Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Αθανάσιος ΚΟΥΚΛΑΔΑΣ (1916 -1979) .

 Ιστορικό Αρχείο Φροντιστών - Κωνσταντάρας Γιώργος

 
Ακολουθήστε

"Υπήρξαν κάποιοι δάσκαλοι που δεν έμεναν απλώς στη μνήμη∙ ρίζωναν μέσα σου. Ο Αθανάσιος ΚΟΥΚΛΑΔΑΣ ήταν ένας από αυτούς. "
Ο Αθανάσιος ΚΟΥΚΛΑΔΑΣ του Σωκράτους κ της Γεωργίας γεννήθηκε το 1916 στην Πάτρα, όπου και δημιούργησε το πρώτο φροντιστήριο του.
Στην συνέχεια το 1959 μετακόμισε στην Αθήνα, έμενε δε στην οδό Μιχ. Βόδα. Συνεργάστηκε με τον ΜΑΝΩΛΚΙΔΗ από το 1959, υπήρξαν συνεργάτες, φίλοι και τον βοήθησε στις δύσκολες μέρες του 1967. Δίδαξε στα μεγάλα Φροντιστήρια της Κάνιγγος.
Μέχρι που δημιουργήθηκε με 10 συνεταίρους το ΑΤΤΙΚΟΝ, στην Ομόνοια.
Ένα φροντιστήριο το οποίο έφτασε να έχει, τα καλοκαίρια, μέχρι πέντε χιλιάδες μαθητές.
Ο Αθ. ΚΟΥΚΛΑΔΑΣ ήταν πολυγραφότατος, με σπουδαία σειρά βιβλίων σε κάθε τομέα των Μαθηματικών.
Το ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΩΝ μεταφέρει πληροφορίες από συνομιλία με τον γιό του κ. Σωκράτη Κουκλάδα:
- Πείτε μου μερικά για τον τρόπο συγγραφής των βιβλίων του.
Ο πατέρας μου δούλευε πολλές, πάρα πολλές ώρες, όπως όλοι οι Φροντιστές.
Από τις 8 το πρωί και μετα πάλι 4 μέχρι αργά το βράδυ.
¨Οταν άρχιζε να γράφει νέο βιβλίο, τότε δεν υπήρχε ύπνος πλέον.
Περισσότερο, όμως θα σας εντυπωσιάσει το εξής γεγονός:
Όταν πέθανε ο πατέρας μου, για δυο χρόνια συνέχισαν να έρχονται ξένα περιοδικά μαθηματικών στο σπίτι, στα οποία ήταν συνδρομητής.
Υπήρχαν τόσα πολλά βιβλία στο σπίτι, δικά του και ξένα, που δεν ήξερα, εγώ κι η οικογένεια τί θα κάνουμε.
Κυρίως για συναισθηματικούς λόγους.
Κάλεσα τον φίλο του πατέρα μου μαθηματικό Γιώργο ΤΣΑΜΗ για να με βοηθήσει να διαλέξω ποια βιβλία να δώσω και ποια να κρατήσουμε.
Με αποτέλεσμα, ο ΤΣΑΜΗΣ να με μαλώσει αντί να βοηθήσει!
Επιανε τα βιβλία ένα, ένα και φώναζε:
"Αυτό; Θα πετάξεις αυτό; και συνέχεια τα ίδια λόγια, όχι αυτό"
Εκανε στοίβες από βιβλία που ΔΕΝ πρέπει να φύγουν!
Τον πατέρα μου, τον απασχολούσε πολύ το γράψιμο και το φροντιστήριο. Ήταν η ζωή του.
Είχε πολλούς φίλους, μεταξύ αυτών και τον Καίσαρα Αλεξόπουλο, αλλά δεν περίσσευε πολυς χρόνος. Μόνο Κυριακές και στην αρχή του σχολικού έτους.
- Ας περάσουμε σε σένα, Σωκράτη, ως μαθητή του μαθηματικού Κουκλάδα.
Εμένα δεν μου έκανε μαθήματα, γιατί δεν είχε χρόνο στο σπίτι, αλλά με βοηθούσαν άλλοι καθηγητές του.
Όταν έφτασα στην Ε΄ Γυμνασίου το 1973, τότε «γράφτηκα» στο Αττικόν, ένα φροντιστήριο-φαινόμενο!
Έκανα μάθημα με τους Γεωργακάκη, Βικάτο, Ντάνη, Αναστόπουλο, Δελφίνο, Αλευρά, Καστόρα, Παπαδόπουλο...
Ο πατέρας μου με έγραψε σε τμήμα του Βαρβακείου. Τμήμα που δεν δεχόταν άλλους μαθητές.
Δεν ήμουν τόσο καλός όσο οι υπόλοιποι, αλλά η μεθοδικότητα των καθηγητών και το πλήθος των ασκήσεων με απογείωσαν. Έγινα τόσο καλός που τα μαθήματα του γυμνασίου μου φαίνονταν χαμηλού επιπέδου.
