·
Ακολουθήστε
·
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΩΣ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟΣ
Ένα από τα βαθύτερα προβλήματα της σύγχρονης πολιτικής είναι πως όλο και λιγότερο λειτουργεί ως συλλογική αναζήτηση ενός κοινού κόσμου και όλο και περισσότερο ως καθρέφτης του Εγώ.
Κάποτε -τουλάχιστον ιδεατά- η πολιτική αφορούσε το ερώτημα:
«Πώς μπορούμε να ζήσουμε μαζί;» Αντιθέτως, σήμερα συχνά μοιάζει να αφορά περισσότερο το: «Ποιος είμαι εγώ μέσα απ’ αυτό;»
Η πολιτική ταυτότητα μετατρέπεται έτσι σιγά σιγά σε ψυχολογικό avatar. Σε προέκταση της εικόνας που το άτομο θέλει να έχει για τον εαυτό του: του ηθικού, του “ξύπνιου”, του προοδευτικού, του πατριώτη, του αντισυστημικού, του επαναστάτη, του αφυπνισμένου, του “σωστού”.
Και τότε η πολιτική παύει να είναι συνάντηση με την πραγματικότητα και γίνεται σκηνή αυτοεπιβεβαίωσης. Ο άλλος δεν βιώνεται πια ως συμπολίτης αλλά ως καθρέφτης, απειλή,
εχθρός ή κοινό μπροστά στο οποίο πρέπει να αποδείξω τη δική μου ηθική ανωτερότητα.
Γι’ αυτό και ο δημόσιος λόγος γίνεται όλο και πιο θεατρικός.
Γεμάτος επιδεικτική αγανάκτηση, διαρκή ηθικολογία,
φανατισμό, ακυρώσεις, επιθετικότητα, παρανοειδή δυσπιστία, κυνισμό και μια μόνιμη ανάγκη δημόσιας δικαίωσης. "Εγώ τα είχα πει".
Σαν οι άνθρωποι να μην υπερασπίζονται πλέον μόνο ιδέες αλλά το ίδιο τους το Είδωλο. Και ίσως εδώ η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη γίνεται σχεδόν προφητική: «Συμβαίνει κάποτε η αγωνία να σώσεις το Είδωλό σου να γίνεται μεγαλύτερη απ’ το να σώσεις την ίδια τη ζωή σου.»
Γιατί όταν η πολιτική γίνεται ναρκισσιστική, τότε η ιδεολογία παύει να είναι εργαλείο κατανόησης του κόσμου και γίνεται μηχανισμός ψυχικής συνοχής. Το άτομο δεν υπερασπίζεται απλώς μια άποψη. Υπερασπίζεται την εικόνα του εαυτού του.
Και τότε κάθε αμφισβήτηση βιώνεται σχεδόν σαν υπαρξιακή επίθεση. Ίσως γι’ αυτό η εποχή μας δυσκολεύεται τόσο να συζητήσει πραγματικά. Γιατί οι άνθρωποι δεν φοβούνται μόνο ότι θα κάνουν λάθος. Φοβούνται ότι αν ραγίσει το πολιτικό τους προσωπείο, ίσως ραγίσει μαζί του και ο τρόπος με τον οποίο αντέχουν να υπάρχουν μέσα στον κόσμο.
Κι έτσι η πολιτική κινδυνεύει να χάσει το πιο βαθύ της νόημα:
να αποτελεί έναν χώρο όπου ατελείς, ευάλωτοι και διαφορετικοί άνθρωποι προσπαθούν -παρά τις συγκρούσεις τους- να οικοδομήσουν μαζί έναν κοινό ανθρώπινο κόσμο.
Και βέβαια ο ναρκισσισμός είναι πάντα σαγηνευτικός. Ίσως γιατί υπόσχεται ακριβώς αυτό που λείπει περισσότερο από τον σύγχρονο άνθρωπο: την αίσθηση ότι είναι σημαντικός.
Η λάμψη του ναρκισσιστή δεν προέρχεται μόνο από την αυτοπεποίθησή του. Προέρχεται από την ψευδαίσθηση πληρότητας που εκπέμπει. Σαν άνθρωπος που δεν αμφιβάλλει ποτέ, δεν φοβάται ποτέ, δεν καταρρέει ποτέ.
Και μέσα σε κοινωνίες κουρασμένες, ανασφαλείς και απονοηματοδοτημένες, αυτή η εικόνα γίνεται σχεδόν μαγνητική.
Οι άνθρωποι θέλουν λίγο από τη λάμψη του. Λίγη από τη βεβαιότητά του. Λίγη από την αίσθηση ισχύος του. Λίγη από την υπόσχεση ότι μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη συνηθισμένη ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Γι’ αυτό και ο πολιτικός ναρκισσισμός σαγηνεύει τόσο εύκολα:
δεν προσφέρει μόνο ιδέες, προσφέρει ταύτιση με μια φαντασίωση μεγαλείου. Ο οπαδός δεν ακολουθεί απλώς έναν ηγέτη. Συμμετέχει ψυχικά στη λάμψη του. Αισθάνεται πως ακουμπά κι ο ίδιος κάτι “μεγάλο”, “ισχυρό”, “ιστορικό”, “ανώτερο”.
Και ίσως γι’ αυτό οι ναρκισσιστικές πολιτικές μορφές γεννιούνται συχνά σε εποχές συλλογικής ματαίωσης και ταπείνωσης.
Όταν οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αντέξουν την αίσθηση μικρότητας, αδυναμίας ή αποτυχίας, αναζητούν κάποιον που θα τους δανείσει ένα πιο μεγαλειώδες είδωλο εαυτού.
Μόνο που υπάρχει κάτι βαθιά τραγικό εδώ. Γιατί ο ναρκισσισμός λάμπει, αλλά ποτέ δεν ζεσταίνει. Γοητεύει, αλλά δυσκολεύεται να αγαπήσει πραγματικά. Υπόσχεται υπέρβαση της ανθρώπινης αδυναμίας, αλλά συνήθως οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη αποξένωση από αυτήν.
Και ίσως τελικά η μεγαλύτερη πολιτική πράξη αντίστασης της εποχής μας να μην είναι η λατρεία της δύναμης αλλά η αποδοχή της κοινής ανθρώπινης ευαλωτότητας.
Να μπορεί κανείς να υπάρχει χωρίς να χρειάζεται συνεχώς να λάμπει. Η ταπεινότητα, δηλαδή.
Δείτε λιγότερα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου