Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΚΑΛΙΑ

 

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

53 λ.

·

Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΚΑΛΙΑ

Έχω μια σκέψη -μάλλον βεβαιότητα- που με συνοδεύει εδώ και χρόνια. Ο άνθρωπος δεν φυτρώνει. Δεν εμφανίζεται ξαφνικά στον κόσμο σαν ένα ολοκληρωμένο πλάσμα που αργότερα μαθαίνει να αγαπά. Υπάρχουμε μέσα σε μια σχέση. Γεννιόμαστε μέσα σε μια αγκαλιά, μέσα σε ένα βλέμμα, μέσα σε μια φωνή που μας καθησυχάζει ή μας φοβίζει.

Γι' αυτό και πάντοτε με έκαναν να χαμογελώ οι βεβαιότητες του τύπου «καλύτερα μόνος μου» ή «δεν έχω ανάγκη κανέναν». Όχι επειδή δεν καταλαβαίνω την ανάγκη που τις γεννά. Την καταλαβαίνω πολύ καλά. Τις περισσότερες φορές είναι η φωνή ενός ανθρώπου που κάποτε πληγώθηκε τόσο βαθιά, ώστε αποφάσισε πως η μοναξιά -που ονομάζει "ανεξαρτησία" είναι ασφαλέστερη από την εγγύτητα. Είναι ένας τρόπος να προστατεύσει την καρδιά του.

Όμως ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για να υπάρχει μόνος του. Δεν υπάρχουμε πρώτα και ύστερα σχετιζόμαστε. Η ίδια η ύπαρξή μας γεννιέται μέσα στη σχέση. Δεν μαθαίνουμε απλώς να αγαπάμε. Μαθαίνουμε να υπάρχουμε επειδή κάποιος υπήρξε κάποτε για εμάς.

Πριν αποκτήσουμε όνομα, πριν μάθουμε να μιλάμε, πριν ακόμη μπορέσουμε να πούμε «σ' αγαπώ», κάποιος μας κράτησε στα χέρια του. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπηλή συνάντηση άρχισε να γράφεται η πρώτη βιογραφία της ύπαρξής μας.

Για πολύ καιρό δεν γνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Δεν έχουμε ακόμη έναν Εαυτό που να μπορεί να σταθεί μόνος του απέναντι στον κόσμο. Γινόμαστε, κυριολεκτικά, εκείνη η πρώτη σχέση. Αν κάποιος μας κρατούσε με γαλήνη, αρχίσαμε να πιστεύουμε πως ο κόσμος είναι ένας τόπος όπου μπορεί κανείς να είναι ήσυχος. Αν κάποιος ανταποκρινόταν όταν κλαίγαμε, μάθαμε ότι οι ανάγκες μας δεν είναι βάρος. Αν κάποιος μας κοιτούσε σαν να ήμασταν ένα μικρό θαύμα, το πιο πολύτιμο πλάσμα στο σύμπαν, αρχίσαμε σιγά σιγά να πιστεύουμε πως αξίζουμε να αγαπηθούμε.

Αν όμως η αγκαλιά ήταν φοβισμένη, αν η παρουσία ήταν απρόβλεπτη, αν η τρυφερότητα ερχόταν και χανόταν ή αν εκείνος που μας κρατούσε ήταν ο ίδιος πληγωμένος, τότε μάθαμε κάτι διαφορετικό. Μάθαμε να κρατάμε μόνοι μας τον εαυτό μας. Να μην ζητάμε πολλά-πολλά. Να μην απλώνουμε εύκολα τα χέρια. Να μην εμπιστευόμαστε χωρίς επιφύλαξη. Να φοβόμαστε πως ό,τι αγαπάμε μπορεί κάποτε να φύγει.

Και το ζήτημα είναι πως όλα αυτά δεν είναι ο χαρακτήρας μας. Είναι αυτά που μας συνέβησαν πολύ πριν αποκτήσουμε αναμνήσεις. Και όλα αυτά το σώμα τα θυμάται!

