Ανάρτηση του κ.Γιώργου Γεωργιόπουλου :
Σαν τώρα ήταν, το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, που ξεκινούσε στο χωριό μου - τη Μουριά -
η "τριήμερος πανήγυρις" στο
" Καφεστιατόριον " του Πάνου Ξενογιώργη,
του " Νούλη ".
Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή.
Όλο το χωριό προετοιμασμένο γι αυτό
το γλέντι, για μας τα παιδιά, εκεί γύρω στα δέκα, ήταν ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ.
Κι αυτό όχι μόνο γι αυτό καθεαυτό
το ξεφάντωμα, αλλά για το γεγονός
ότι θα βλέπαμε " ζωντανά " μπροστά μας
ένα όνομα- θρύλο των μπουζουκιών
όλης της Ηλείας κι όχι μόνο,
την πριμαντόνα του χορού, του τσιφτετελιού, τον μύθο " Κλάρα την νταλκαδιάρα "
με τα κατάμαυρα μαλλιά που λικνιζόταν
με λαγνεία στους ρυθμούς της μουσικής και παραληρούσαν οι θαμώνες.
Όλα αυτά είναι η εικόνα περισσότερο από διηγήσεις παραστατικές των θαμώνων και λιγότερο δική μας εμπειρία,
διότι η ηλικία δεν επέτρεπε, δεν μας άφηναν να είμαστε κοντά στο κέντρο και βλέπαμε όλο αυτό το θέαμα από μία απόσταση
100 μέτρων, καθισμένοι σε ένα λοφάκι απέναντι από το κέντρο, μαζί με τις γυναίκες του χωριού, που και γι αυτές ήταν απαγορευτική η παρουσία στο κέντρο.
Όπως βλέπετε, επρόκειτο για μία καθαρά...φαλλοκρατική προσέγγιση
του γλεντιού. Κάπου ανάμεσα στις γυναίκες ήταν και η μάνα μου.
Θα έλεγε δε κανείς πως ήταν ένα πανηγύρι πιο πολύ για μη χωριανούς, προσέλκυε άντρες από διπλανά χωριά, ακόμα και από απόμακρα.
Προσέλκυε κάθε καρυδιάς καρύδι.
Από ήσυχους και ήρεμους που έπιναν
την μπύρα τους και χάζευαν την Κλάρα και τον μπουζουκτσή/ τραγουδιστή Κάββουρα, μέχρι φασαριόζους, εριστικούς, αρκετούς που έρχονταν αποκλειστικά για παρεξήγηση και τσακωμούς.
Όταν δε είχαν πιεί και κάμποσο, το ξύλο για ψύλλου πηδημα άρχιζε στο ....πίτσι φιτίλι.
Ήσαν γνωστοί σε όλους οι περιφερόμενοι
ανά τας πανηγύρεις τσαμπουκάδες,
τους μελετούσαμε πριν έρθουν κι όταν κατέφθαναν ενα σούσουρο ακουγόταν,
'ωχ ήρθε παλι ο Βαρ... θα πέσει ξύλο".
Και δεν αργούσε αυτή η στιγμή...
Το πανηγύρι, το τραγούδι κι ο χορός
σε ένα αυτοσχέδιο πάλκο συνεχιζόταν.
Ο Κάββουρας τραγουδούσε,
η Κλάρα λικνιζόταν είτε στην μικρή πίστα, έναν άδειο απλώς χώρο μπροστά στην πίστα ή καθισμένη στην καρέκλα της.
Κι όταν καθόταν (φαίνεται) περισσότερο
από το κανονικό και η ώρα συγχρόνως προχωρούσε, ακουγόταν η προτροπή
του Κάββουρα:
"Κουνήσου Κλάρα, θα μας φύγουν οι πελάτες"
Αυτη η προτροπή, από κάποια στιγμή και
μετά απέκτησε...υπερηλειακή εμβέλεια,
τολμώ να πω Πελοποννησιακή, ίσως
να επεκτάθηκε και πέραν του γεωγραφικού διαμερίσματος.
Το γλέντι διαρκούσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, η αλήθεια είναι πως και
οι γυναίκες και εμείς τα παιδιά του απέναντι λοφίσκου δεν αντέχαμε μέχρι τότε, γλαρώναμε και φεύγαμε για ύπνο, έχοντας την μεγάλη ικανοποίηση ότι είδαμε έστω
από απόσταση την θρυλική Κλάρα.
Τρεις μέρες διαρκούσε το γλέντι.
Τρεις μέρες αυτή η εικόνα.
Κι όταν το πανηγύρι τελείωνε,
με ανυπομονησία περιμέναμε αυτό της επόμενης χρονιάς ή ίσως μια ενδιάμεση ευκαιρία να ξαναδούμε την Κλάρα.
Μόνο που αυτή η ενδιάμεση ευκαιρία
δεν θυμάμαι αν μας δινόταν και
με ποιά αφορμή. Δεν το έχω σαφές.
Του χρόνου πάλι του Αγίου Πνεύματος
λέγαμε το ραντεβού.
Αργότερα, όταν ενηλικιωθήκαμε,
το πανηγύρι συνεχίστηκε, η πρόσβαση πλέον ήταν ελεύθερη για μας τους πάλαι " τιμωρημένους" πιτσιρικάδες, αλλά
το συγκρότημα είχε αλλάξει,
είχε και το κέντρο διασκέδασης αλλάξει
Η Κλάρα με τον Κάββουρα δεν εμφανίζονταν, ίσως το είχαν εγκαταλείψει,
είχαν αποσυρθεί.
Άλλοι είχαν πάρει την θέση τους...
Άρχισε να αναδύει και να μεσουρανεί
το άστρο του Καψοκοίλη και
της Γιάννας Μπρούμα.
Εκεί δίναμε ραντεβού παιδιά απο το χωριό και γλεντούσαμε όμορφα και ήρεμα μέχρι πρωίας.
Όλη την επόμενη μέρα όμως αντιβούιζαν
τ' αυτιά μας από τον εκκωφαντικό ήχο
του κλαρίνου του Καψοκοίλη.
Ειδικά αν ήσουν κοντά στα ηχεία. Κάτι που συνέβαινε τις περισσότερες φορές.
ΥΓ: Η φωτογραφία είναι από την σελίδα "Πύργος, η πόλη της καρδιάς μας"
Γιώργος Γεωργιόπουλος
Λιγότερα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου