Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

13 Σεπτεμβρίου, η Σμύρνη καίγεται.

 





Φιλοι του Συλλογου Μικρασιατων Ν.Καβαλας · 
13 Σεπτεμβρίου, η Σμύρνη καίγεται. Ο Μέλβιλ Τσάτερ, απεσταλμένος του National Geographic, απαθανατίζει εικόνες που θυμίζουν σκηνές από την Αποκάλυψη:
13 Σεπτεμβρίου 1922- Η Σμύρνη καίγεται..
"Η πόλη είχε γίνει ένα γιγάντιο πυρωμένο καμίνι. Ο άνεμος παρέσυρε τις φλόγες στην προκυμαία και η κάψα ήταν τόσο τρομακτική, που οι άνθρωποι μούσκευαν τις κουβέρτες τους στη θάλασσα για να τυλιχτούν μ’ αυτές και να προστατευτούν. Αφηνιασμένα άλογα με τα χάμουρά τους να έχουν πιάσει φωτιά έτρεχαν πανικόβλητα μέσα στον κόσμο, γκρεμίζοντας στο πέρασμά τους φλεγόμενα σώματα ανθρώπων.
Όλο το απόγευμα, μέχρι να χαθεί και η τελευταία ακτίνα του ήλιου πίσω από ένα σύννεφο καπνιάς, και όλη τη νύχτα στη λάμψη της φωτιάς, πλήθη ανθρώπων και ζώων ξεχύνονταν απ’ τους δρόμους της καταδικασμένης πόλης ψάχνοντας για διέξοδο στην ανάστατη από το παραλήρημα προκυμαία. Έντρομα πρόσωπα, ζώα με αγριεμένα από τη φρίκη μάτια, ανθρώπινες κραυγές που μπερδεύονταν με το χλιμίντρισμα αλόγων, τις στριγκλιές από τις καμήλες, τους συριγμούς από τα ποντίκια καθώς το έσκαγαν αγεληδόν από τους υπονόμους, εγκαταλείποντας τα έγκατα της χαμένης Σμύρνης.
Μερικά αντιτορπιλικά είχαν πλησιάσει τόσο κοντά στο λιμάνι, ώστε τα πληρώματά τους μπορούσαν να δουν καθαρά αυτό το πανδαιμόνιο με φόντο το μέτωπο της φωτιάς σε μήκος τριάμισι περίπου χιλιομέτρων. Οι ναύτες μπορούσαν να νιώσουν τώρα την εφιαλτική οσμή της εκατόμβης, ν’ ακούσουν τις στριγκλιές του πλήθους, καθώς άνθρωποι που βρίσκονταν στις μπροστινές γραμμές σπρώχνονταν βίαια από εκείνους που τους άγγιζαν οι φλόγες στις πίσω ή παρασύρονταν προς την άκρη του μόλου πέφτοντας τελικά στη θάλασσα.
Μπροστά σ’ αυτόν τον εφιάλτη των 300.000 ψυχών που ποδοπατιούνταν στην προκυμαία χωρίς ελπίδα διαφυγής απ’ τον κλοιό της φωτιάς και της θάλασσας, οι περιγραφές του εμπρησμού της Τροίας ωχριούσαν".
13 Σεπτεμβρίου, η Σμύρνη καίγεται. Ο Μέλβιλ Τσάτερ, απεσταλμένος του National Geographic, απαθανατίζει εικόνες που θυμίζουν σκηνές από την Αποκάλυψη:
Χαμένος Παράδεισος,Σμύρνη 1922"
Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 1922
Η Τετάρτη είχε ξημερώσει καθαρή και όμορφη,άλλη μια λαμπρή μέρα.
Όμως η φθινοπωρινή λιακάδα δεν κατάφερε να κρύψει την πραγματικότητα της κατάστασης που επικρατούσε μέσα στη Σμύρνη.
Τα νικηφόρα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ ήταν εκτός ελέγχου και ο πληθυσμός της πόλης που τώρα είχε διογκωθεί και είχε φτάσει τους επτακόσιες χιλιάδες ανθρώπους ή και περισσότερους-διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο....
