλύτεη ήταν η γιαγιά μου Καλυψώ.)
Ο Μιχαήλ Πέρρος ήταν γιος του Πέτρου-Πέρρου Μαυρομιχάλη, από την ιστορική οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων της Μάνης που εγκαταστάθηκε στο Αιδίνι μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια αλλάζοντας το όνομά του ως Πέρρος Πέρρου.
Κόρη του ήταν και η Κυριακούλα, μητέρα του μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσοστόμου Β.
Ο πατέρας του Λευτέρη πέθανε από τη γρίπη το 1918, αφήνοντας χήρα την Κατίνα και ορφανό το παιδί του.
Μετά την Καταστροφή του 1922 η Κατίνα κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη με τον μοναχογιό της, τον «Μπέμπο» της, όπως τον έλεγε, τον πατέρα της Μιχαήλ, τις τρεις αδελφές της που δεν είχαν παντρευτεί και μια αδελφή χήρα επίσης με δυο κοριτσάκια.
Η Κατίνα ήξερε καλά γράμματα και διορίστηκε δασκάλα στο δημόσιο, παρόλο που δεν είχε τα σχετικά διπλώματα, όπως γινόταν εκείνη την εποχή που υπήρχε ανάγκη για δασκάλες.
Με τoν μισθό της κρατούσε τον πατέρα (πέθανε το 1927) και τις αδελφές της, μαζί με τη μικρότερη αδελφή της Θάλεια, επίσης δασκάλα, και μεγάλωνε τον Λευτέρη χωρίς να του λείψει τίποτα.
Τον έβαλε να μάθει βιολί και όταν τελείωσε το γυμνάσιο, μπήκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Με την έναρξη του πολέμου κατατάχτηκε στο στρατό. Στον πόλεμο έπαθε κρυοπαγήματα και ακρωτηριάστηκε και στα δυο του πόδια.
Νοσηλευόταν στη «Σωτηρία», από όπου τον πήραν οι Γερμανοί για εκτέλεση, προφανώς ύστερα από καταγγελία. Ηταν 27 ετών.
Δεν γνωρίζω αν ο Λευτέρης ήταν οργανωμένος κομμουνιστής ή απλώς ιδεολόγος.
Λίγο πριν τον εκτελέσουν έγραψε στο ξύλινο πόδι του «Eιδοποιήστε τη χήρα μητέρα μου, Κατίνα Αναστασιάδου, οδός Λομβάρδου 2 Αθήναι, ότι πεθαίνω για την Ελλάδα μας».
Η μητέρα του μαζί με την αδελφή της Θάλεια τον είχαν ακολουθήσει στην Αθήνα και επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη μετά την εκτέλεση.
Η Κατίνα ωστόσο ποτέ δεν δέχτηκε τον θάνατο του γιου της. Αν και ήταν ευφυέστατη γυναίκα, πίστευε ότι ο Λευτέρης ήταν όμηρος στη Ρωσία ή τη Γερμανία και κάθε χρόνο στη γιορτή του έκανε ευχέλαιο υπέρ υγείας και καλούσε συγγενείς και φίλους.
Ποτέ όμως δεν έβγαλε τα μαύρα και όταν έβγαινε έξω φορούσε ένα μαύρο τουρμπάν. Πέθανε από καρκίνο στα 72 της χρόνια.
Στέφη Κόρτη-Κόντη, Επίκουρη καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας ΑΠΘ, Ανιψιά Λευτέρη Αναστασιάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)