Εκείνα τα χρόνια η διαφορά γνώσεων μεταξύ Φροντιστηρίων και Γυμνασίου ήταν μεγάλη, όπως και οι απαιτήσεις των Εισαγωγικών. Η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο σήμαινε όχι μόνο επιτυχία αλλά και επαγγελματική αποκατάσταση, γι’ αυτό όλοι διαβάζαμε με στόχο την επιτυχία.
- Μέχρι πότε δίδασκε ο πατέρας σας;
Ο πατέρας μου από το 1977 μείωσε τις ώρες διδασκαλίας, καθώς είχε εξαντληθεί. Ήθελε να αφιερωθεί περισσότερο στη συγγραφή.
Το 1979, μια αιφνίδια αδιαθεσία κατά τη διάρκεια των διακοπών στο Καρπενήσι, στάθηκε η αιτία του θανάτου του.
Οι συνάδελφοί του, ο Γ. Τσάμης, και φίλοι στάθηκαν δίπλα στη μητέρα μου και στις τέσσερις αδελφές μου.
.
Ο φίλος φροντιστής Giannis Tsarpalis μαθητής του ΑΤΤΙΚΟΝ είπε για τον Αθ. ΚΟΥΚΛΑΔΑ:
"Υπήρχαν κάποιοι δάσκαλοι που δεν έμεναν απλώς στη μνήμη∙ ρίζωναν μέσα σου.
Ο Αθανάσιος Κουκλάδας ήταν ένας από αυτούς.
Στο Αττικόν φροντιστήριο, τότε που η αγωνία για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο μας έσφιγγε το στομάχι, εκείνος έμπαινε στην τάξη και κάτι άλλαζε.
Δεν ήταν μόνο το μάθημα της Άλγεβρας
Ήταν ο τρόπος που το ξεδίπλωνε—με χιούμορ, με ζωντάνια, με μια απίστευτη καθαρότητα σκέψης που σε έκανε να ξεχνάς πόσο δύσκολα ήταν όλα αυτά που μάθαινες.
Μικρόσωμος στο ανάστημα, μα τεράστιος στην παρουσία. Στεκόταν μπροστά στον πίνακα και σε καθήλωνε.
Δεν σήκωνες απλώς το κεφάλι να δεις, τον παρακολουθούσες.
Ήταν από εκείνους τους σπάνιους δασκάλους που δεν άφηναν περιθώριο για προχειρότητα. Δεν δεχόταν το «δεν πρόλαβα» ή το «δεν το κατάλαβα».
Όχι από αυστηρότητα ψυχρή, αλλά από μια βαθιά πίστη ότι μπορούσες. Ότι έπρεπε να μπορείς. Και τελικά… μπορούσες.
Μας έμαθε να σκεφτόμαστε τα σύνολα σαν γλώσσα,
τις ακολουθίες σαν ιστορίες που εξελίσσονται,
τα πολυώνυμα σαν παιχνίδι στρατηγικής.
Εκεί ήταν το μεγάλο του ταλέντο—στα πολυώνυμα.
Τα έκανε να μοιάζουν απλά, σχεδόν φιλικά, λες και ήταν παλιοί γνώριμοι που απλώς περίμεναν να τους ανακαλύψεις.
Πέρασαν τα χρόνια. Οι αίθουσες άλλαξαν, οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Από μαθητής έγινα κι εγώ δάσκαλος. Και κάπου εκεί, μέσα στη δική μου τάξη, μια μέρα απρόσμενα, ξαναγύρισε. Ένας μαθητής μου έφερε κάτι βιβλία που είχε.
Στο εξώφυλλο:
«Αττικόν Φροντιστήριο – Γενικά Θέματα Άλγεβρας»Κουκλάδας – Γεωργιακάκης.
Ήταν ο εγγονός του.
Και τότε, για μια στιγμή, ο χρόνος δίπλωσε!
Ξαναείδα τον πίνακα, άκουσα τη φωνή του, ένιωσα εκείνη τη γνώριμη αυστηρότητα που έκρυβε φροντίδα. Θυμήθηκα το χαμόγελο πίσω από το χιούμορ, την απαίτηση που γινόταν στήριγμα.
Δεν ήταν απλώς ένας καθηγητής.
Ήταν από εκείνους που σου δείχνουν, χωρίς μεγάλα λόγια, τι σημαίνει να αγαπάς αυτό που διδάσκεις—και αυτούς που έχεις απέναντί σου. Και τελικά, αυτό μένει.
Όχι οι τύποι.
Αλλά οι άνθρωποι που σου τους έμαθαν!
Αιωνία του η μνήμη..."
Σε κάθε εικόνα παραθέτω σχετικές πληροφορίες.
Κουκλάδας - Στοιχεία Γεωμετρίας 1963.pdf - Google Drive
Δείτε λιγότερα