"Υπήρχαν πάρα πολλοί Τούρκοι στρατιώτες που τριγύριζαν εδώ κι εκεί.
Ένας απο αυτούς μπήκε κάπου όπου κρυβόταν μια αρμενική οικογένεια και την κατέσφαξε.Βγαίνοντας , το γιαταγάνι του έσταζε αίμα.
Το σκούπισε πάνω στις αρβύλες και τις γκέτες του"...
ο Τζορτζ Χόρτον σημείωνε με προσοχή κάθε νέο κύμα επιθέσεων..
."Λυσσασμένοι τσέτες έσπαζαν τις πόρτες των σπιτιών ,πυροβολούσαν τους φτωχούς ,τρομοκρατημένους κατοίκους ,λεηλατούσαν κ.λ.π"...
...Στο βάθος του δρόμου, μια ομάδα στρατιωτών ξεφόρτωνε κάτι που έμοιαζε να είναι μεγάλα βαρέλια πετρέλαιο.
"Δεν είδα το περιεχόμενό τους" γράφει, "αλλά, ...
κρίνοντας απο το χρώμα και το σχήμα τους , ήταν ολόϊδια με τα βαρέλια της Εταιρείας Πετρελαίων της Σμύρνης.Κάθε βαρέλι φρουρούνταν απο δύο ή τρεί Τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι τα κυλούσαν κατά μήκος της οδού Ρεσιντί προς την Αρμενική Επισκοπή.Ενιωσα ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά και συνειδητοποίησα το σκοπό όλων αυτών των προετοιμασιών"..."άκουσα κάτι που μπορώ να περιγράψω μόνο ως ήχους απο σταγόνες βροχής που χτυπούν σε στέγη".
Οι Τούρκοι στρατιώτες κατάβρεχαν τ ακτίρια με πετρέλαιο....
Οι φλόγες έγιναν αντιληπτές λίγο αργότερα.Ένας απο τους πρώτους ανθρώπους που πρόσεξαν το ξέσπασμα της φωτιάς ήταν η δεσποινίς Μίνι Μίλς, διευθύντρια του Αμερικανικού Διακολεγιακού ινστιτούτου...
Δεν ήταν η μόνη που είδε το ξέσπασμα της φωτιάς
."Οι δάσκαλοι και τα κορίτσια μας είδαν τους Τούρκους που φορούσαν κανονικές, στολές στρατιωτών,και, σε πολλές περιπτώσεις, στολές αξιωματικών να κρατούν μακριά ξύλα με κουρέλια στην άκρη τους, τα οποία είχαν βουτήξει σε έναν τενεκέ με κάπιο υγρό.
Τα έφερναν μέσα σε σπίτια που αμέσως μετά έπιαναν φωτιά"...
Πλήθος αξιόπιστες μαρτυρίες επιβεβαίωσαν αργότερα το ρόλο των στρατιωτών του Κεμάλ στο ξεσπασμα της πυρκαγιάς.
Ο Κλόφλιν Ντέιβις του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού είδε Τούρκους να καταβρέχουν με εύφλεκτο υγρό ένα δρόμο που βρισκόταν στην πορεία της πυρκαγιάς.
Ο κύριος Ζουμπέρ, διευθυντής του υποκαταστήματος της τράπεζας Κρεντί Φονσιέ στη Σμύρνη, βρήκε το θάρρος να ρωτήσει μια ομάδα Τούρκων στρατιώτών τι έκαναν.
"Νου απάντησαν αδιάφορα ότι είχαν διαταγές να ανατινάξουν και να κάψουν όλα τα σπίτια της περιοχής".....Μέχρι σήμερα, οι περισσότεροι Τούρκοι ιστορικοί επιμένουν να υποστηρίζουν ότι η φωτιά - η οποία δεν θα αργούσε να λάβει τρομακτικές διαστάσεις - ήταν πράξη σαμποτάζ των Ελλήνων και των Αρμενίων.
