Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · Η ΑΓΙΑ ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Η ΑΓΙΑ ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Από τον Τζέιμς Τζόυς μέχρι τον Ανδρέα Εμπειρίκο, κι από τον εκρηκτικό “Μέγα Ανατολικό” ως τον πιο υπαινικτικό αν και σκανδαλώδη ερωτισμό στις επιστολές του Σεφέρη, η μεγάλη λογοτεχνία γνώριζε πάντα πως ο έρωτας δεν είναι άσαρκος.
Οι μεγάλοι ποιητές και συγγραφείς δεν φοβήθηκαν ποτέ τη σάρκα. Δεν τη θεώρησαν εμπόδιο της ψυχής.
Αντιθέτως, την ύμνησαν. Κάποιες φορές με λέξεις που ακόμη και σήμερα σκανδαλίζουν τις πουριτανικές πτυχές μας. Με μια σχεδόν... αγία χυδαιότητα.
Ίσως όμως το πραγματικό σκάνδαλο να μην ήταν ποτέ οι λέξεις. Ήταν η άρνησή τους να χωρίσουν το σώμα από την αγάπη. Έχουμε μεγαλώσει μέσα σε έναν παράξενο "δυτικό πολιτισμό". Από τη μία εμπορευματοποιούμε το σώμα, το εκθέτουμε, το καταναλώνουμε, το γυαλίζουμε, το σφυρηλατούμε, το μοστράρουμε, το μετατρέπουμε σε προϊόν κι από την άλλη το ντρεπόμαστε, το λογοκρίνουμε. Το αντιμετωπίζουμε σαν να κουβαλά μέσα του κάτι εγγενώς ακάθαρτο.
Σαν να εξακολουθούμε να ζούμε κάτω από τη σκιά εκείνης της πρωταρχικής ντροπής των πρωτοπλάστων, καθώς μετά την έξοδο τους από τον Παράδεισο, κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί και έσπευσαν να καλυφθούν.
Και βέβαια, η μεγάλη απώλεια δεν ήταν η γυμνότητα. Η μεγάλη απώλεια ήταν η ντροπή της απώλειας του Παραδείσου. Γιατί πριν από αυτήν, το σώμα δεν ήταν πρόβλημα, ήταν τρόπος κοινωνίας. Η σάρκα δεν ήταν το αντίθετο του πνεύματος, ήταν ο τόπος της σχέσης.
Και πράγματι...
Σκέψου το τρυφερό κορμάκι ενός βρέφους στην αγκαλιά της μητέρας του. Δεν υπάρχει τίποτε πιο σαρκικό, κι όμως, δεν υπάρχει τίποτε πιο ιερό. Το σώμα δεν είναι εκεί αντικείμενο, είναι ο τόπος όπου η αγάπη γίνεται ορατή.
Κι' όμως το ίδιο σώμα, η ίδια σάρκα, μπορεί να γίνει αργότερα πεδίο ντροπής, ενοχής ή εκμετάλλευσης. Όχι γιατί άλλαξε η σάρκα, αλλά γιατί άλλαξε ή μάλλον χάθηκε η σχέση. Γιατί η σχέση εξέπεσε σε "χρήση".
Και ίσως εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αλήθεια. Ακόμη και η πιο φτηνή καθώς την λέμε χυδαιότητα δεν κατοικεί στις λέξεις, κατοικεί στην ποιότητα της σχέσης. Γιατί η ίδια λέξη μπορεί να γίνει προσβολή και η ίδια λέξη μπορεί να γίνει χάδι. Η ίδια λέξη μπορεί να ταπεινώσει και η ίδια λέξη μπορεί να γίνει η πιο τρυφερή εξομολόγηση. Πως μας ακούγονται άραγε οι φράσεις "μαλάκα μου σε λατρεύω!" ή "σ' αγαπώ ρε ηλίθια!";
Πώς γίνεται, άραγε, ένας άνθρωπος να ψιθυρίζει στο σώμα του αγαπημένου του ακόμη και τις πιο γήινες, τις πιο τολμηρές λέξεις και εκείνες να ακούγονται σαν χάδι; Πώς γίνεται μια φράση όπως «ο κώλος σου», που έξω από τον έρωτα μπορεί να ακουστεί ωμή ή προσβλητική, μέσα στην απόλυτη οικειότητα δύο ανθρώπων να γίνεται σχεδόν μια εξομολόγηση λατρείας;
Γίνεται, γιατί εκείνη τη στιγμή δεν μιλά το λεξικό. Μιλά η σχέση. Δεν μιλά μια υγειονομική ορθότητα, ούτε μια λεκτική αποστείρωση. Μιλά η οικειότητα. Μιλά η εμπιστοσύνη. Μιλά εκείνη η πρωτόγονη γλώσσα της ζωτικής ορμής των σωμάτων, που υπήρχε πολύ πριν γεννηθούν οι κανόνες της ευπρέπειας. Εκεί, οι λέξεις παύουν να περιγράφουν το σώμα. Αρχίζουν να το χαϊδεύουν. Δεν κατονομάζουν ένα μέλος του σώματος, αγγίζουν το ολόκληρο ενός ανθρώπου.
