Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · ΑκολουθήστεΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝ-ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗΣ

 


 
Ακολουθήστε

28 λ. 
Η ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ
ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΑΝ-ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗΣ
Η νεοελληνική παρακμή δεν είναι απλώς οικονομική κρίση, πολιτική ανεπάρκεια ή θεσμική δυσλειτουργία.
Είναι μια βαθύτερη ανθρωπολογική και υπαρξιακή κατάσταση κατά την οποία η κοινωνία μας έχει αρχίσει σιγά σιγά να χάνει την πίστη της στη συνέχεια της ζωής, του μέλλοντος και του ίδιου της του πολιτισμικού της νοήματος.
Είναι μια απάνθρωπη κατάσταση.
Είναι η σταδιακή αποσύνδεση/αποκοπή:
❌
του κόπου από το νόημα,
❌
της γνώσης από τη σοφία,
❌
της ελευθερίας από την κοινότητα,
❌
της επιτυχίας από την πληρότητα/νόημα,
❌
και της επιβίωσης από τη χαρά της ζωής.
Στη νεοελληνική παρακμή, δηλαδή, οι άνθρωποι συνεχίζουν να λειτουργούν, να εργάζονται, να καταναλώνουν, να μορφώνονται, να παράγουν, αλλά δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να εμπιστευτούν, να δεσμευτούν, να ερωτευτούν βαθιά, να κάνουν παιδιά, να πιστέψουν σε συλλογικά οράματα ή να αισθανθούν ότι υπάρχει ένα καλύτερο μέλλον που τους αξίζει πραγματικά.
Συνεπώς, πρόκειται για μια κοινωνία που εξαντλείται όχι μόνο υλικά αλλά ψυχικά. Μια κοινωνία όπου η απονοηματοδότηση γίνεται πολιτισμικό κλίμα, ο κυνισμός** μετατρέπεται σε άμυνα επιβίωσης και η ενσυναίσθηση αρχίζει να αποσύρεται από τον δημόσιο χώρο. To πρόβλημα δηλαδή είναι βαθιά ανθρωπολογικό.
Μέσα σ' αυτή τη συνθήκη ο λαός μας -που ιστορικά διέθετε βαθιά ανάγκη σχέσης, κοινότητας, συγκίνησης και νοήματος- αρχίζει να δυσκολεύεται να αναπαράγει ακριβώς αυτά τα στοιχεία που κάποτε τον κρατούσαν ζωντανό.
Και γι’ αυτό η παρακμή δεν βιώνεται πλέον μόνο ως φτώχεια ή πολιτική κρίση. Βιώνεται σαν υπαρξιακή κόπωση. Σαν αργή εξάντληση της ίδιας της επιθυμίας για ζωή, δημιουργία και ιστορική συνέχεια.
Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή τη διάγνωση της νεοελληνικής παρακμής, τότε η απάντηση δεν θα μπορούσε να είναι μόνο οικονομική, τεχνοκρατική ή δικαιϊκή. Δεν αρκεί απλώς περισσότερη ανάπτυξη, καλύτερο management, ψηφιακό κράτος, κράτος δικαίου, καλύτεροι δείκτες ή διακηρυκτικές "ευχές".
Γιατί το πρόβλημα είναι βαθύτερο: είναι κρίση νοήματος, σχέσης και ανθρωπολογικής συνοχής.
Άρα η πολιτική που θα αντιστοιχούσε σ’ αυτή τη διαπίστωση θα έπρεπε να είναι μια πολιτική επαν-ανθρωποποίησης της κοινωνίας.
Δηλαδή μια πολιτική που θα προσπαθούσε να αποκαταστήσει τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και την κοινότητα, τον κόπο και το νόημα, την εργασία και την αξιοπρέπεια, την οικογένεια και τη χαρά, την ελευθερία και τη συλλογικότητα, την ατομικότητα και τη φροντίδα.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι «Πώς θα ξαναγίνει η ζωή στην Ελλάδα ψυχικά κατοικήσιμη;»
Αυτό θα οδηγούσε σε μια πολιτική πιο κοινοτική, πιο ανθρωποκεντρική, πιο σχεσιακή, πιο φροντιστική, πιο πολιτισμική, πιο υπαρξιακή.
Μια πολιτική που θα έβλεπε την ψυχική υγεία, τη μοναξιά, τη γονεϊκή εξουθένωση, τη δημογραφική κατάρρευση, την απονοηματοδότηση και τη διάλυση της εμπιστοσύνης
όχι ως κεντρικά πολιτικά ζητήματα.
Και προφανώς μια τέτοια πολιτική δεν θα μπορούσε να βασίζεται στον νεοφιλελεύθερο ατομικισμό ούτε σε παλιές μορφές ιδεολογικού δογματισμού.
Μια τέτοια πολιτική θα χρειαζόταν έναν νέο Πολιτισμό Σχέσης. Μια φροντιστική Δημοκρατία.
Ίσως τελικά, για τη χώρα μας, η μεγάλη πολιτική πρόκληση του 21ου αιώνα να μην είναι μόνο η οικονομία ή η γεωπολιτική. Αλλά το αν η κοινωνία μας μπορεί ακόμη να "παράγει" ανθρώπους που θέλουν να αγαπήσουν, να κάνουν παιδιά, να εμπιστευτούν, να τρυφερέψουν, να συμπονέσουν, να δημιουργήσουν και να συνεχίσουν τον κόσμο και την Ιστορία μας.
Λιγότερα

**Σημείωση ΑΙ:
Κυνισμός: η στάση που θεωρεί ότι πίσω από κάθε ανθρώπινη πράξη κρύβεται συμφέρον, ιδιοτέλεια ή ματαιότητα. Η πεποίθηση ότι τα υψηλά κίνητρα είναι προσχήματα και ότι ο άνθρωπος, βαθιά μέσα του, κινείται από ωφελιμισμό ή φόβο.

🧩 Ακριβής εννοιολογικός ορισμός

Ο κυνισμός είναι η αρνητική ερμηνεία των προθέσεων των άλλων: η τάση να αποδίδεις σε κάθε πράξη ένα κρυφό, εγωιστικό κίνητρο, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει σαφής ένδειξη.

🏛️ Φιλοσοφική διάκριση (σημαντική)

Προσοχή: ο αρχαίος Κυνισμός (Διογένης, Κράτης κ.λπ.) δεν έχει σχέση με τον σημερινό κυνισμό. Ο αρχαίος Κυνισμός = άσκηση, λιτότητα, ελευθερία από κοινωνικές συμβάσεις, αλήθεια χωρίς φόβο. Ο σύγχρονος κυνισμός = δυσπιστία, ειρωνεία, απαξίωση, απογοήτευση. Δύο έννοιες σχεδόν αντίθετες.

🧭 Ψυχολογική διάσταση

Ο κυνισμός συχνά: Γεννιέται από πληγές, διαψεύσεις, προδοσίες. Λειτουργεί ως άμυνα: «αν δεν πιστέψω σε τίποτα, δεν θα πληγωθώ». Καταλήγει να γίνεται φίλτρο που σκοτεινιάζει τα πάντα.

📝 Συνώνυμα / συγγενείς όροι: απαισιοδοξία για τα κίνητρα των άλλων, ειρωνική δυσπιστία, απαξιωτική στάση, μηδενιστική ανάγνωση των προθέσεων, πικρή ρεαλιστικότητα (όχι ταυτόσημο, αλλά συχνά συγγενές)

🎨 Ποιητική διατύπωση

Ο κυνισμός είναι η σκιά που πέφτει όταν η ελπίδα κουράζεται. Για πιο φιλοσοφική ανάλυση (π.χ. Sloterdijk, Nietzsche). Ψάξε τη διαφορά κυνισμού / ειρωνείας / μηδενισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)