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΟΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΜΕ ΜΟΝΕΣ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΟΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΜΕ ΜΟΝΕΣ
Κάποτε ένα παιδί δεν μεγάλωνε μόνο μέσα στην αγκαλιά μιας μάνας. Μεγάλωνε μέσα σε μια ολόκληρη κοινότητα σωμάτων, βλεμμάτων και φωνών. Υπήρχαν γιαγιάδες που νανούριζαν χωρίς να είναι «υπεύθυνες». Γείτονες που ήξεραν το όνομα του παιδιού πριν μάθει το ίδιο να το προφέρει. Θείοι, φίλοι, αυλές, μυρωδιές από κουζίνες, γυναίκες που κρατούσαν λίγο το παιδί για να μπορέσει η μάνα να ανασάνει.
Η μητρότητα τότε δεν ήταν ατομικό επίτευγμα. Ήταν μια μορφή συλλογικής φροντίδας. Το παιδί ανήκε κάπως σε όλους. Ήταν εκεί οι "κοινωνικοί γονείς" και τα 'κοινωνικά αδέλφια" του, όπως λέει ο Murray Bookchin. Και γι’ αυτό η μάνα δεν ήταν μόνη απέναντι στην εξάντληση, στον φόβο, στην αγρύπνια.
Σήμερα ζητάμε συχνά από μία μόνο γυναίκα να γίνει τα πάντα.
Μάνα. Σύντροφος. Εργαζόμενη. Ψυχολόγος. Παιδαγωγός.
Διαρκώς διαθέσιμη. Διαρκώς τρυφερή. Διαρκώς λειτουργική. Σταθερός απορροφητήρας των συναισθηματικών κραδασμών ενός ολόκληρου συστήματος. Ένα αμορτισέρ για ένα ολόκληρο σύστημα οδύνης. Σαν να μετατρέψαμε τη μητρότητα από κοινό βίωμα σε ατομική υποχρέωση/απαίτηση υψηλής απόδοσης.
Και κάπως έτσι πολλές μητέρες κουβαλούν σήμερα μόνες τους ένα βάρος που κάποτε το σήκωνε ολόκληρο χωριό. Ίσως γι’ αυτό υπάρχει τόση σιωπηλή ενοχή και τόση εξάντληση. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να μεγαλώνει μόνος έναν άλλο άνθρωπο. Το παιδί χρειάζεται μια αγκαλιά, αλλά η αγκαλιά χρειάζεται κι εκείνη άλλες αγκαλιές γύρω της.
Ίσως τελικά η βαθύτερη κρίση της εποχής μας να μην είναι μόνο οικονομική ή πολιτική. Ίσως να είναι ότι χάσαμε σιγά σιγά τις κοινότητες φροντίδας. Και αφήσαμε τη μάνα μόνη, εκεί όπου κάποτε υπήρχε ολόκληρος κόσμος γύρω της.
