Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΠΑΙΔΙΑ ΧΩΡΙΣ "ΓΙΑΤΙ"

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΠΑΙΔΙΑ ΧΩΡΙΣ "ΓΙΑΤΙ"
Η αυτοκτονία των δύο 17χρονων κοριτσιών συγκλόνισε βαθιά την ελληνική κοινωνία. Και μαζί μ’ αυτήν επέστρεψε ξανά ένα ερώτημα που όλο και περισσότερο πλανάται σιωπηλά πάνω από τη σύγχρονη ζωή: γιατί τόσα νέα παιδιά μοιάζουν τόσο εξαντλημένα πριν καν αρχίσει πραγματικά η ζωή τους;
Μιλώ συχνά για κρίση νοήματος, για απονοηματοδότηση, για το υπαρξιακό κενό της εποχής μας. Τι σημαίνουν όμως πραγματικά αυτές οι λέξεις; Δεν είναι απλώς θλίψη ή απαισιοδοξία. Είναι η αίσθηση ότι ο άνθρωπος συνεχίζει να ζει, να προσπαθεί, να αποδίδει, να ανταγωνίζεται - αλλά όλο και περισσότερο δυσκολεύεται να αισθανθεί γιατί αξίζει όλος αυτός ο κόπος.
Σαν να χάθηκε εκείνος ο βαθύτερος εσωτερικός δεσμός που συνέδεε κάποτε τον πόνο, την προσπάθεια, την αγάπη και την ελπίδα με ένα νόημα ζωής. Σαν να γνωρίζουμε πια όλο και περισσότερα για το ΠΩΣ να υπάρχουμε, αλλά όλο και λιγότερα για το ΓΙΑΤΙ. Και ίσως γι’ αυτό τόσα παιδιά σήμερα μοιάζουν να λυγίζουν όχι μόνο από την πίεση, αλλά από την αίσθηση ότι παλεύουν αδιάκοπα μέσα σε έναν κόσμο που τους ζητά συνεχώς να αντέχουν, χωρίς να τους δείχνει πια καθαρά για ποιο λόγο αξίζει να συνεχίσουν.
Στην Ελλάδα η απώλεια νοήματος βιώνεται συχνά τόσο βαριά γιατί δεν αφορά μόνο το παρόν. Ακουμπά πάνω σε ένα βαθύ συλλογικό υπόστρωμα ιστορικού τραύματος, ματαιώσεων και διαψεύσεων που κουβαλά η κοινωνία εδώ και δεκαετίες.
Η Ελλάδα είναι μια κοινωνία που μεγάλωσε πολλές γενιές με μια υπόσχεση: «Αν αντέξεις, αν μορφωθείς, αν κοπιάσεις, κάτι καλύτερο θα έρθει.»
Και για αρκετές δεκαετίες αυτή η υπόσχεση είχε κάποιο νόημα.
Υπήρχε κάποια κοινωνική κινητικότητα, η ελπίδα του “να ζήσουν τα παιδιά καλύτερα”, η αίσθηση ανοικοδόμησης μετά τον πόλεμο,
η εμπειρία της κοινότητας και της οικογένειας, η προσδοκία ενός μέλλοντος. Ακόμη και η δυσκολία είχε κατεύθυνση.
Όμως τα τελευταία χρόνια ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας βιώνει κάτι πολύ τραυματικό: όχι μόνο οικονομική πίεση, αλλά διάψευση νοήματος.
Δηλαδή, σπουδάζεις αλλά δεν ξέρεις αν θα ζήσεις αξιοπρεπώς,
δουλεύεις αλλά δεν μπορείς να χτίσεις ζωή, προσπαθείς αλλά αισθάνεσαι διαρκώς επισφαλής, επιτυγχάνεις “τυπικά” αλλά εσωτερικά νιώθεις άδειος.
Και τότε σπάει ο ψυχικός δεσμός ανάμεσα στον κ ό π ο και στο ν ό η μ α. Αυτό είναι τεράστιο υπαρξιακό πλήγμα.
Ταυτόχρονα η Ελλάδα πέρασε μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα από παραδοσιακή κοινωνία σε ακραία καταναλωτική και νεοφιλελεύθερη κουλτούρα, χωρίς να προλάβει να χτίσει νέες σταθερές μορφές συλλογικού νοήματος.
Διαλύθηκαν κοινότητες, γειτονιές, συλλογικότητες, πολιτικά οράματα, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, ακόμη και η πίστη ότι η κοινωνία λειτουργεί στοιχειωδώς δίκαια.