..."είδαμε Τούρκους στρατιώτες σε ένα αυτοκίνητο, οι οποίοι ψέκαζαν με αντλία όλα τα σπίτια απο οπου περνούσαν με εύφλεκτα υγρά".
..Καθώς η πυρκαγιά εξαπλώθηκε και κατευθύνθηκε προς την προκυμαία..." γράφει ο Χόρτον "οι άνθρωποι ξεχύνονταν σε έναν όλο και μεγαλύτερο χείμαρρο προς την προκυμαία,νέοι , γέροι,γυναίκες,παιδιά και άρρωστοι.
Όσους δεν ήταν σε θέση να περπατήσουν τους κουβαλούσαν με φορεία ή στους ώμους των συγγενών"...
Ανάμεσα σε ουρλιαχτά και χτυπήματα, οι άνθρωποι έπεφταν στη θάλασσα και ο κανός ήταν τόσο καυτός που , στο λόγο μου, νόμιζα ότι τα σωθικά μου είχαν πάρει φωτιά" (μαρτυρία Φερνάντ ντε Κράιμερ)...
Ένας απο τους τελευταίους Βρετανούς υπηκόους που επιβιβάσθηκε στις λέμβους ήταν ο Πέρσυ Χάντκινσον
.Αργότερα , θα έγραφε μια επιστολή προς τον Βρετανό ύπατο αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη εξιστορώντας του όλα όσα είδε εκείνη τη νύχτα (Τετάρτη προς Πέμπτη)
."Εάν η Εξοχότης σας μπορούσε να ακούσει τις κραυγές για βοήθεια και να δεί τις ανυπεράσπιστες γυναίκες και παιδιά που πυροβολούνταν χωρίς έλεος ή έπεφταν στη θάλασσα για να πνιγούν σαν τα ποντίκια,θα είχατε συνειδητοποιήσει πλήρως τον τρόμο και τη βαρύτητα της κατάστασης"...
Όταν έπεσε το Γουόρντ Πράις σκοτάδι εκείνη την τρομερή Τετάρτη , η προκυμαία ήταν ασφυκτικά γεμάτη απο σχεδόν μισό εκατομμύριο πρόσφυγες.
Αυτοί αντιμετώπιζαν τον πραγματικό κίνδυνο να καούν ζωντανοί , γιατί τώρα η φωτιά είχε φτάσει στην προκυμαία....
Η ζεστη ήταν τέτοια, ώστε τα παλαμάρια όσων πλοίων βρίσκονταν κοντά στις αποβάθρες άρχισαν να καίγονται.
Όλα τα σκάφη απομακρύνθηκαν περίπου διακόσια μέτρα απο την προκυμαία, αλλά η κάψα εξακολουθούσε να είναι ανυποφορη.
"Οι φλόγες ανέβαινα όλο και ψηλότερα" γράφει ο Οράν Ρέιμπερ,ένας τουρίστας που είχε φτάσει στη Σμύρνη πριν απο λίγες ημέρες.
"Τα ουρλιαχτά του αλλόφρονος πλήθους στην προκυμαία ακούγονταν σε απόσταση ενάμισυ χιλιομέτρου.
Μπορούσες να διαλέξεις ανάμεσα σε τρείς τρόπους θανάτου: τη φωτιά που μαινόταν πίσω σου, τους Τούρκους που περίμεναν στα σοκάκια και τη θάλασσα που ανοίγονταν μπροστά σου" , στη σύγχρονη ιστορία , ίσως τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί με τη νύχτα της 13ης Σεπτεμβρίου στη Σμύρνη".
Επάνω στο Άιρον Ντιουκ , ο ναύαρχος σερ Όσμοντ ντε Μπωβουάρ Μπροκ επέμενε ότι έπρεπε να ακολουθηθεί το καθημερινό πρόγραμμα.
Ο Τζόρτζ Γουόρντ Πράις θυμάται πως εκείνο το βράδυ οι αξιωματικοί ήταν ντυμένοι για το δείπνο με τις ολόλευκες στολές επιθεώρησης, παρά τις σκηνές κόλασης που εκτυλίσσονταν στη στεριά.