Κι ίσως η πιο αθέατη συνέπεια αυτής της απώλειας να είναι πως το παιδί μεγαλώνει σήμερα μέσα σε μια σιωπηλή πείνα σχέσης. Όχι απαραίτητα επειδή η μάνα δεν αγαπά. Αλλά επειδή κανένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να χωρέσει όλες τις ανάγκες μιας αναπτυσσόμενης ψυχής.
Κάποτε το παιδί είχε πολλαπλές πηγές καθρεφτίσματος και ασφάλειας. Πολλά βλέμματα να το βλέπουν. Πολλά χέρια να το κρατούν. Πολλές παρουσίες να απορροφούν λίγο από τον φόβο, την ένταση, τη μοναξιά του.
Σήμερα όμως συχνά ένα παιδί μεγαλώνει σχεδόν αποκλειστικά μέσα στο ψυχικό εύρος δύο εξαντλημένων ανθρώπων - ή και ενός μόνο. Και τότε η παραμικρή έλλειψη διογκώνεται. Η απουσία γίνεται εγκατάλειψη. Η κόπωση γίνεται απόρριψη. Η σιωπή γίνεται αίσθηση ότι «κάτι δεν αξίζει μέσα μου για να με δουν».
Όχι γιατί οι γονείς είναι «κακοί». Αλλά γιατί το ανθρώπινο νευρικό σύστημα δεν φτιάχτηκε για τόσο λίγη κοινότητα. Κι' αυτό που ονομάζουμε σήμερα τραύμα είναι πολλές φορές ακριβώς αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία ανεκπλήρωτων σχεσιακών αναγκών. Η έλλειψη εκείνης της σταθερής αίσθησης πως:
«Υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι για να με κρατήσουν όταν καταρρέω.» Και τότε το παιδί αναγκάζεται να ωριμάσει πρόωρα.
Να αυτορυθμιστεί μόνο του. Να γίνει “εύκολο”. Να μην ζητά πολλά. Να μάθει να μη βαραίνει τους άλλους με την ανάγκη του. Ή και το εντελώς αντίθετο.
Κι αυτή η ανάγκη δεν εξαφανίζεται ποτέ. Απλώς μεταφέρεται αργότερα: στις ερωτικές σχέσεις, στις εξαρτήσεις, στην εργασιομανία, στη μοναξιά, στην αγωνιώδη ανάγκη επιβεβαίωσης.
Και κάπως έτσι το τραύμα δεν είναι πάντα μόνο αυτό που συνέβη. Είναι συχνά κι αυτό που έλειψε. Η κοινότητα.
Η συν-ρύθμιση. Η πολλαπλή αγκαλιά του κόσμου γύρω από ένα παιδί.
Γι’ αυτό χρειάζεται να μιλάμε με μεγάλη τρυφερότητα για τη μητέρα. Γιατί την αφήσαμε μόνη να σηκώσει ένα βάρος που κάποτε το κουβαλούσε ολόκληρος κόσμος.
Δείτε λιγότερα