Ίσως γι' αυτό, χρόνια αργότερα, όταν ερωτευόμαστε, να θεωρούμε πως απλώς συναντήσαμε έναν άνθρωπο. Στην πραγματικότητα, συναντιούνται δύο βιογραφίες. Δύο πρώτες αγκαλιές. Δύο διαφορετικοί τρόποι να καθησυχάζεσαι. Δύο διαφορετικοί τρόποι να φοβάσαι. Δύο διαφορετικοί τρόποι να ελπίζεις.

Ο έρωτας, δηλαδή, δεν είναι μόνο η συνάντηση δύο ενηλίκων. Είναι η συνάντηση δύο παιδικών ιστοριών που αναζητούν, χωρίς πάντα να το γνωρίζουν, μια δεύτερη ευκαιρία.

Ίσως γι' αυτό ο έρωτας μας συγκινεί τόσο βαθιά. Γιατί δεν ζητά μόνο να αγαπηθεί το σώμα μας. Ζητά να συναντηθεί εκείνο το μικρό παιδί που κάποτε αναρωτήθηκε, χωρίς ακόμη να διαθέτει λέξεις: «Θα είναι κάποιος εδώ όταν τον χρειαστώ; Θα υπάρξει ένας άνθρωπος που θα με κρατήσει χωρίς να χρειάζεται να αποδείξω ότι το αξίζω;» Ίσως γι' αυτό, από την άλλη, κάποιους ανθρώπους ο έρωτας δεν τους συγκινεί καθόλου ή τους τρομάζει.

Σε κάθε περίπτωση, μάλλον αυτό είναι που αναζητούμε σε κάθε μεγάλη αγάπη. Όχι την τελειότητα. Ούτε την υπόσχεση πως δεν θα πληγωθούμε ποτέ. Αναζητούμε μια παρουσία που να ηρεμεί το σώμα πριν ακόμη μιλήσει το μυαλό. Ένα βλέμμα που να μη μας αξιολογεί. Μια αγκαλιά που να μην απαιτεί να είμαστε διαφορετικοί για να αξίζουμε να μείνουμε μέσα της. Έναν άνθρωπο που να μπορεί να μας ψιθυρίσει, ακόμη και χωρίς λόγια: «Μπορείς να υπάρξεις εδώ όπως είσαι.»

Κι όμως, η ωριμότητα δεν έρχεται όταν βρίσκουμε επιτέλους εκείνον που θα διορθώσει το παρελθόν μας. Έρχεται όταν αναγνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας δεν είναι υπεύθυνος για όσους δεν μας κράτησαν αρκετά. Ότι δεν μπορούμε να του ζητήσουμε να θεραπεύσει μόνος του όλες τις ελλείψεις της πρώτης μας ιστορίας. Ο έρωτας δεν καλείται να σβήσει το παρελθόν. Καλείται να το μεταμορφώσει.

Ίσως, τελικά, αυτό να σημαίνει να αγαπά κανείς. Να κρατά έναν άνθρωπο λίγο πιο τρυφερά απ' όσο κράτησαν κάποτε εκείνον. Να μη μεταβιβάζει ασυνείδητα τον φόβο που κληρονόμησε. Να διακόπτει, έστω για μία γενιά, την αλυσίδα της ανασφάλειας. Να γίνεται η αγκαλιά που ο ίδιος κάποτε αναζητούσε.

Γιατί δεν γεννιόμαστε άνθρωποι και ύστερα αγαπάμε. Γινόμαστε άνθρωποι μέσα στον τρόπο που κάποτε αγαπηθήκαμε. Και ίσως η πιο όμορφη υπόσχεση του έρωτα να είναι ακριβώς αυτή: ότι η πρώτη μας ιστορία δεν είναι η τελευταία. Ότι η αγάπη μπορεί να ξαναγράψει τη βιογραφία μας, όχι διαγράφοντας όσα προηγήθηκαν, αλλά προσθέτοντας μια καινούργια εμπειρία. Την εμπειρία μιας σχέσης μέσα στην οποία ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πια να κρατά μόνος του τον εαυτό του.

Εκεί, ίσως, αρχίζει η πραγματική θεραπεία. Και ίσως εκεί να αρχίζει και ο έρωτας. Όταν συνειδητοποιούμε ότι είμαστε οι σχέσεις μας...

Λιγότερα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)