Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης 1 ώρ. · ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ
Δεν είναι πάντα το πρόσωπο εκείνο που μαρτυρά περισσότερο για έναν άνθρωπο. Ούτε τα μάτια. Ούτε τα χείλη. Μερικές φορές είναι τα χέρια του. Τα έχει πει και ο Μ. Γκανάς.
Τα χέρια μοιάζουν συχνά να κουβαλούν μια μυστική βιογραφία. Όταν πέφτουν το ένα μέσα στην αγκαλιά του άλλου, δεν μοιάζουν απλώς να ξεκουράζονται. Είναι σαν να παρηγορούνται μεταξύ τους. Σαν να έχουν μάθει, από πολύ νωρίς, να κρατούν τον εαυτό τους όταν δεν υπήρχε άλλο χέρι διαθέσιμο να τα κρατήσει.
Κι αν τα παρατηρήσει κανείς προσεκτικά, θα διακρίνει μέσα τους μια ιστορία που δεν ειπώθηκε ποτέ. Μια ιστορία αναμονής. Μια ιστορία αντοχής. Την ιστορία ενός μικρού παιδιού που κάποτε αναγκάστηκε να γίνει μόνο του καταφύγιο για τον εαυτό του.
Ίσως γι' αυτό γεννιέται καμιά φορά η επιθυμία να κρατήσει κανείς αυτά τα χέρια μέσα στις δικές του παλάμες. Όχι για να τα σώσει, κανείς δεν σώζει τον άλλον. Ούτε για να τον προστατεύσει, αυτός ο ρόλος δεν ανήκει σε κανέναν άνθρωπο απέναντι σε έναν άλλον. Αλλά για να τους επιτρέψει, έστω για λίγο, να ξεκουραστούν. Σαν μια σιωπηλή υπόσχεση πως δεν χρειάζεται πια να κρατούν τα πάντα μόνα τους.
Γιατί τα χέρια κουράζονται. Κουράζονται όχι μόνο από όσα σηκώνουν, αλλά κι από όσα δεν άφησαν ποτέ να πέσουν.
Τα χέρια θυμούνται.
Θυμούνται όλα όσα άγγιξαν. Θυμούνται εκείνα που δεν τόλμησαν ποτέ να αγγίξουν. Θυμούνται τα πρόσωπα που χάιδεψαν και εκείνα που αποχαιρέτησαν. Θυμούνται τις φορές που έμειναν μετέωρα, χωρίς να ξέρουν αν επιτρέπεται να απλωθούν. Θυμούνται ακόμη κι εκείνες τις στιγμές που έκλεισαν σφιχτά σε γροθιά, μόνο και μόνο για να μη φανεί πόσο πολύ έτρεμαν. Ιδίως εκείνες τις στιγμές.
Και τα γυναικεία χέρια μοιάζουν να θυμούνται ακόμη περισσότερα. Όχι γιατί οι γυναίκες πονάνε περισσότερο από τους άντρες, αλλά γιατί για αιώνες η ιστορία της φροντίδας γράφτηκε κυρίως πάνω στις δικές τους παλάμες.
Πάνω τους έχουν μείνει ίχνη από νερό και σαπούνι, από στάχτη και αλεύρι, από βελόνες και κλωστές, από κατσαρόλες που έκαιγαν, από ρούχα που στύφτηκαν αμέτρητες φορές πριν υπάρξουν πλυντήρια. Χέρια που ζύμωσαν ψωμί, καθάρισαν σπίτια, άναψαν φωτιές, κράτησαν πυρετωμένα παιδικά μέτωπα μέσα στη νύχτα, σήκωσαν μωρά που έκλαιγαν, συνόδευσαν ηλικιωμένους στο τελευταίο τους βήμα, χάιδεψαν πρόσωπα λίγο πριν τα αποχαιρετήσουν.
Είναι παράξενο. Οι ιστορίες των γυναικών σπάνια γράφτηκαν στα βιβλία της Ιστορίας. Γράφτηκαν περισσότερο στις παλάμες τους. Στις μικρές σκληρύνσεις του δέρματος. Στις αρθρώσεις που πονούσαν πρόωρα. Στα δάχτυλα που έμαθαν να εργάζονται ασταμάτητα χωρίς ποτέ να ζητούν χειροκρότημα.
Κάποτε αναρωτιέμαι αν τα χέρια των γυναικών κουράστηκαν περισσότερο από τις καρδιές τους. Γιατί έμαθαν να προσφέρουν πριν ακόμη τους επιτραπεί να ζητήσουν. Να κρατούν πριν κάποιος τις κρατήσει. Να παρηγορούν πριν μάθουν οι ίδιες τι σημαίνει να παρηγορείσαι. Να υπηρετούν χωρίς να ονομάζεται αυτό εργασία και να αγαπούν χωρίς να λογίζεται ως κόπος.
Ίσως γι' αυτό πολλές γυναίκες δυσκολεύονται τόσο να αφήσουν κάτι από τα χέρια τους. Όχι επειδή αγαπούν τον έλεγχο. Αλλά επειδή, γενιά μετά τη γενιά, εκπαιδεύτηκαν να πιστεύουν ότι αν αφήσουν, όλα θα καταρρεύσουν. Σαν να τους ανατέθηκε μια αόρατη αποστολή: να κρατούν όρθιο τον κόσμο, ακόμη κι όταν οι ίδιες λύγιζαν.
Λιγότερα
Αντώνης Ανδρουλιδάκης29 λ.

Ο άνθρωπος δεν γεννιέται με πρωταρχική ανάγκη για αντικείμενα. Γεννιέται με πρωταρχική ανάγκη για παρουσία.Πριν μάθουμε να ζητάμε ψωμί, ζητάμε αγκαλιά. Πριν αναζητήσουμε τροφή, αναζητούμε βλέμμα. Πριν αγαπήσουμε κάποιον, έχουμε ήδη ανάγκη να κατοικηθούμε από την παρουσία ενός Άλλου. Ίσως, τελικά, η πρώτη γλώσσα του ανθρώπου να μην ήταν η πείνα αλλά η σχέση.
Δεν γεννιόμαστε πρώτα άνθρωποι και ύστερα αγαπάμε.
Γινόμαστε άνθρωποι επειδή κάποιος μας αγάπησε αρκετά ώστε να μπορέσουμε κάποτε να υπάρξουμε μόνοι μας. Ο εαυτός δεν γεννιέται απέναντι στον Άλλον αλλά μέσα στη σχέση μαζί του. Δεν σχηματίζεται στην απομόνωση, αλλά μέσα σε μια αγκαλιά, σε ένα βλέμμα, σε μια φωνή που ανταποκρίνεται και λέει, πριν ακόμη υπάρξουν λέξεις: «Σε βλέπω. Είσαι εδώ. Υπάρχεις για μένα.»
Κι ίσως γι’ αυτό η μεγαλύτερη μοναξιά δεν είναι η απουσία των ανθρώπων. Είναι η απουσία εκείνης της θεμελιακής σχέσης μέσα στην οποία κάποτε γεννήθηκε η αίσθηση ότι υπάρχουμε. Είναι να βρίσκεσαι ανάμεσα σε πολλούς και να μη συναντιέσαι με κανέναν. Να σε κοιτούν χωρίς να σε βλέπουν. Να σε αγγίζουν χωρίς να σε φτάνουν. Να μιλούν μαζί σου χωρίς να υπάρχει χώρος για να κατοικήσεις μέσα στην παρουσία τους.
Ο ά-σχετος άνθρωπος δεν στερείται απλώς συντροφιάς. Στερείται εκείνου του καθρέφτη μέσα στον οποίο ο εαυτός αναγνωρίζει το περίγραμμά του. Και τότε η τρύπα στην καρδιά δεν είναι μια ρομαντική υπερβολή. Είναι η μνήμη μιας σχέσης που έλειψε, η νοσταλγία μιας αγκαλιάς που ίσως δεν υπήρξε ποτέ αρκετά, αλλά που ολόκληρη η ύπαξη συνεχίζει να αναζητά.
Γιατί τελικά δεν υπάρχουμε μόνο επειδή αναπνέουμε.
Υπάρχουμε επειδή κάποιος, έστω μία φορά, στάθηκε απέναντί μας και μας έκανε να νιώσουμε πως η παρουσία μας έχει θέση μέσα στον κόσμο.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)