Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Ελευθερία Λάππα


Ερωτεύτηκε ο κυρ Στάθης, κι είπε στα παιδιά του, που τον είχαν βάλει στο γηροκομείο, πως θα παντρευτεί την κυρά Σμύρνη.
Εκείνα από καιρό προσπαθούσαν να τον πείσουν να τους γράψει την περιουσία που είχε κρατήσει για κείνον.
Είχε μπόλικη, και μοιρασμένη σε όλα του τα παιδιά. Κράτησε όμως το μεγάλο διαμέρισμα να το έχει για πάρτη του.
Το νοίκιαζε και έπαιρνε τα χρήματα αυτός. Έκανε δώρα στα εγγόνια του, και βοήθαγε κόσμο που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Καλόκαρδος από μικρός ο κυρ Στάθης, κι η ζωή στάθηκε γενναιόδωρη μαζί του.
Κι όπως όλοι πληρώνουμε το τίμημα σε τούτο τον κόσμο, έτσι κι αυτός το πλήρωσε, με να χάσει τον άνθρωπό του πολύ νωρίς.
Τα παιδιά του μικρά, και δεν ξαναπαντρεύτηκε.
Τα μεγάλωσε με την βοήθεια μιας γυναίκας, για να μπορεί εκείνος να δουλεύει να ζήσουν.
Τα σπούδασε, τα πάντρεψε, τα στήριξε, τα βοήθησε σε ό,τι του ζητήσανε και μπορούσε. Όχι δεν τους είπε πουθενά.
Τους άνοιξε γραφεία, μαγαζιά, τα τακτοποίησε, κι άμα δεν τον χρειαζόταν πια, τον βάλανε στο γηροκομείο.
Σ' αυτό βοηθήσανε κι οι νυφάδες του. Ως παππούς υπήρξε πολύ καλός, και τα εγγόνια του, φέρανε αντιρρήσεις για τον οίκο ευγηρίας. Τον παππού τον θέλουμε κοντά μας είπανε, αλλά κανείς δεν τα άκουσε.
Ο κυρ Στάθης νιώθοντας μοναξιά που κανείς δεν πήγαινε να τον δει, αποφάσισε και είπε ναι. Τουλάχιστον εκεί θα έβλεπε και κόσμο. Θα' λεγε και καμιά κουβέντα.
Βρέθηκε στο γηροκομείο με την θέλησή του. Όλα με την θέλησή του τα έκανε. Κι όταν ήθελε κάτι, δεν τον σταματούσες με τίποτα.
Έτσι και τώρα. Είπε θα παντρευτώ και θα το έκανε ο κόσμος να χαλάσει.
Ούτε μια φορά το δίμηνο δεν πηγαίνανε να τον δουν. Κι όταν πήγαιναν, πήγαιναν όλοι μαζί. Κάθονταν μια ώρα κι έφευγαν.
Κι αυτή την ώρα προσπαθούσαν να τον πείσουν να τους γράψει και τα υπόλοιπα. Εκείνος βέβαια είχε κάνει διαθήκη και τα πέρασε στα εγγόνια του.
Μα δεν το είχε πει. Κι αυτό μετά τον θάνατό του. Και επειδή ήταν προνοητικός, είχε αφήσει ανοιχτό τον ενδεχόμενο ενός γάμου του, ώστε αν έφευγε πρώτος αυτός, να μέναν στην γυναίκα του, ώσπου και κείνη να κλείσει τα μάτια της.
Μετά, ας τα κάνανε ό,τι θέλανε. Ο Στάθης, το πρώτο του εγγόνι, του είχε αδυναμία. Όταν θα πάω να ζήσω μόνος μου, θα σε πάρω μαζί μου του είπε. Ο παππούς δάκρυσε.
Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του είπε, δεν θα χρειαστεί. Θα παντρευτώ την κυρά Σμύρνη. Όλα του τα εγγόνια χάρηκαν και περίμεναν την στιγμή που θα τον δουν γαμπρό.
