Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ

 

·

Ακολουθήστε

1 ώρ.

 

·

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ

Ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της σύγχρονης πολιτικής είναι πως όλο και λιγότερο λειτουργεί ως συλλογική αναζήτηση ενός κοινού κόσμου και όλο και περισσότερο ως καθρέφτης του Εγώ.

Κάποτε -τουλάχιστον ιδεατά- η πολιτική αφορούσε το ερώτημα:

«Πώς μπορούμε να ζήσουμε μαζί;» Αντιθέτως, σήμερα συχνά μοιάζει να αφορά περισσότερο το: «Ποιος είμαι εγώ μέσα απ’ αυτό;»

Η πολιτική ταυτότητα μετατρέπεται έτσι σιγά σιγά σε ψυχολογικό avatar. Σε προέκταση της εικόνας που το άτομο θέλει να έχει για τον εαυτό του: του ηθικού, του “ξύπνιου”, του προοδευτικού, του πατριώτη, του αντισυστημικού, του επαναστάτη, του αφυπνισμένου, του “σωστού”.

Και τότε η πολιτική παύει να είναι συνάντηση με την πραγματικότητα και γίνεται σκηνή αυτοεπιβεβαίωσης. Ο άλλος δεν βιώνεται πια ως συμπολίτης αλλά ως καθρέφτης, απειλή,

εχθρός ή κοινό μπροστά στο οποίο πρέπει να αποδείξω τη δική μου ηθική ανωτερότητα.

Γι’ αυτό και ο δημόσιος λόγος γίνεται όλο και πιο θεατρικός.

Γεμάτος επιδεικτική αγανάκτηση, διαρκή ηθικολογία,

φανατισμό, ακυρώσεις, επιθετικότητα, παρανοειδή δυσπιστία, κυνισμό και μια μόνιμη ανάγκη δημόσιας δικαίωσης. "Εγώ τα είχα πει".

Σαν οι άνθρωποι να μην υπερασπίζονται πλέον μόνο ιδέες αλλά το ίδιο τους το Είδωλο. Και ίσως εδώ η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη γίνεται σχεδόν προφητική: «Συμβαίνει κάποτε η αγωνία να σώσεις το Είδωλό σου να γίνεται μεγαλύτερη απ’ το να σώσεις την ίδια τη ζωή σου

Γιατί όταν η πολιτική γίνεται ναρκισσιστική, τότε η ιδεολογία παύει να είναι εργαλείο κατανόησης του κόσμου και γίνεται μηχανισμός ψυχικής συνοχής. Το άτομο δεν υπερασπίζεται απλώς μια άποψη. Υπερασπίζεται την εικόνα του εαυτού του.

Και τότε κάθε αμφισβήτηση βιώνεται σχεδόν σαν υπαρξιακή επίθεση. Ίσως γι’ αυτό η εποχή μας δυσκολεύεται τόσο να συζητήσει πραγματικά. Γιατί οι άνθρωποι δεν φοβούνται μόνο ότι θα κάνουν λάθος. Φοβούνται ότι αν ραγίσει το πολιτικό τους προσωπείο, ίσως ραγίσει μαζί του και ο τρόπος με τον οποίο αντέχουν να υπάρχουν μέσα στον κόσμο.

Κι έτσι η πολιτική κινδυνεύει να χάσει το πιο βαθύ της νόημα:

να αποτελεί έναν χώρο όπου ατελείς, ευάλωτοι και διαφορετικοί άνθρωποι προσπαθούν -παρά τις συγκρούσεις τους- να οικοδομήσουν μαζί έναν κοινό ανθρώπινο κόσμο.

Και βέβαια ο ναρκισσισμός είναι πάντα σαγηνευτικός. Ίσως γιατί υπόσχεται ακριβώς αυτό που λείπει περισσότερο από τον σύγχρονο άνθρωπο: την αίσθηση ότι είναι σημαντικός.

Η λάμψη του ναρκισσιστή δεν προέρχεται μόνο από την αυτοπεποίθησή του. Προέρχεται από την ψευδαίσθηση πληρότητας που εκπέμπει. Σαν άνθρωπος που δεν αμφιβάλλει ποτέ, δεν φοβάται ποτέ, δεν καταρρέει ποτέ.

Και μέσα σε κοινωνίες κουρασμένες, ανασφαλείς και απονοηματοδοτημένες, αυτή η εικόνα γίνεται σχεδόν μαγνητική.

Οι άνθρωποι θέλουν λίγο από τη λάμψη του. Λίγη από τη βεβαιότητά του. Λίγη από την αίσθηση ισχύος του. Λίγη από την υπόσχεση ότι μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη συνηθισμένη ανθρώπινη ευαλωτότητα.

Γι’ αυτό και ο πολιτικός ναρκισσισμός σαγηνεύει τόσο εύκολα:

δεν προσφέρει μόνο ιδέες, προσφέρει ταύτιση με μια φαντασίωση μεγαλείου. Ο οπαδός δεν ακολουθεί απλώς έναν ηγέτη. Συμμετέχει ψυχικά στη λάμψη του. Αισθάνεται πως ακουμπά κι ο ίδιος κάτι “μεγάλο”, “ισχυρό”, “ιστορικό”, “ανώτερο”.

Και ίσως γι’ αυτό οι ναρκισσιστικές πολιτικές μορφές γεννιούνται συχνά σε εποχές συλλογικής ματαίωσης και ταπείνωσης.

Όταν οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αντέξουν την αίσθηση μικρότητας, αδυναμίας ή αποτυχίας, αναζητούν κάποιον που θα τους δανείσει ένα πιο μεγαλειώδες είδωλο εαυτού.

Μόνο που υπάρχει κάτι βαθιά τραγικό εδώ. Γιατί ο ναρκισσισμός λάμπει, αλλά ποτέ δεν ζεσταίνει. Γοητεύει, αλλά δυσκολεύεται να αγαπήσει πραγματικά. Υπόσχεται υπέρβαση της ανθρώπινης αδυναμίας, αλλά συνήθως οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη αποξένωση από αυτήν.

Και ίσως τελικά η μεγαλύτερη πολιτική πράξη αντίστασης της εποχής μας να μην είναι η λατρεία της δύναμης αλλά η αποδοχή της κοινής ανθρώπινης ευαλωτότητας.

Να μπορεί κανείς να υπάρχει χωρίς να χρειάζεται συνεχώς να λάμπει. Η ταπεινότητα, δηλαδή.

Δείτε λιγότερα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)