Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης · Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ ΤΟΥ ΚΥΝΙΣΜΟΥ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ ΤΟΥ ΚΥΝΙΣΜΟΥ
Από όλα όσα θα μπορούσα να γίνω, αυτό που φοβάμαι περισσότερο δεν είναι να μην κάνω λάθη, δεν είναι μην αποτύχω, ούτε καν να μην τύχει και πληγωθώ ξανά. Αυτό που φοβάμαι πιο πολύ απ' όλα είναι μην γίνω κυνικός. Μην τύχει και κολλήσω κι εγώ απ' αυτήν την ίωση που απλώνεται στο κοινωνικό σώμα σαν την Πανούκλα του Καμύ.
Γιατί έχω καταλάβει πως ο κυνισμός δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Δεν ξυπνάς ένα πρωί και λες: «Από σήμερα δεν πιστεύω σε τίποτα.» Έρχεται αργά. Με κάθε μικρή απογοήτευση που δεν πενθείς. Με κάθε προδοσία που αποφασίζεις να την κάνεις θεωρία για όλους τους ανθρώπους. Με κάθε φορά που αντί να πεις «πονάω», λες «σιγά μην αλλάξει τίποτα».
Έχω νιώσει κι εγώ αυτόν τον πειρασμό. Από την πολιτική μέχρι τα ερωτικά. Μετά από ανθρώπους που με απογοήτευσαν. Μετά από σχέσεις που δεν άντεξαν. Μετά από υποσχέσεις που αποδείχθηκαν πιο μικρές από τις λέξεις που τις έντυναν.
Και είναι πάντα τόσο δελεαστικό γαμώτο να πεις πως όλοι είναι ίδιοι! Είναι τόσο ανακουφιστικό να πιστέψεις πως τίποτα δεν αξίζει πια να περιμένεις. Για λίγο νιώθεις ασφαλής. Κανείς δεν μπορεί να σε προδώσει, όταν έχεις ήδη καταδικάσει τους πάντες.
Κανείς δεν μπορεί να σε πληγώσει, όταν έχεις αποφασίσει πως δεν θα ανοιχτείς ξανά. Άμα γίνεις πλαστικός δεν θα "λιώσεις" ποτέ.
Μόνο που κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως ο κυνισμός δεν σε προστατεύει μόνο από τον πόνο, σε "προστατεύει" και από την αγάπη, από την ελπίδα, από την ίδια τη ζωή. Σε "προστατεύει" από τη συγκίνηση. Αλλά το χειρότερο είναι ότι σε "προστατεύει" και από το θαύμα. Και αυτό είναι το ακριβότερο τίμημα που μπορεί να πληρώσει κανείς.
Έτσι άρχισα να προσέχω τον εαυτό μου. Κάθε φορά που πιάνω τον εαυτό μου να γενικεύει. Κάθε φορά που λέω «όλοι», «κανείς», «τίποτα». Κάθε φορά που η ειρωνεία γίνεται πιο εύκολη από την τρυφερότητα. Τότε ξέρω πως κάτι μέσα μου ζητά να πενθήσει και δεν το αφήνω.
Γιατί ο άνθρωπος γίνεται κυνικός όχι επειδή "πέρασε πολλά", αλλά επειδή δεν έκλαψε αρκετά. Ο κυνισμός είναι πάντα το γέννημα ενός απένθηστου πένθους.
Κι δεν θέλω οι πληγές μου να αποφασίσουν ποιος θα είμαι. Προτιμώ να πονάω κάποιες φορές. Να απογοητεύομαι. Να κάνω λάθος στους ανθρώπους ή στις πολιτικές μου επιλογές, παρά να χάσω την ικανότητά μου να συγκινούμαι.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, δεν είναι ο πόνος που φοβάμαι περισσότερο. Είναι η μέρα που δεν θα μπορώ πια να χαμογελάσω όταν ένας άνθρωπος μου δείξει, έστω και για μια στιγμή, ότι ο κόσμος μπορεί ακόμη να είναι όμορφος. Είναι η μέρα που θα σταματήσω να πιστεύω πως η τρυφερότητα μπορεί να σώσει τον κόσμο και πως μέχρι τότε εγώ έχω ευθύνη να σώσω την τρυφερότητα μου.
Κι αν έχω μια προσευχή, είναι μόνο αυτή: Θεέ μου, όταν οι πληγές μου με καλούν να γίνω κυνικός, θύμισέ μου ποιος ήμουν πριν φοβηθώ. Μη με αφήσεις να χάσω την ικανότητά μου να εμπιστεύομαι, να συγκινούμαι και να αγαπώ. Γιατί τότε δεν θα έχουν νικήσει μόνο εκείνοι που με πλήγωσαν. Θα έχει νικήσει ο φόβος-το αντίθετο της αγάπης. "Κι αυτό δεν θα είναι καθόλου μα καθόλου καλό", όπως συνήθιζα να επαναλαμβάνω μονότονα όταν ήμουν πιτσιρικάς.
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)