Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Τριήμερος πανήγυρις στη Μουριά

 


Ανάρτηση του κ.Γιώργου Γεωργιόπουλου :

Σαν τώρα ήταν, το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, που ξεκινούσε στο χωριό μου - τη Μουριά -

η "τριήμερος πανήγυρις" στο

" Καφεστιατόριον " του Πάνου Ξενογιώργη,

του " Νούλη ".

Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή.

Όλο το χωριό προετοιμασμένο γι αυτό

το γλέντι, για μας τα παιδιά, εκεί γύρω στα δέκα, ήταν ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ.

Κι αυτό όχι μόνο γι αυτό καθεαυτό

το ξεφάντωμα, αλλά για το γεγονός

ότι θα βλέπαμε " ζωντανά " μπροστά μας

ένα όνομα- θρύλο των μπουζουκιών

όλης της Ηλείας κι όχι μόνο,

την πριμαντόνα του χορού, του τσιφτετελιού, τον μύθο " Κλάρα την νταλκαδιάρα "

με τα κατάμαυρα μαλλιά που λικνιζόταν

με λαγνεία στους ρυθμούς της μουσικής και παραληρούσαν οι θαμώνες.

Όλα αυτά είναι η εικόνα περισσότερο από διηγήσεις παραστατικές των θαμώνων και λιγότερο δική μας εμπειρία,

διότι η ηλικία δεν επέτρεπε, δεν μας άφηναν να είμαστε κοντά στο κέντρο και βλέπαμε όλο αυτό το θέαμα από μία απόσταση

100 μέτρων, καθισμένοι σε ένα λοφάκι απέναντι από το κέντρο, μαζί με τις γυναίκες του χωριού, που και γι αυτές ήταν απαγορευτική η παρουσία στο κέντρο.

Όπως βλέπετε, επρόκειτο για μία καθαρά...φαλλοκρατική προσέγγιση

του γλεντιού. Κάπου ανάμεσα στις γυναίκες ήταν και η μάνα μου.

Θα έλεγε δε κανείς πως ήταν ένα πανηγύρι πιο πολύ για μη χωριανούς, προσέλκυε άντρες από διπλανά χωριά, ακόμα και από απόμακρα.

Προσέλκυε κάθε καρυδιάς καρύδι.

Από ήσυχους και ήρεμους που έπιναν

την μπύρα τους και χάζευαν την Κλάρα και τον μπουζουκτσή/ τραγουδιστή Κάββουρα, μέχρι φασαριόζους, εριστικούς, αρκετούς που έρχονταν αποκλειστικά για παρεξήγηση και τσακωμούς.

Όταν δε είχαν πιεί και κάμποσο, το ξύλο για ψύλλου πηδημα άρχιζε στο ....πίτσι φιτίλι.

Ήσαν γνωστοί σε όλους οι περιφερόμενοι

ανά τας πανηγύρεις τσαμπουκάδες,

τους μελετούσαμε πριν έρθουν κι όταν κατέφθαναν ενα σούσουρο ακουγόταν,

'ωχ ήρθε παλι ο Βαρ... θα πέσει ξύλο".

Και δεν αργούσε αυτή η στιγμή...

Το πανηγύρι, το τραγούδι κι ο χορός

σε ένα αυτοσχέδιο πάλκο συνεχιζόταν.

Ο Κάββουρας τραγουδούσε,

η Κλάρα λικνιζόταν είτε στην μικρή πίστα, έναν άδειο απλώς χώρο μπροστά στην πίστα ή καθισμένη στην καρέκλα της.

Κι όταν καθόταν (φαίνεται) περισσότερο

από το κανονικό και η ώρα συγχρόνως προχωρούσε, ακουγόταν η προτροπή

του Κάββουρα:

"Κουνήσου Κλάρα, θα μας φύγουν οι πελάτες"

Αυτη η προτροπή, από κάποια στιγμή και

μετά απέκτησε...υπερηλειακή εμβέλεια,

τολμώ να πω Πελοποννησιακή, ίσως

να επεκτάθηκε και πέραν του γεωγραφικού διαμερίσματος.

Το γλέντι διαρκούσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, η αλήθεια είναι πως και

οι γυναίκες και εμείς τα παιδιά του απέναντι λοφίσκου δεν αντέχαμε μέχρι τότε, γλαρώναμε και φεύγαμε για ύπνο, έχοντας την μεγάλη ικανοποίηση ότι είδαμε έστω

από απόσταση την θρυλική Κλάρα.

Τρεις μέρες διαρκούσε το γλέντι.

Τρεις μέρες αυτή η εικόνα.

Κι όταν το πανηγύρι τελείωνε,

με ανυπομονησία περιμέναμε αυτό της επόμενης χρονιάς ή ίσως μια ενδιάμεση ευκαιρία να ξαναδούμε την Κλάρα.

Μόνο που αυτή η ενδιάμεση ευκαιρία

δεν θυμάμαι αν μας δινόταν και

με ποιά αφορμή. Δεν το έχω σαφές.

Του χρόνου πάλι του Αγίου Πνεύματος

λέγαμε το ραντεβού.

Αργότερα, όταν ενηλικιωθήκαμε,

το πανηγύρι συνεχίστηκε, η πρόσβαση πλέον ήταν ελεύθερη για μας τους πάλαι " τιμωρημένους" πιτσιρικάδες, αλλά

το συγκρότημα είχε αλλάξει,

είχε και το κέντρο διασκέδασης αλλάξει

Η Κλάρα με τον Κάββουρα δεν εμφανίζονταν, ίσως το είχαν εγκαταλείψει,

είχαν αποσυρθεί.

Άλλοι είχαν πάρει την θέση τους...

Άρχισε να αναδύει και να μεσουρανεί

το άστρο του Καψοκοίλη και

της Γιάννας Μπρούμα.

Εκεί δίναμε ραντεβού παιδιά απο το χωριό και γλεντούσαμε όμορφα και ήρεμα μέχρι πρωίας.

Όλη την επόμενη μέρα όμως αντιβούιζαν

τ' αυτιά μας από τον εκκωφαντικό ήχο

του κλαρίνου του Καψοκοίλη.

Ειδικά αν ήσουν κοντά στα ηχεία. Κάτι που συνέβαινε τις περισσότερες φορές.

ΥΓ: Η φωτογραφία είναι από την σελίδα "Πύργος, η πόλη της καρδιάς μας"

Γιώργος Γεωργιόπουλος

Λιγότερα



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)