Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΤΟ ΣΩΜΑ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΕΤΑΙ ΘΥΜΑΤΑΙ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΤΟ ΣΩΜΑ ΠΟΥ ΕΡΩΤΕΥΕΤΑΙ ΘΥΜΑΤΑΙ
Ο έρωτας αρχίζει πραγματικά τη στιγμή που το σώμα ξυπνά. Όχι μόνο η σκέψη, όχι μόνο η φαντασία, αλλά το ίδιο το σώμα. Σαν κάτι ξεχασμένο να επιστρέφει αργά μέσα του. Σαν να θυμάται ξανά πως είναι φτιαγμένο όχι μόνο για να λειτουργεί αλλά και για να αισθάνεται, να βιώνει.
Ο αληθινός έρωτας δεν ενεργοποιεί μόνο την καρδιά. Ενεργοποιεί ολόκληρο τον αισθητηριακό κόσμο του ανθρώπου και οι πέντε αισθήσεις παύουν να είναι απλώς βιολογικοί μηχανισμοί και μετατρέπονται σε γλώσσες οικειότητας. Σε διαλέκτους και ντοπιολιαλές μιας νέας χώρας που τώρα ανακαλύπτεται.
Ο έρωτας βλέπει, αγγίζει, ακούει, μυρίζει, γεύεται κι άνθρωπος ολόκληρος μετέχει.
Το β λ έ μ μ α γίνεται στέγη και τόπος. Δεν κοιτάζεις απλώς τον άλλον, μένεις εκεί λίγο περισσότερο μέσα του. Παρατηρείς το φως στα μάτια, τον τρόπο που χαμογελά όταν νιώθει ασφαλής, τις μικρές κινήσεις του προσώπου. Τα ίχνη που ο διαβάτης χρόνος αφήνει πίσω του. Τα βλέμματα αγγίζουν πριν ακόμη αγγίξουν τα χέρια και τα χρώματα τριγύρω στιλβώνονται με το γυαλιστερό λούστρο του άφθαρτου καινούργιου.
«Ἰδοὺ εἶ καλὴ, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλὴ· οἱ ὀφθαλμοί σου περιστεραί.»
Το βλέμμα εδώ δεν είναι παρατήρηση αλλά θαυμασμός καθώς ο άλλος φωτίζεται από μέσα και ο Έρωτας αλλάζει τον τρόπο της θέασης-σαν να φορά κανείς εκείνα τα "κόκκινα γυαλιά" του τραγουδιού που "όλα γύρω σινεμά τα βλέπει".
Ύστερα έρχεται η α φ ή. Ένα χέρι στον αυχένα. Μια αγκαλιά. Τα γόνατα που ακουμπούν τυχαία. Το σώμα χαλαρώνει αργά σαν να του επιτρέπεται επιτέλους να κατεβάσει τις άμυνές του.
Το χάδι στον έρωτα δεν είναι μόνο επιθυμία· είναι επιβεβαίωση ύπαρξης. Ένα πιστοποιητικό, ένα μαρτυρίκι στη βάφτιση της πλήρους ζωής. Σαν να λέει «Σε νιώθω εδώ. Υπάρχεις για μένα.»
Κι η αγκαλιά αποκτά σχεδόν υπαρξιακή διάσταση. «Ἡ ἀριστερὰ αὐτοῦ ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου καὶ ἡ δεξιὰ αὐτοῦ περιλήψεταί με.»
Σαν το σώμα να βρίσκει για λίγο σπίτι μέσα στο σώμα του άλλου.
Ακόμη και η ό σ φ ρ η σ η αλλάζει όταν ερωτευόμαστε. Η μυρωδιά του δέρματος, των μαλλιών, του λαιμού μένει μέσα στη μνήμη πιο βαθιά απ’ όσο φανταζόμαστε. Γιατί η επιθυμία είναι πάντοτε πιο σωματική απ’ όσο επιτρέπει ο πολιτισμός μας να παραδεχτούμε.
«Ὀσμὴ μύρων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα.» Ο άλλος αγαπιέται ακόμη και μέσα από την ευωδιά της απουσίας του.
Η α κ ο ή επίσης μεταμορφώνεται. Η φωνή γίνεται τόπος, καθώς μαθαίνεις τις παύσεις του άλλου, το γέλιο του, την ανάσα του μέσα στη σιωπή. Οι άνθρωποι ηρεμούμε μόνο και μόνο επειδή ακούμε τον τρόπο που ο άλλος λέει το όνομά μας.
«Φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου· ἰδοὺ οὗτος ἥκει.»
Η φωνή προηγείται της παρουσίας και ο ερωτευμένος αναγνωρίζει τον άλλον πριν ακόμη τον δει.
Και ύστερα υπάρχει η γ ε ύ σ η.
Το φιλί που καταργεί τον πανδαμάτωρα χρόνο. Σαν το σώμα να λέει εκεί όπου οι λέξεις αποτυγχάνουν «Σε πεινώ, Σε διψώ μέσα στον κόσμο.»
«Φιλησάτω με ἀπὸ φιλημάτων στόματος αὐτοῦ.» διότι «Γλυκεῖα ἡ φάρυγξ αὐτοῦ, καὶ ὅλος ἐπιθυμία.»
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο συγκλονιστικό στον έρωτα: ότι μας επιστρέφει στο σώμα. Στους καιρούς όπου οι άνθρωποι ζούμε όλο και περισσότερο μέσα σε οθόνες, άγχος, υπερδιέγερση και αποσύνδεση, ο έρωτας μάς αναγκάζει να κατοικήσουμε ξανά τις αισθήσεις μας.
Να αγγίξουμε. Να κοιτάξουμε. Να μυρίσουμε. Να ακούσουμε.
Να νιώσουμε. Λες και το σώμα θυμάται ξανά ότι δεν γεννήθηκε μόνο για να παράγει, να αποδίδει και να επιβιώνει. Αλλά και για να συγκινείται.
Και ίσως γι’ αυτό ο έρωτας θεραπεύει μερικές φορές τόσο βαθιά. Όχι επειδή λύνει όλα τα τραύματα, αλλά επειδή για λίγο μας ξανασυνδέει με κάτι σχεδόν ιερό: την αίσθηση ότι, να πάρει η ευχή, είμαστε ακόμη ζωντανοί!
Λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)