Όταν τα ουρλιαχτά απο τη μακρινή προκυμαία έγιναν πολύ δυνατά για να τα αγνοήσει κανείς,ο πλοίαρχος διέταξε την ορχήστρα του πλοίου να παίξει.Τα άλλα πλοία ακολούθησαν , και οι διαπεραστικές κραυγές πολύσύντομα σκεπάστηκαν απο ένα ποτ πουρί αλέγρων θαλασσινών σκοπων....
Ο Τσαρλς Χάους ήταν ένας απο αυτούς που είχαν συμμετάσχει στην εκκένωση της πόλης.
Δεν θα ξεχνούσε ποτέ τις σκηνές στις οποίες έγινε μάρτυρας.
"Γυναίκες που καλούσαν ουρλιάζοντας τα αναίσθητα μωρά τους,που δεν μπορούσαν πια να τις ακούσουν.
Παιδιά σε τρυφερή ηλικία που φώναζαν απελπισμένα τους γονείς τους...κάπου κάπου, ένας ιππέας που έκανε κέφι ένα μικρό κορίτσι δεκαπέντε ή δεκάξι χρονών, το τραβούσε παράμερα και ένα φρικτό ουρλιαχτό πρόδιδε τη συνέχεια....
...Ο ταγματάρχης Άρθουρ Μάξγουελ, είδε Τούρκους στρατιώτες να χύνουν κουβάδες με κάποιο υγρό πάνω στους πρόσφυγες.
Φαντάστηκε ότι προσπαθούσαν να σβήσουν τις φλόγες, ως τη στιμή που είδε ένα πέπλο φωτιάς να φουντώνει σε εκείνο ακριβώς το σημείο της προκυμαίας.
"Θεέ μου" φώναξε στους συναδέλφους του ¨καινε ζωντανούς τους πρόσφυγες!".____ απο το βιβλίο "Χαμένος Παράδεισος,Σμύρνη 1922", του σύγχρονου Βρετανού ερευνητή και δημοσιογράφου Γκάϊλς Μίλτον

Ξενιτεμένα μου πουλιά (Greek Traditional) | AI Cover & Video

 

Παναγιώτης Κουμουνδούροςδημοσίευσε εδώ:ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 14 ώρ. · Άρης Αλεξάνδρου



ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ 

Δημοσιεύσεις ομάδας

Άρης Αλεξάνδρου
Ο ποιητής της ανυπότακτης συνείδησης, η ποίηση της εγρήγορσης
και η αλληγορία του Κιβωτίου
Η ζωή και η γραφή του Άρη Αλεξάνδρου (1921–1978) υπήρξαν ένα ενιαίο, αδιάσπαστο υφαντό από φως, σκόνη εξορίας και αλυσοδεμένη σιωπή. Στα χρόνια που η ιστορία ζητούσε από τους ανθρώπους να γίνουν αγέλη, να χειροκροτήσουν τις έτοιμες αλήθειες των παρατάξεων και να σκύψουν το κεφάλι στις προσταγές των μηχανισμών, εκείνος επέλεξε τον πιο μοναχικό, τον πιο επικίνδυνο δρόμο, τον δρόμο της ανυπότακτης συνείδησης. Γεννημένος στο Λένινγκραντ από πατέρα Έλληνα και μητέρα Ρωσίδα, έφερε στα σπλάχνα του τη βαριά, σκοτεινή κληρονομιά της ρωσικής διανόησης αλλά και το κοφτερό βίωμα της ελληνικής τραγωδίας του 20ού αιώνα.