Παπαχρίστος ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ Α'

 


Γκανάς Μιχάλης Νοσοκομείο

 


Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Ελευθερία Λάππα


Ερωτεύτηκε ο κυρ Στάθης, κι είπε στα παιδιά του, που τον είχαν βάλει στο γηροκομείο, πως θα παντρευτεί την κυρά Σμύρνη.
Εκείνα από καιρό προσπαθούσαν να τον πείσουν να τους γράψει την περιουσία που είχε κρατήσει για κείνον.
Είχε μπόλικη, και μοιρασμένη σε όλα του τα παιδιά. Κράτησε όμως το μεγάλο διαμέρισμα να το έχει για πάρτη του.
Το νοίκιαζε και έπαιρνε τα χρήματα αυτός. Έκανε δώρα στα εγγόνια του, και βοήθαγε κόσμο που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Καλόκαρδος από μικρός ο κυρ Στάθης, κι η ζωή στάθηκε γενναιόδωρη μαζί του.
Κι όπως όλοι πληρώνουμε το τίμημα σε τούτο τον κόσμο, έτσι κι αυτός το πλήρωσε, με να χάσει τον άνθρωπό του πολύ νωρίς.
Τα παιδιά του μικρά, και δεν ξαναπαντρεύτηκε.
Τα μεγάλωσε με την βοήθεια μιας γυναίκας, για να μπορεί εκείνος να δουλεύει να ζήσουν.
Τα σπούδασε, τα πάντρεψε, τα στήριξε, τα βοήθησε σε ό,τι του ζητήσανε και μπορούσε. Όχι δεν τους είπε πουθενά.
Τους άνοιξε γραφεία, μαγαζιά, τα τακτοποίησε, κι άμα δεν τον χρειαζόταν πια, τον βάλανε στο γηροκομείο.
Σ' αυτό βοηθήσανε κι οι νυφάδες του. Ως παππούς υπήρξε πολύ καλός, και τα εγγόνια του, φέρανε αντιρρήσεις για τον οίκο ευγηρίας. Τον παππού τον θέλουμε κοντά μας είπανε, αλλά κανείς δεν τα άκουσε.
Ο κυρ Στάθης νιώθοντας μοναξιά που κανείς δεν πήγαινε να τον δει, αποφάσισε και είπε ναι. Τουλάχιστον εκεί θα έβλεπε και κόσμο. Θα' λεγε και καμιά κουβέντα.
Βρέθηκε στο γηροκομείο με την θέλησή του. Όλα με την θέλησή του τα έκανε. Κι όταν ήθελε κάτι, δεν τον σταματούσες με τίποτα.
Έτσι και τώρα. Είπε θα παντρευτώ και θα το έκανε ο κόσμος να χαλάσει.
Ούτε μια φορά το δίμηνο δεν πηγαίνανε να τον δουν. Κι όταν πήγαιναν, πήγαιναν όλοι μαζί. Κάθονταν μια ώρα κι έφευγαν.
Κι αυτή την ώρα προσπαθούσαν να τον πείσουν να τους γράψει και τα υπόλοιπα. Εκείνος βέβαια είχε κάνει διαθήκη και τα πέρασε στα εγγόνια του.
Μα δεν το είχε πει. Κι αυτό μετά τον θάνατό του. Και επειδή ήταν προνοητικός, είχε αφήσει ανοιχτό τον ενδεχόμενο ενός γάμου του, ώστε αν έφευγε πρώτος αυτός, να μέναν στην γυναίκα του, ώσπου και κείνη να κλείσει τα μάτια της.
Μετά, ας τα κάνανε ό,τι θέλανε. Ο Στάθης, το πρώτο του εγγόνι, του είχε αδυναμία. Όταν θα πάω να ζήσω μόνος μου, θα σε πάρω μαζί μου του είπε. Ο παππούς δάκρυσε.
Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του είπε, δεν θα χρειαστεί. Θα παντρευτώ την κυρά Σμύρνη. Όλα του τα εγγόνια χάρηκαν και περίμεναν την στιγμή που θα τον δουν γαμπρό.
Οι γιοι του, όμως δεν το δέχτηκαν με τίποτα. Όταν μου φέρατε τις γυναίκες σας να τις γνωρίσω, τις δέχτηκα τους είπε.
Το ίδιο πρέπει να κάνετε και σεις τώρα.
Θα την παντρευτώ, και θα πάμε να ζήσουμε στο μικρό σπιτάκι του κήπου τους είπε. Δεν μας χρειάζεται εμάς μεγάλο.
Θα βγούμε από δω, και θα φροντίζουμε το κήπο και το περιβόλι μας. Είμαστε μια χαρά και μπορούμε ακόμα.
Και το' κανε ο κυρ Στάθης. Την παντρεύτηκε, και πήγανε στο μικρό σπιτάκι του κήπου. Ξανάνιωσε! Η κυρά Σμύρνη δώδεκα χρόνια μικρότερή του, τον πρόσεχε σαν τα μάτια της.
Δεν θέλω εγώ τίποτα από την περιουσία σου του είπε. Τίποτα. Αυτά είναι των παιδιών σου. Εγώ τι να τα κάνω αν εσύ φύγεις; Εγώ εσένα θέλω να είσαι καλά.
Να ζήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας μαζί. Να νιώσουμε την συντροφικότητα, που την στερηθήκαμε κι οι δυο νέοι.
Έθρεψε νιάτα ο παππούς, και μόνο τα εγγόνια του χαιρόταν γι' αυτό. Τα παιδιά του θύμωσαν κι ήταν σκληρά μαζί του.
Μα του κυρ Στάθη δεν ίδρωνε τ' αυτί του.
Όλα τους τα έδωσα έλεγε, κι ήταν αλήθεια. Ε, την ζωή μου την θέλω δική μου. Αυτό που ήθελα, δεν μου το έδωσαν ποτέ. Τώρα που το βρήκα, δεν το αφήνω.
Και τι ήθελε ο έρμος; Μια γλυκιά κουβέντα ήθελε. Λίγο νοιάξιμο, και μια καρέκλα στο τραπέζι τους που και που, να μην τρώει μόνος του, σαν το κούτσουρο.
Σαν τι ήθελε ο καημένος; Ένα τηλέφωνο, ένα. Θες το πρωί, θες το βράδυ, έτσι, να του πουν, πατέρα είσαι καλά;
Πολλές φορές σκεφτόταν, αν είχα μια κόρη, πως θα ήταν; Αλλά την άφηνε αυτή την σκέψη σαν του κράταγε το χέρι η κυρά Σμύρνη του. Την άφηνε, και της το έσφιγγε κι αυτός με την σειρά του, γιατί σαν και τούτο το σφίξιμο δεν θα' ταν.
Κι η πρώτη του γυναίκα συμφωνούσε μ' αυτό. Ερχόταν στον ύπνο του και του έλεγε, εσύ δεν τα μεγάλωσες έτσι τα παιδιά μας. Εσύ ήσουν πονετικός άνθρωπος.
Γι' αυτό ο θεός σου έστειλε την κυρά Σμύρνη. Γι' αυτό. Να την προσέχεις Στάθη μου, του έλεγε. Να την προσέχεις, όπως έκανες και με μένα.
Ξύπναγε ο καημένος. Ήταν τόσο ζωντανό το όνειρο, που ξύπναγε, και νόμιζε πως θα την έβλεπε. Μα δίπλα του, ήταν η κυρά Σμύρνη, η Σμυρνιά. Από κει πήρε το όνομα.
Κοιμόταν ήσυχα ήσυχα, και του κράταγε το χέρι του. Άπλωνε κι αυτός το άλλο, και την αγκάλιαζε τρυφερά.
Όσο κρατήσει έλεγε, κι άφηνε έναν στεναγμό μέσα από την ψυχή του. Όσο κρατήσει...
Ελευθερία Λάππα
Δείτε λιγότερα

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΦΩΝΗ ΕΛΛΑΔΟΣ Δημοσιευμένα • 8 Μαΐ 0  13 ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

 ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Το σώμα θυμάται τρόπους. Το σώμα θυμάται εκείνη την επική τούμπα που έφαγες με το ποδήλατο, αλλά -κυρίως- θυμάται τρόπους. Θυμάται τον τρόπο που το άγγιξαν. Τον τρόπο που το κοίταξαν. Τον τρόπο που του επέτρεψαν -ή δεν του επέτρεψαν- να υπάρχει.
Και κάπως έτσι, πολύ πριν μάθουμε τι είναι ο έρωτας, η επιθυμία ή η εγγύτητα, κάτι μέσα μας έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνει έναν χάρτη. Και αυτός ο χάρτης δεν είναι λογικός, είναι σωματικός.
Αν αγαπήθηκες με τρυφερότητα, το σώμα μαθαίνει ότι η εγγύτητα μπορεί να είναι ασφαλής. Αν μεγάλωσες μέσα σε αστάθεια, φόβο ή παραβίαση, το σώμα μαθαίνει ότι το άνοιγμα χρειάζεται προσοχή. Ότι η επιθυμία μπορεί να φέρει πόνο. Ότι το να αφεθείς ίσως είναι επικίνδυνο.
Και τότε δεν κουβαλάς απλώς αναμνήσεις. Κουβαλά έναν τρόπο να κατοικείς μέσα στον εαυτό σου.
Γι’ αυτό και το ερωτικό δεν είναι απλώς σεξουαλική πράξη. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι η στιγμή που το σώμα, η φαντασία, η επιθυμία και η αίσθηση του εαυτού συναντιούνται.
Θα το ξέρεις βέβαια! Μπορεί δύο άνθρωποι να κάνουν σεξ χωρίς να συναντηθούν ποτέ πραγματικά. Και μπορεί, αντίθετα, μια μικρή χειρονομία, ένα βλέμμα, μια αίσθηση ασφάλειας να γεννήσει κάτι βαθιά ερωτικό.
Γιατί το ερωτικό δεν μετριέται ποσοτικά. Μάλλον δεν μετριέται. Μετράει. Μετράει υπαρξιακά.
Στο αν νιώθεις ζωντανός. Στο αν μπορείς να αφεθείς χωρίς να χαθείς. Στο αν το σώμα σου πιστεύει ότι έχει δικαίωμα να νιώσει.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται κάτι πολύ σημαντικό που συχνά ξεχνάμε: η επιθυμία δεν γεννιέται μόνο από το σώμα. Γεννιέται από την εμπειρία της αγάπης.
Από το αν κάποτε σου επέτρεψαν να υπάρξεις χωρίς φόβο.
Να κλάψεις χωρίς ντροπή. Να χαρείς και να απολαύσεις χωρίς ενοχή. Να νιώσεις χωρίς να πρέπει να προστατευτείς συνεχώς.
Το σώμα τα θυμάται όλα αυτά.
Και πολλές φορές, μέσα στις σχέσεις μας, δεν ψάχνουμε απλώς κάποιον να μας επιθυμήσει. Ψάχνουμε κάποιον δίπλα στον οποίο το σώμα θα μπορέσει επιτέλους να χαλαρώσει αρκετά ώστε να νιώσει ξανά ζωντανό ή μάλλον να νιώσει τώρα ό,τι δεν του επιτράπηκε.
Δείτε λιγότερα

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 




Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

Κατάγομαι από ένα μικρό ορεινό χωριό της Κρήτης και, μέσα από τις αφηγήσεις των παλαιότερων, θυμάμαι έναν κόσμο που στηριζόταν σε λίγες απλές αρχές.
Το «εμείς» ερχόταν πριν από το «εγώ».
Η μόρφωση θεωρούνταν τρόπος καλλιέργειας κι όχι μόνο επαγγελματικής επιτυχίας.
Οι άνθρωποι ζούσαν λιτά, χωρίς να μετριέται η αξία τους από όσα κατείχαν.
Και η συνεργασία ήταν σχεδόν αυτονόητη - το μάζεμα της ελιάς και της σταφίδας γινόταν με «δανεικά» μεροκάματα: σήμερα όλοι στο δικό σου χωράφι, αύριο στο δικό μου.
Μέσα σε λίγες δεκαετίες, αυτό το αξιακό σύστημα αντιστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά.
Το συλλογικό έγινε ατομικό συμφέρον.
Η μόρφωση αντικαταστάθηκε από την αγωνία της οικονομικής επιτυχίας.
Η λιτότητα από τη διαρκή κατανάλωση.
Και η συνεργασία από τον ακραίο ανταγωνισμό.
Δεν μιλώ με μια νοσταλγία γι' αυτό το παρελθόν. Ξέρω ότι εκείνες οι εποχές είχαν και φτώχεια και δυσκολίες και περιορισμούς και -συχνά- βασανιστικά στερεότυπα.
Νιώθω, όμως, πως σιγά σιγά χάθηκε κάτι βαθύτερο: η αίσθηση ότι η ζωή είναι κοινή μας υπόθεση.
Ότι ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να τα βγάζει πέρα μόνος του.
Ότι κάποτε υπήρχε η βεβαιότητα πως, αν λυγίσεις, κάποιος θα έρθει να σταθεί δίπλα σου. Όχι γιατί έχει συμφέρον, αλλά γιατί έτσι κρατιούνται όρθιοι οι άνθρωποι μεταξύ τους.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι που μας λείπει περισσότερο σήμερα: όχι μια παλιά εποχή, αλλά η αίσθηση ότι ανήκουμε ο ένας στον άλλον.
Δείτε λιγότερα

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)