Οι γιοι του, όμως δεν το δέχτηκαν με τίποτα. Όταν μου φέρατε τις γυναίκες σας να τις γνωρίσω, τις δέχτηκα τους είπε.
Το ίδιο πρέπει να κάνετε και σεις τώρα.
Θα την παντρευτώ, και θα πάμε να ζήσουμε στο μικρό σπιτάκι του κήπου τους είπε. Δεν μας χρειάζεται εμάς μεγάλο.
Θα βγούμε από δω, και θα φροντίζουμε το κήπο και το περιβόλι μας. Είμαστε μια χαρά και μπορούμε ακόμα.
Και το' κανε ο κυρ Στάθης. Την παντρεύτηκε, και πήγανε στο μικρό σπιτάκι του κήπου. Ξανάνιωσε! Η κυρά Σμύρνη δώδεκα χρόνια μικρότερή του, τον πρόσεχε σαν τα μάτια της.
Δεν θέλω εγώ τίποτα από την περιουσία σου του είπε. Τίποτα. Αυτά είναι των παιδιών σου. Εγώ τι να τα κάνω αν εσύ φύγεις; Εγώ εσένα θέλω να είσαι καλά.
Να ζήσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας μαζί. Να νιώσουμε την συντροφικότητα, που την στερηθήκαμε κι οι δυο νέοι.
Έθρεψε νιάτα ο παππούς, και μόνο τα εγγόνια του χαιρόταν γι' αυτό. Τα παιδιά του θύμωσαν κι ήταν σκληρά μαζί του.
Μα του κυρ Στάθη δεν ίδρωνε τ' αυτί του.
Όλα τους τα έδωσα έλεγε, κι ήταν αλήθεια. Ε, την ζωή μου την θέλω δική μου. Αυτό που ήθελα, δεν μου το έδωσαν ποτέ. Τώρα που το βρήκα, δεν το αφήνω.
Και τι ήθελε ο έρμος; Μια γλυκιά κουβέντα ήθελε. Λίγο νοιάξιμο, και μια καρέκλα στο τραπέζι τους που και που, να μην τρώει μόνος του, σαν το κούτσουρο.
Σαν τι ήθελε ο καημένος; Ένα τηλέφωνο, ένα. Θες το πρωί, θες το βράδυ, έτσι, να του πουν, πατέρα είσαι καλά;
Πολλές φορές σκεφτόταν, αν είχα μια κόρη, πως θα ήταν; Αλλά την άφηνε αυτή την σκέψη σαν του κράταγε το χέρι η κυρά Σμύρνη του. Την άφηνε, και της το έσφιγγε κι αυτός με την σειρά του, γιατί σαν και τούτο το σφίξιμο δεν θα' ταν.
Κι η πρώτη του γυναίκα συμφωνούσε μ' αυτό. Ερχόταν στον ύπνο του και του έλεγε, εσύ δεν τα μεγάλωσες έτσι τα παιδιά μας. Εσύ ήσουν πονετικός άνθρωπος.
Γι' αυτό ο θεός σου έστειλε την κυρά Σμύρνη. Γι' αυτό. Να την προσέχεις Στάθη μου, του έλεγε. Να την προσέχεις, όπως έκανες και με μένα.
Ξύπναγε ο καημένος. Ήταν τόσο ζωντανό το όνειρο, που ξύπναγε, και νόμιζε πως θα την έβλεπε. Μα δίπλα του, ήταν η κυρά Σμύρνη, η Σμυρνιά. Από κει πήρε το όνομα.
Κοιμόταν ήσυχα ήσυχα, και του κράταγε το χέρι του. Άπλωνε κι αυτός το άλλο, και την αγκάλιαζε τρυφερά.
Όσο κρατήσει έλεγε, κι άφηνε έναν στεναγμό μέσα από την ψυχή του. Όσο κρατήσει...
Ελευθερία Λάππα
Δείτε λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)