Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΕΝΑΣ ΜΙΚΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Ζούμε και πάλι στιγμές που ο κόσμος μοιάζει πιο βαρύς από όσο μπορούμε να αντέξουμε. Οι λέξεις «πόλεμος», «απειλή», «σύγκρουση» αρχίζουν να εμφανίζονται όλο και συχνότερα γύρω μας, και σιγά σιγά εγκαθίστανται μέσα στη σκέψη μας.
Ο εγκέφαλος μας κατευθύνεται αυτόματα στο "πιο συχνό" κι΄ έτσι ένα αδιόρατο άγχος, σαν μια σκιά, πλανάται πάνω από το μέλλον. Σαν το βόμβο ενός ψυγείου που δουλεύει ασταμάτητα και μόνο όταν στήσεις αυτί μπορείς να το ακούσεις.
Μπροστά σε αυτές τις μεγάλες δυνάμεις της ιστορίας, οι άνθρωποι νιώθουμε συχνά μικροί. Τα γεγονότα μοιάζουν να ξεπερνούν τις δυνατότητές του, και η καθημερινότητα γεμίζει με μια σιωπηλή ανησυχία. Κι όμως, μέσα σε αυτή την αβεβαιότητα, υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο που μπορεί -ή και είναι αναγκαίο- να συνεχίζει να ανθίζει: η ανάγκη για εγγύτητα. Ο έρωτας!
Ο έρωτας δημιουργεί έναν μικρό κόσμο μέσα στον μεγάλο κόσμο. Έναν χώρο όπου δύο άνθρωποι αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον, όπου η παρουσία του άλλου γίνεται καταφύγιο. Έναν χώρο όπου η μοναδική σημαντικότητα του ενός αναδύεται με τρυφερότητα μέσα σ' έναν ωκενό ασημαντότητας. Εκεί, μέσα σε μια κουβέντα, σε ένα βλέμμα ή σε μια αγκαλιά, η ζωή μπορεί να αποκτά μια διαφορετική κλίμακα. Ο κόσμος έξω μπορεί να παραμένει απειλητικά γιγάντιος, σκληρός και αβέβαιος, αλλά ο μικρός αυτός χώρος γίνεται τόπος εμπιστοσύνης. Κάπως σαν εκείνο το χαρτόκουτο που παίζαμε πιτσιρικάδες όπου κρύβαμε τον μικρό φοβισμένο εαυτό μας.
Εκεί, για μια στιγμή, η απειλή της ιστορίας υποχωρεί. Δεν εξαφανίζεται. Δεν σταματάμε να γνωρίζουμε ότι ο κόσμος έχει γίνει ήδη εξαιρετικά σκληρός. Όμως αυτή η άκαρδη σκληρότητα χάνει εδώ την απόλυτη κυριαρχία της. Γιατί ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που νοιάζονται ο ένας για τον άλλον, εμφανίζεται μια μικρή εστία νοήματος που αντιστέκεται στον φόβο. Μια "παραστιά" -όπως λένε και στην Κρήτη- που συμπαραστέκεται.
Ίσως γιατί ο έρωτας θυμίζει κάτι θεμελιώδες για την ανθρώπινη φύση: ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ένα ον που φοβάται, αλλά και ένα ον που συνδέεται. Η ύπαρξή μας δεν βρίσκει νόημα στην επιβίωση, αλλά και στη σχέση, δηλαδή στο να αναγνωρίζουμε και να αναγνωριζόμαστε από κάποιον άλλο.
Σε αυτή την αμοιβαία αναγνώριση υπάρχει μια βαθιά τρυφερότητα. Ο άλλος γίνεται μάρτυρας της ύπαρξής μας, και εμείς της δικής του. Και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή συμφωνία γεννιέται μια μικρή, αλλά ουσιώδης, βεβαιότητα: ότι, παρά την αβεβαιότητα του κόσμου, δεν είμαστε μόνοι.
Ίσως τελικά ο έρωτας να μην είναι μια φυγή από την ιστορία, αλλά μια απάντηση μέσα σε αυτήν. Μια ήσυχη επιμονή ότι, ακόμη και όταν ο κόσμος μοιάζει απειλητικός, οι άνθρωποι μπορούν να δημιουργούν χώρους καλοσύνης, φροντίδας και εμπιστοσύνης.
Μικρούς αγαπητικούς κόσμους μέσα στον μεγάλο άκαρδο κόσμο.
Και ίσως αυτοί οι μικροί κόσμοι να είναι τελικά εκείνοι που κρατούν την ελπίδα ενός μεγάλου κόσμου ανθρώπινου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)