Έτσι κι αλλιώς, ας μην κοροϊδευόμαστε, η πορνογραφία δεν βρίσκεται στις λέξεις. Βρίσκεται στο βλέμμα. Το ίδιο σώμα μπορεί να ειδωθεί με λαγνεία που το καταναλώνει ή με έρωτα που το αποθεώνει. Και τότε ακόμη και η πιο τολμηρή λέξη παύει να είναι χυδαία, γιατί έχει πάψει να μιλά απλά για ένα σώμα, μιλά για ένα πρόσωπο.
Οι λέξεις δεν έχουν από μόνες τους ηθικό περιεχόμενο. Το αποκτούν από τον τρόπο με τον οποίο κατοικούν ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Κι' όταν δύο άνθρωποι έχουν οικοδομήσει βαθιά εμπιστοσύνη, ακόμη και οι πιο γήινες λέξεις παύουν να είναι χυδαίες. Δεν λέγονται για να μειώσουν, δεν λέγονται για να αντικειμενοποιήσουν, λέγονται μέσα σε έναν χώρο όπου ο ένας έχει ήδη εμπιστευθεί ολοκληρωτικά τον εαυτό του στον άλλον. Στο χώρο της αμοιβαίας αποκάλυψης της ευαλωτότητας. Στο "σπίτι" της αμέριστης οικειότητας.
Εκεί, η γλώσσα παύει να είναι δημόσια και γίνεται κοινά ιδιωτική. Μια γλώσσα που μόνο δύο άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν. Ο Τζόυς το ήξερε αυτό. Και γι' αυτό οι επιστολές του προς τη Νόρα είναι σπουδαίες, επειδή αρνούνται να ντραπούν για το σώμα. Το ίδιο και το Σεφέρης. Κι' όμως μοιάζει αυτό να μας σοκάρει.
Γιατί ο έρωτας, όταν είναι αληθινός, δεν αγαπά μόνο την ψυχή.
Αγαπά τον τρόπο που η ψυχή κατοικεί μέσα στο σώμα. Τη μυρωδιά του, τον ιδρώτα του, την αφή του, τις πιο ατελείς, τις πιο καθημερινές, τις πιο γήινες πλευρές του. Όχι σαν αντικείμενο κατανάλωσης, αλλά σαν αποκάλυψη ενός μοναδικού προσώπου.
Ίσως τελικά η πραγματική χυδαιότητα να μην είναι ποτέ οι λέξεις.
Η πραγματική χυδαιότητα είναι να χρησιμοποιείς το σώμα ενός ανθρώπου χωρίς να συναντάς το πρόσωπό του. Ή να χρησιμοποιείς εσύ ο ίδιος το σώμα σου χωρίς να έχεις αναγνωρίσει ποτέ το πρόσωπο σου. Να υπάρχει επιθυμία χωρίς σχέση, ηδονή χωρίς αναγνώριση, σάρκα χωρίς αγάπη, ά-σχετη χρήση.
Ενώ η πιο γήινη, η πιο προκλητική λέξη μπορεί να γίνει σχεδόν ιερή όταν λέγεται από έναν άνθρωπο που, πριν αγγίξει το σώμα, έχει ήδη αγγίξει την ψυχή.