Και έτσι πολλοί άνθρωποι έμειναν μετέωροι. Ούτε μέσα στην παλιά κοινότητα, ούτε πραγματικά ενταγμένοι σε ένα βιώσιμο νέο κόσμο.
Υπάρχει και κάτι ακόμη πολύ ελληνικό. Η βαθιά συλλογική εξάντληση από τη διαρκή ιστορική ασυνέχεια. Πόλεμοι. Κατοχή.
Εμφύλιος. Δικτατορία. Μετανάστευση. Χρέος. Μνημόνια. Ανασφάλεια. Διάψευση πολιτικών ελπίδων.
Η ελληνική κοινωνία κουβαλά ένα υπόγειο βίωμα: «Τίποτα δεν κρατά πραγματικά.»
Και αυτό παράγει δυσπιστία, κυνισμό, αίσθηση προσωρινότητας,
δυσκολία να επενδύσεις βαθιά στο μέλλον.
Γι’ αυτό και η κρίση νοήματος εδώ γίνεται συχνά σχεδόν σωματική. Δεν είναι αφηρημένη φιλοσοφική αγωνία. Είναι: burnout, κατάθλιψη, φυγή νέων στο εξωτερικό, αίσθηση ασφυξίας, αδυναμία δημιουργίας σχέσεων, αίσθηση ότι «η ζωή δεν ξεκινά ποτέ πραγματικά».
Και ίσως το πιο τραγικό είναι ότι η Ελλάδα παραμένει ταυτόχρονα ένας τόπος με βαθιά ανάγκη σχέσης, συγκίνησης,
κοινότητας, νοήματος, και ανθρώπινης ζεστασιάς.
Δηλαδή ένας λαός που εξακολουθεί να διψά υπαρξιακά για ζωή,
μέσα σε ένα πολιτισμικό και οικονομικό πλαίσιο που συχνά παράγει εξάντληση και απονοηματοδότηση.
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο γεννιούνται και μεγαλώνουν τα παιδιά. Οικογένειες που οι γονείς έχουν χάσει αυτό το ΓΙΑΤΙ της εξάντλησης τους, σχολειά με δασκάλους που γνωρίζουν απεξω και ανακατωτά δεκάδες ΠΩΣ αλλά ούτε οι ίδιοι μπορούν πλέον να βρουν ένα ΓΙΑΤΙ στην καθημερινή τους εξόντωση. Τα ίδια στις φιλικές και ερωτικές τους σχέσεις. Μια ρουφήχτρα νοήματος έχει απορροφήσει όλα τα ΓΙΑΤΙ.
Κι ίσως γι’ αυτό η απώλεια νοήματος εδώ πονά τόσο πολύ. Γιατί δεν αφορά μόνο την απώλεια της ευημερίας. Αφορά την απώλεια της πίστης ότι ο κόπος, η αγάπη, η προσπάθεια και το μέλλον μπορούν ακόμη να συνδεθούν μεταξύ τους με έναν ανθρώπινο τρόπο.
Δείτε λιγότερα


Στον απόηχο της αδιανόητης τραγωδίας με το θάνατο των δυο κοριτσιών στην Αττική, ο αναπτυξιολόγος, κοινωνικός ψυχολόγος και συγγραφέας Αντώνης Ανδρουλιδάκης, είναι κατηγορηματικός, δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για τον καθρέφτη της κοινωνίας μας, που λειτουργεί με όρους εξάντλησης, ανασφάλειας και υπερβολικών προσδοκιών.
Δυστυχώς όπως λέει στον star fm και την εκπομπή Ήρθε η Ώρα, το μεγαλύτερο φάουλ είναι η ταύτιση της ευτυχίας με την επιτυχία, κάτι που δημιουργεί τεράστιο ψυχολογικό βάρος στα παιδιά, την περίοδο της προετοιμασίας και της διεξαγωγής των πανελλαδικών εξετάσεων. Ακόμη και οι οικογένειες με πρόθεση στήριξης επηρεάζονται από τη συλλογική κόπωση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου το άγχος και η πίεση είναι διαρκώς παρόντα, έστω και σιωπηλά.
Το βασικό ζητούμενο δεν είναι να «αντέχουν περισσότερο» τα παιδιά, αλλά να αλλάξουν οι κοινωνικές συνθήκες ώστε η ζωή να αποκτήσει ξανά νόημα, προοπτική και ποιότητα.
Η προστασία της ψυχικής υγείας των νέων συνδέεται έτσι άμεσα με μια βαθύτερη ανάγκη κοινωνικής ανασυγκρότησης και επανα-νοηματοδότησης της ζωής.
Δείτε λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)