Πέρασε από τις συμπληγάδες της Αντίστασης, γνώρισε το απάνθρωπο, πέτρινο πρόσωπο της εξουσίας στις εξορίες της Μούδρου, του Άη-Στράτη και της Μακρονήσου, και πλήρωσε τις ιδέες του με χρόνια βαριάς φυλάκισης. Όμως η βαθύτερη, η πιο πικρή του μάχη δεν δόθηκε μόνο απέναντι στο αυταρχικό κράτος της Δεξιάς. Δόθηκε απέναντι στον δογματισμό, τη γραφειοκρατία και την πνευματική χειραγώγηση που εισέβαλαν στον ίδιο τον ιδεολογικό του χώρο. Ο Αλεξάνδρου δεν δέχτηκε ποτέ να γίνει εξάρτημα καμίας κομματικής μηχανής. Η πολιτική του στάση δεν ήταν ένα άκαμπτο πρόγραμμα, αλλά μια ζεστή, ανθρωποκεντρική χειρονομία. Μια αταλάντευτη πίστη στη δικαιοσύνη, παντρεμένη με μια αμείλικτη καχυποψία απέναντι σε κάθε εξουσία που επιχειρεί να σβήσει το πρόσωπο του ατόμου.
Αυτή η ελευθερία του πνεύματός του δεν εκφράστηκε μόνο στη δική του πρωτογενή γραφή, αλλά και στον τρόπο που επέλεξε να «συνομιλήσει» με τα μεγαθήρια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ως μεταφραστής, ο Αλεξάνδρου χάρισε στη νεοελληνική γλώσσα τις σπουδαιότερες, ανεξίτηλες αποδόσεις των έργων του Ντοστογιέφσκι, του Τσέχοφ, του Τολστόι και του εκρηκτικού Μαγιακόφσκι. Η μετάφραση για εκείνον δεν υπήρξε βιοποριστικό πάρεργο, αλλά μια άλλη μορφή δημιουργικής αντίστασης, ένας τρόπος να μπολιάσει την ελληνική σκέψη με τον βαθύ υπαρξιακό προβληματισμό της ρωσικής ψυχής. Στον επίπονο αυτόν αγώνα δεν στάθηκε μόνος. Δίπλα του στέκεται πάντα η σύντροφος της ζωής του, η ποιήτρια Καίτη Δρόσου, το σταθερό λιμάνι και το συναισθηματικό του καταφύγιο, με την οποία μοιράστηκε την πικρή σοδειά της αυτοεξορίας στο Παρίσι στα χρόνια της δικτατορίας, εκεί όπου σε ένα μικρό σοφιταρούδι γράφτηκε με αίμα συνείδησης Το Κιβώτιο.
Αυτός ο εσωτερικός αγώνας βρήκε την πρώτη του αυθεντική έκφραση στον ποιητικό του λόγο. Στις ποιητικές του συλλογές, ο στίχος απογυμνώνεται από κάθε περιττό στολίδι. Γίνεται λιτός, αιχμηρός σαν λάμα, αλλά ταυτόχρονα βαθιά ελεγειακός.
Στα «Ανεπίδοτα γράμματα», ο ποιητής αποτυπώνει την τραγωδία της ακυρωμένης επικοινωνίας σε έναν κόσμο που έχασε την ευαισθησία του.
«Δεν έστειλα κανένα γράμμα...
γιατί τα λόγια μου ήτανε πάντα μια σιωπή
που περίμενε να τη διαβάσεις.
Μα εσύ γύρευες λέξεις,
γύρευες συνθήματα για να πιστέψεις...»
Εδώ ο Αλεξάνδρου ανατέμνει την πικρή συνειδητοποίηση πως τα γράμματα δεν φτάνουν ποτέ, όχι επειδή χάθηκαν στον δρόμο, αλλά επειδή ο παραλήπτης, η κοινωνία ή η παράταξη, δεν αναζητά πια την ουσιαστική ανθρώπινη αλήθεια, παρά μόνο ξύλινα συνθήματα.
Στο περίφημο «Μαχαίρι», ο ποιητικός λόγος μετατρέπεται σε χειρουργικό εργαλείο αυτοκαθορισμού.
«Όπως το μαχαίρι που χωρίζει το ψωμί
δεν είναι για να πληγώσει
αλλά για να θρέψει,
έτσι κι ο λόγος πρέπει να κόβει την ψευτιά στα δύο
Δεν φοβάμαι τη λεπίδα που ματώνει τη σάρκα,
φοβάμαι τη σιωπή που σαπίζει τη συνείδηση.»
