Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης 3 ώρ. · ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΕ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ

 

ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΕ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ
Υπάρχει μια μορφή πένθους που σπάνια αναγνωρίζεται, γιατί δεν διαθέτει το υλικό της μνήμης για να νομιμοποιηθεί. Δεν αφορά ό,τι έζησε κανείς και χάθηκε, αλλά ό,τι άγγιξε το κατώφλι της ύπαρξης και δεν πέρασε ποτέ μέσα.
Είναι το πένθος του μη γεννημένου έρωτα.

Ο έρωτας που δεν ήρθε, αλλά δεν είναι ανύπαρκτος. Είναι υπαρκτός ως δυνατότητα. Όπως σημειώνει και ο Byung-Chul Han, ο έρωτας ζει από την απόσταση και την έλλειψη - εκεί όπου το άλλο δεν κατέχεται, αλλά παραμένει ανοιχτό ως δυνατότητα. Εγγράφεται στη συνείδηση όχι ως εμπειρία, αλλά ως ίχνος.
Ένα βλέμμα που διήρκεσε λίγο περισσότερο απ’ όσο «έπρεπε», μια λέξη που δεν ειπώθηκε, μια κίνηση που ανεστάλη την τελευταία στιγμή.
Πρόκειται για μια σχεδόν-εμπειρία, μια εν δυνάμει συνάντηση που δεν ολοκληρώθηκε, αλλά άφησε πίσω της ψυχικό αποτύπωμα.

Αυτός ο έρωτας δεν προσφέρει αναμνήσεις, αλλά δημιουργεί φαντάσματα. Και το πένθος που τον συνοδεύει είναι ιδιόμορφο γιατί δεν θρηνεί γεγονότα, αλλά εκδοχές. Δεν αφορά στιγμές που χάθηκαν, αλλά εαυτούς που δεν πρόλαβαν να υπάρξουν. Το υποκείμενο δεν πενθεί τον άλλον ως πρόσωπο, αλλά τον εαυτό του μέσα σε μια σχέση που δεν πραγματώθηκε - τη ζωή που δεν άνοιξε, τον χρόνο που δεν εκτυλίχθηκε, τον κόσμο που έμεινε σε αναστολή.

Γι’ αυτό το πένθος είναι πιο σιωπηλό. Δεν έχει εικόνες να στηριχθεί, ούτε αφηγήσεις να αναπαράγει. Τρέφεται από υποθέσεις. Από το επαναλαμβανόμενο «κι αν…», που δεν οδηγεί σε συμπέρασμα, αλλά σε μια διαρκή εκκρεμότητα.

Κι όμως, δεν πρόκειται για ψευδαίσθηση. Η ψυχική οικονομία δεν διακρίνει αυστηρά ανάμεσα στο βιωμένο και στο δυνητικό. Ό,τι επενδύθηκε ως δυνατότητα, μπορεί να χαθεί ως απώλεια. Η καρδιά δεν πενθεί μόνο ό,τι υπήρξε, πενθεί και ό,τι δεν άντεξε να υπάρξει.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδύεται μια απρόσμενη τρυφερότητα. Η ικανότητα να θλίβεσαι για κάτι που δεν έζησες υποδηλώνει ότι κάποτε βρέθηκες σε θέση διαθεσιμότητας - ότι ήσουν, έστω και στιγμιαία, ανοιχτός στη συνάντηση. Και μ' αυτή την έννοια το πένθος του μη γεννημένου έρωτα δεν είναι μόνο απώλεια, είναι και ένδειξη ζωής.

Διότι, τελικά, το γεγονός ότι μπορείς να πενθείς το ανεκπλήρωτο σημαίνει ότι η επιθυμία δεν έχει σιγήσει. Και αυτό, όσο επώδυνο κι αν είναι, αποτελεί ίσως τη βαθύτερη απόδειξη ότι η καρδιά παραμένει ενεργή - ικανή να στραφεί ξανά προς το ενδεχόμενο του έρωτα.

Ίσως, όμως, το πένθος του μη γεννημένου έρωτα να μην αφορά μόνο έναν άλλον που δεν συναντήθηκε ποτέ, αλλά μια ολόκληρη εκδοχή της ζωής που έμεινε αβίωτη.
Γιατί κάθε έρωτας που δεν γεννήθηκε συμπαρασύρει μαζί του και έναν κόσμο που δεν άνοιξε. Επιλογές που δεν έγιναν, χρόνους που δεν ξεδιπλώθηκαν, εαυτούς που δεν απέκτησαν μορφή.
Και έτσι, μέσα στη σιωπή αυτού του πένθους, δεν θρηνούμε μόνο μια απουσία σχέσης.
Θρηνούμε μάλλον και τη σκιά μιας ζωής που θα μπορούσε να ήταν δική μας και δεν υπήρξε ποτέ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)