Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Η Γενοκτονία του Πόντου, 1916-1923. Η Λάσπη που Θυμάται Δρόμος της Εξορίας, Πόντος

 

Η Γενοκτονία του Πόντου, 1916-1923.
353.000 ψυχές.
Δεν ήταν αριθμοί. Ήταν η Φωτεινή. Ήταν ο Λάζαρος.
Ήταν μια αγκαλιά στη λάσπη που αρνήθηκε να πεθάνει και δεν πέθανε.
Γιατί όσο την κοιτάς αυτή τη φωτογραφία, ο Πόντος ζει.
ΜΈΘΕΞΗ", συνάντηση ψυχής

Η Λάσπη που Θυμάται
Δρόμος της Εξορίας, Πόντος
Την έλεγαν γιαγιά-Φωτεινή, το παιδί στην αγκαλιά της, ο Λάζαρος, ο εγγονός της το μόνο που της είχε απομείνει από την οικογένεια της.
Τον πατέρα του Λάζαρου τον κρέμασαν στην πλατεία της Κερασούντας. «Προδότης», είπαν, τη μάνα του... δεν γύρισε ποτέ, τις αδερφές του τις έπνιξαν στον ποταμό.
Η γιαγιά Φωτεινή τον έκλεψε. Κυριολεκτικά.
Όταν οι Τσέτες μάζευαν τα παιδιά για «τουρκοποίηση», τον έκρυψε μέσα στη φούστα της.
Περπάτησε 3 μέρες σκυφτή, με το παιδί κουλουριασμένο στα πόδια της.
«Αν βήξεις, πεθάναμε», του ψιθύριζε.
Ο Λάζαρος δεν έβηξε. Έμαθε να αναπνέει χωρίς ήχο. 8 χρονών.
Τώρα είναι εδώ. Στη λάσπη.
Η πορεία του θανάτου.
Χιλιάδες Πόντιοι. Γυναίκες, γέροι, παιδιά. Όσους δεν σκότωσαν επί τόπου, τους έστειλαν να περπατήσουν μέχρι να πεθάνουν.
Βροχή, λάσπη μέχρι τον αστράγαλο, κρύο που μπαίνει στα κόκαλα.
Μπροστά τους, βουνά, πίσω τους, φωτιά. Τα χωριά τους καίγονται.
Δίπλα τους, οι φρουροί με όπλα, με μαστίγια.
Όποιος έπεφτε, έμενε εκεί.
Η Φωτεινή το ήξερε. Το είχε δει πολλές φορές σήμερα.
Ο Λάζαρος τρέμει, όχι από το κρύο από τον φόβο.
Τα μάτια του είναι κόκκινα από το βουβό κλάμα.
Κρατάει στο χέρι του ένα μαντήλι, μέσα έχει χώμα από την αυλή του σπιτιού του.
«Γιαγιά», ψιθυρίζει. «Θα πεθάνουμε;»
Η Φωτεινή τον σφίγγει. Τα χέρια της, ρυτιδιασμένα, σκληρά από 60 χρόνια δουλειάς, τώρα τρέμουν.
Κοιτάει γύρω. Άντρες με δέματα στην πλάτη, γυναίκες με μωρά πεθαμένα στην αγκαλιά.
Η λάσπη καταπίνει τις πατημασιές τους. Σαν να μην πέρασαν ποτέ από εδώ.
Λέει ψέματα. Το πρώτο και τελευταίο ψέμα της ζωής της.
«Όχι, πουλί μου. Θα ζήσουμε και θα γυρίσουμε.»
Ξέρει πως δεν θα γυρίσουν. Ξέρει πως πιθανότα δεν θα ζήσουν.
Αλλά αν του το πει, ο Λάζαρος θα αφήσει τα πόδια του να λυγίσουν και αν λυγίσουν τα πόδια, τελείωσε.
Περπατούν, ώρες, μέρες.
Ο Λάζαρος σκοντάφτει. Η Φωτεινή τον κρατάει όρθιο.
Η Φωτεινή σκοντάφτει. Ο Λάζαρος την τραβάει.
Κρατιούνται, όχι από δύναμη από πείσμα.
«Δεν θα τους κάνω τη χάρη να πεθάνω εδώ», σκέφτεται η Λάζαρος.
«Δεν θα τους κάνω τη χάρη να αφήσω το παιδί», σκέφτεται η Φωτεινή.
Το βράδυ, κοιμούνται όρθιοι, ακουμπισμένοι ο ένας στον άλλον.
Η λάσπη τους σκεπάζει μέχρι τη μέση.
Η Φωτεινή του τραγουδάει. Όχι νανούρισμα. Μοιρολόι.
«Την Πατρίδαν μ’ έχασα... έκλαψεν, εχάλασεν...»
Ο Λάζαρος δεν κλαίει. Έχει ξεχάσει πώς.
Μόνο σφίγγει το μαντήλι με το χώμα.
Η Φωτεινή δεν αντέχει άλλο. Τα γόνατά της λυγίζουν, πέφτει στη λάσπη.
Ο Λάζαρος ουρλιάζει. «Γιαγιά!» Η Φωτεινή τον κοιτάει. Τα μάτια της θολά του δίνει το μαντήλι της.
«Πάρε το, Λάζαρε. Έχει μέσα τα κλειδιά του σπιτιού.
Όταν μεγαλώσεις... να πας να το ανοίξεις. Να πεις πως γυρίσαμε.»
«Γιαγιά, σήκω!»
«Περπάτα, γιε μου. Μην κοιτάς πίσω, μόνο μπροστά και να θυμάσαι: Δεν είσαι ορφανός. Έχεις εμένα. Έχεις τον Πόντο και όποιον κουβαλάς στην ψυχή, δεν πεθαίνει.»
Ο Λάζαρος κλαίει, την αγκαλιάζει σφιχτά για τελευταία φορά.
Μετά σηκώνεται παίρνει το μαντήλι το δένει στον λαιμό του και περπατάει.
Δεν κοιτάζει πίσω.
Γιατί η γιαγιά-Φωτεινή δεν πέθανε στη λάσπη.
Πέθανε όρθια, μέσα του.
1955. Θεσσαλονίκη.
Ο Λάζαρος είναι τώρα Δάσκαλος.
Στην τάξη, έχει κρεμασμένη μια φωτογραφία, μια γριά να αγκαλιάζει ένα παιδί στη λάσπη.
Τα παιδιά τον ρωτούν: «Κύριε, ποιοι είναι;»
Χαμογελάει. Αγγίζει το μαντήλι που φοράει πάντα στον λαιμό του.
Μέσα έχει ακόμα χώμα και ένα σκουριασμένο κλειδί.
«Αυτή είναι η γιαγιά μου και αυτό το παιδί, είμαι εγώ.
Δεν γυρίσαμε στον Πόντο.
Αλλά ο Πόντος γύρισε σε μένα και σε εσάς.
Κάθε φορά που θυμάστε, κάθε φορά που περπατάτε μπροστά.»
Κλείνει το βιβλίο.
Έξω, βρέχει.
Η λάσπη θυμάται ακόμα.
Η Γενοκτονία του Πόντου, 1916-1923.
353.000 ψυχές.
Δεν ήταν αριθμοί. Ήταν η Φωτεινή. Ήταν ο Λάζαρος.
Ήταν μια αγκαλιά στη λάσπη που αρνήθηκε να πεθάνει και δεν πέθανε.
Γιατί όσο την κοιτάς αυτή τη φωτογραφία, ο Πόντος ζει.
Άννα Δανάλη
Δείτε λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)