Το μαχαίρι του Αλεξάνδρου δεν στρέφεται κατά του άλλου, είναι το όργανο που διαχωρίζει την ατομική ευθύνη από την τυφλή υπακοή στην αγέλη. Ο ποιητής προτιμά την οδύνη της αλήθειας από τη βολική, «σαπίζουσα» σιωπή της υποταγής.
Στο ποίημα «Οι στίχοι αυτοί», διακηρύσσει με αφοπλιστική ειλικρίνεια τον σκοπό της τέχνης του.
«Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να ’ναι οι τελευταίοι...
δεν γράφτηκαν για να σας αρέσουν,
δεν γράφτηκαν για να στολίσουν τα σαλόνια σας.
Γράφτηκαν για να μείνουν μάρτυρες
όταν εμείς θα έχουμε γίνει σκόνη
κάτω από τα συρματοπλέγματα.»
Η ποίηση απογυμνώνεται από κάθε αισθητικισμό. Δεν υπάρχει για να τέρψει ή να κολακεύσει τον αναγνώστη, αλλά για να λειτουργήσει ως ανεξίτηλη καταγραφή της ιστορικής αλήθειας, ένας αδιάψευστος μάρτυρας υπεράσπισης των αδικημένων.
Και στην «Ιστορία», στηλιτεύει με κοφτερή ειρωνεία τον τρόπο με τον οποίο οι εξουσίες οικειοποιούνται τους αγώνες των απλών ανθρώπων.
«Όταν πεθάνουμε, θα μας βάλουν σε ωραία βιβλία.
Θα μας ονομάσουν ήρωες,
θα μας στήσουν αγάλματα στις πλατείες.
Αλλά τώρα που ζούμε,
τώρα που η νύχτα είναι παγωμένη στα συρματοπλέγματα,
μας λείπει το ψωμί και το φως.
Κρατήστε τα αγάλματα· δώστε μας λίγη δικαιοσύνη.»
Εδώ αποτυπώνεται η βαθιά καχυποψία του Αλεξάνδρου απέναντι στα μεγάλα αφηγήματα που μετατρέπουν τους ζωντανούς ανθρώπους σε αφηρημένα σύμβολα, λησμονώντας τις καθημερινές, υπαρκτές τους ανάγκες.
Τι είναι όμως αυτό που επιζητεί να προσφέρει ο Αλεξάνδρου στον αναγνώστη μέσα από την ποίησή του; Δεν υπόσχεται εύκολες παρηγοριές, ούτε μοιράζει έτοιμες συνταγές σωτηρίας. Αυτό που χαρίζει είναι μια συνείδηση σε διαρκή εγρήγορση. Προσφέρει την ακεραιότητα του ατόμου απέναντι στη μάζα, τη διάσωση της μνήμης χωρίς εξιδανικεύσεις, και την τόλμη να κοιτάξει κανείς την αλήθεια στα μάτια, ακόμη κι όταν αυτή είναι πικρή. Η ποίησή του είναι ένας ψίθυρος αντοχής που θυμίζει ότι η πραγματική αξιοπρέπεια δεν κραυγάζει, αλλά διατηρεί την εσωτερική της φλόγα αλώβητη μέσα στο σκοτάδι.
Αυτή η ποιητική ηθική της ανυπακοής βρήκε τη φυσική της κορύφωση στο μοναδικό του μυθιστόρημα, το «Κιβώτιο», που εκδόθηκε το 1975 και στέκει ως ένα από τα σπουδαία αριστουργήματα της αλληγορικής λογοτεχνίας. Στα τελευταία στάδια του Εμφυλίου, μια ομάδα ανταρτών αναλαμβάνει μια αποστολή αυτοκτονίας, να μεταφέρει ένα αεροστεγώς κλεισμένο κιβώτιο, ζωτικής σημασίας για τον αγώνα. Κατά τη διάρκεια της πορείας, οι σύντροφοι πεθαίνουν ένας-ένας. Ο μοναδικός επιζών καταφέρνει να παραδώσει το κιβώτιο στον προορισμό του, για να ανακαλυφθεί η τραγική αλήθεια, το κιβώτιο είναι εντελώς άδειο.
