Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης ΟΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΜΕ ΜΟΝΕΣ

 


Αντώνης Ανδρουλιδάκης

 
Ακολουθήστε

ΟΙ ΜΗΤΕΡΕΣ ΠΟΥ ΑΦΗΣΑΜΕ ΜΟΝΕΣ
Κάποτε ένα παιδί δεν μεγάλωνε μόνο μέσα στην αγκαλιά μιας μάνας. Μεγάλωνε μέσα σε μια ολόκληρη κοινότητα σωμάτων, βλεμμάτων και φωνών. Υπήρχαν γιαγιάδες που νανούριζαν χωρίς να είναι «υπεύθυνες». Γείτονες που ήξεραν το όνομα του παιδιού πριν μάθει το ίδιο να το προφέρει. Θείοι, φίλοι, αυλές, μυρωδιές από κουζίνες, γυναίκες που κρατούσαν λίγο το παιδί για να μπορέσει η μάνα να ανασάνει.
Η μητρότητα τότε δεν ήταν ατομικό επίτευγμα. Ήταν μια μορφή συλλογικής φροντίδας. Το παιδί ανήκε κάπως σε όλους. Ήταν εκεί οι "κοινωνικοί γονείς" και τα 'κοινωνικά αδέλφια" του, όπως λέει ο Murray Bookchin. Και γι’ αυτό η μάνα δεν ήταν μόνη απέναντι στην εξάντληση, στον φόβο, στην αγρύπνια.
Σήμερα ζητάμε συχνά από μία μόνο γυναίκα να γίνει τα πάντα.
Μάνα. Σύντροφος. Εργαζόμενη. Ψυχολόγος. Παιδαγωγός.
Διαρκώς διαθέσιμη. Διαρκώς τρυφερή. Διαρκώς λειτουργική. Σταθερός απορροφητήρας των συναισθηματικών κραδασμών ενός ολόκληρου συστήματος. Ένα αμορτισέρ για ένα ολόκληρο σύστημα οδύνης. Σαν να μετατρέψαμε τη μητρότητα από κοινό βίωμα σε ατομική υποχρέωση/απαίτηση υψηλής απόδοσης.
Και κάπως έτσι πολλές μητέρες κουβαλούν σήμερα μόνες τους ένα βάρος που κάποτε το σήκωνε ολόκληρο χωριό. Ίσως γι’ αυτό υπάρχει τόση σιωπηλή ενοχή και τόση εξάντληση. Γιατί κανένας άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να μεγαλώνει μόνος έναν άλλο άνθρωπο. Το παιδί χρειάζεται μια αγκαλιά, αλλά η αγκαλιά χρειάζεται κι εκείνη άλλες αγκαλιές γύρω της.
Ίσως τελικά η βαθύτερη κρίση της εποχής μας να μην είναι μόνο οικονομική ή πολιτική. Ίσως να είναι ότι χάσαμε σιγά σιγά τις κοινότητες φροντίδας. Και αφήσαμε τη μάνα μόνη, εκεί όπου κάποτε υπήρχε ολόκληρος κόσμος γύρω της.
Κι ίσως η πιο αθέατη συνέπεια αυτής της απώλειας να είναι πως το παιδί μεγαλώνει σήμερα μέσα σε μια σιωπηλή πείνα σχέσης. Όχι απαραίτητα επειδή η μάνα δεν αγαπά. Αλλά επειδή κανένας άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να χωρέσει όλες τις ανάγκες μιας αναπτυσσόμενης ψυχής.
Κάποτε το παιδί είχε πολλαπλές πηγές καθρεφτίσματος και ασφάλειας. Πολλά βλέμματα να το βλέπουν. Πολλά χέρια να το κρατούν. Πολλές παρουσίες να απορροφούν λίγο από τον φόβο, την ένταση, τη μοναξιά του.
Σήμερα όμως συχνά ένα παιδί μεγαλώνει σχεδόν αποκλειστικά μέσα στο ψυχικό εύρος δύο εξαντλημένων ανθρώπων - ή και ενός μόνο. Και τότε η παραμικρή έλλειψη διογκώνεται. Η απουσία γίνεται εγκατάλειψη. Η κόπωση γίνεται απόρριψη. Η σιωπή γίνεται αίσθηση ότι «κάτι δεν αξίζει μέσα μου για να με δουν».
Όχι γιατί οι γονείς είναι «κακοί». Αλλά γιατί το ανθρώπινο νευρικό σύστημα δεν φτιάχτηκε για τόσο λίγη κοινότητα. Κι' αυτό που ονομάζουμε σήμερα τραύμα είναι πολλές φορές ακριβώς αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία ανεκπλήρωτων σχεσιακών αναγκών. Η έλλειψη εκείνης της σταθερής αίσθησης πως:
«Υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι για να με κρατήσουν όταν καταρρέω.» Και τότε το παιδί αναγκάζεται να ωριμάσει πρόωρα.
Να αυτορυθμιστεί μόνο του. Να γίνει “εύκολο”. Να μην ζητά πολλά. Να μάθει να μη βαραίνει τους άλλους με την ανάγκη του. Ή και το εντελώς αντίθετο.
Κι αυτή η ανάγκη δεν εξαφανίζεται ποτέ. Απλώς μεταφέρεται αργότερα: στις ερωτικές σχέσεις, στις εξαρτήσεις, στην εργασιομανία, στη μοναξιά, στην αγωνιώδη ανάγκη επιβεβαίωσης.
Και κάπως έτσι το τραύμα δεν είναι πάντα μόνο αυτό που συνέβη. Είναι συχνά κι αυτό που έλειψε. Η κοινότητα.
Η συν-ρύθμιση. Η πολλαπλή αγκαλιά του κόσμου γύρω από ένα παιδί.
Γι’ αυτό χρειάζεται να μιλάμε με μεγάλη τρυφερότητα για τη μητέρα. Γιατί την αφήσαμε μόνη να σηκώσει ένα βάρος που κάποτε το κουβαλούσε ολόκληρος κόσμος.
Δείτε λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)