Γι' αυτό και ο Παράδεισος δεν ήταν η κατάσταση όπου οι άνθρωποι ήταν γυμνοί. Ήταν η κατάσταση όπου ήταν γυμνοί χωρίς να ντρέπονται.
Και ίσως αυτό να είναι ακόμη και σήμερα το πιο δύσκολο επίτευγμα του έρωτα. Όχι να γδυθείς από τα ρούχα σου, αλλά να γδυθείς από τη ντροπή σου, συμμετέχοντας σε κάτι μυστηριακό: στην μεταμόρφωση ακόμη και της βωμολοχίας σε χάδι.
Λιγότερα

Γιώτα Ματέρη
Η "ΑΓΙΑ ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ", όπως παρουσιάζεται π.χ. συστηματικά στον "Μεγάλο Ανατολικό" του Εμπειρίκου εκδηλώνεται κατά ένα εμμονικό τρόπο ενσαρκούμενη σε ένα αντικείμενο του πόθου με εκατοντάδες προσωποποιήσεις: στην "παιδίσκη"! Κομβικό και ταυτόχρονα ανιαρό μέχρι αηδίας στην επανάλειψή του στοιχείο, αυτού του πολύτομου "έργου" είναι οι νατουραλιστικές περιγραφές με νοσηρή λεπτομέρεια λαγνείας, αλλά και κάθε είδους σεξουαλικής εκμετάλλευσης-χρήσης της "παιδίσκης", δηλαδή ανήλικων κοριτσιών, από την προεφηβεία που παρουσιάζονται με "λογοτεχνικό" οίστρο ως "λυτρωτικές πράξεις" με "καθαρτήριο λειτουργία"... Εάν όλο αυτό (σε συνδυασμό με αντίστοιχη εκζήτηση τον εμφάσεων του καλλιτέχνη στην φωτογραφική τέχνη, όπου έχει καταγραφεί, ότι πλήρωνε γονείς για να φωτογραφίζει κοριτσάκια σε διάφορες στάσεις) δεν συνιστά εκδίπλωση της νοσηρά διαστροφικής φαντασίας μιας καραμπινάτης ψυχιατρικής περίπτωσης, τότε τι ακριβώς άλλο σηματοδοτεί; Μήπως κάποιο υψηλό ηθικο-πολιτικό και παιδαγωγικό ιδεώδες ανώτερου πνευματικού περιεχομένου που θα ώφειλε να καταστεί γενικευμένος κανόνας αγάπης και αυθεντικών σχέσεων;

Αντώνης Ανδρουλιδάκης
Γιώτα Ματέρη Συμφωνώ ότι ο «Μέγας Ανατολικός» περιέχει σελίδες που σήμερα, και δικαιολογημένα, προκαλούν βαθιά ηθικά και αισθητικά ερωτήματα. Η παρουσία ανήλικων μορφών και η φαντασιακή τους επεξεργασία δεν είναι κάτι που μπορεί να προσπεραστεί ή να εξιδανικευθεί στο όνομα της λογοτεχνίας. Το δικό μου κείμενο, όμως, δεν επιχειρεί να υπερασπιστεί το έργο του Εμπειρίκου ούτε να τον προτείνει ως ηθικό πρότυπο. Αναφέρεται σε μια άλλη ιδέα: ότι ο έρωτας, όταν υπάρχει αμοιβαιότητα, ελευθερία και αγάπη, μπορεί να αποκαταστήσει τη σάρκα από τη ντροπή και να μεταμορφώσει ακόμη και τη γλώσσα της επιθυμίας. Με δυο λέξεις, για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, η δική μου θέση είναι αυτονόητα σαφής: η επιθυμία χωρίς ελευθερία, χωρίς ισοτιμία και χωρίς συναίνεση δεν είναι έρωτας· είναι κατάχρηση της σχέσης. Η «αγία χυδαιότητα» για την οποία γράφω δεν αφορά την παραβίαση του άλλου, αλλά τη στιγμή που δύο ελεύθερα (ενήλικα προφανώς) πρόσωπα παύουν να ντρέπονται για το σώμα τους και μπορούν να κατοικήσουν τη σάρκα τους με τρυφερότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)