Ο ανώνυμος ήρωας, φυλακισμένος πλέον από τους ίδιους του τους συντρόφους που τον υποψιάζονται ως προδότη, επιδίδεται σε έναν χειμαρρώδη, απεγνωσμένο μονόλογο προς έναν αόρατο Ανακριτή.
Σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, η αγωνία του αφηγητή ξεχειλίζει καθώς συνειδητοποιεί την παραλογικότητα του μηχανισμού που τον περιβάλλει.
«...γιατί βλέπετε, Συντρόφε Ανακριτά, εγώ δεν αμφισβήτησα ποτέ τις διαταγές, εκτέλεσα το χρέος μου ως το τέλος, κουβάλησα το Κιβώτιο με κίνδυνο της ζωής μου, είδα τους συντρόφους μου να πεθαίνουν ένας προς ένας στον δρόμο, κι όμως τώρα βρίσκομαι εδώ, σε αυτό το κελί, υποχρεωμένος να αποδείξω πως δεν είμαι ελέφαντας, πως το Κιβώτιο ήταν πράγματι άδειο όταν το παρέδωσα, λες και ήξερα εγώ τι είχε μέσα, λες και μου είπε κανείς ποτέ τι μετέφερα τόσον καιρό μέσα στη βροχή και τα πυρά...»
Η συντακτική δομή του κειμένου, οι μακροσκελείς προτάσεις, η σχεδόν παντελής απουσία τελειών, δεν είναι αισθητικό τέχνασμα. Αποδίδει την ψυχολογική πίεση, την ασφυξία του εγκλεισμού και την προσπάθεια ενός ανθρώπου να προλάβει να πει την αλήθεια του πριν τον καταπιεί ο μηχανισμός.
Σε ένα άλλο συγκλονιστικό σημείο, η αλληγορία του «κενού» αγγίζει την απόλυτη τραγικότητά της.
«...και όταν επιτέλους το άνοιξαν, εκεί μπροστά στα μάτια όλων, η σιωπή που έπεσε στο δωμάτιο ήταν πιο βαριά κι από τον θάνατο του Κώστα και του Αλέκου, γιατί το Κιβώτιο δεν είχε μέσα ούτε έγγραφα ούτε όπλα ούτε τίποτα, ήταν ένα κουτί γεμάτο αέρα, κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως όλη μας η πορεία, όλος ο αίματος ποταμός που περάσαμε, δεν ήταν παρά μια μεταφορά του τίποτα...»
Το άδειο κιβώτιο συμπυκνώνει την ακύρωση των συνθημάτων, την ιδεολογική χρεοκοπία και τις θυσίες που έγιναν για ένα κενό περιεχόμενο. Ο αγωνιστής που ξεκίνησε με τυφλή αφοσίωση καταλήγει να βιώσει την απόλυτη ματαίωση.
Και όμως, μέσα στη φυλακή, ο γράφων ήρωας, αρνούμενος να συντάξει μια ψεύτικη ομολογία για να σώσει το τομάρι του, επιλέγει την εσωτερική ελευθερία. Ο λόγος του γίνεται μια πράξη αυτοκαθορισμού, μια άρνηση να γίνει εξάρτημα του μηχανισμού που τον καταδικάζει.
Ο Άρης Αλεξάνδρου μας άφησε μια παρακαταθήκη σπάνιας ομορφιάς και ήθους. Συνδέοντας τη λυρική ευαισθησία με την πολιτική διορατικότητα, μας υπενθυμίζει πως η μόνη αληθινή επανάσταση είναι η άρνηση του ανθρώπου να προδώσει την εσωτερική του αλήθεια. Το έργο του παραμένει ένας διαρκής, αναμμένος φάρος μέσα στη νύχτα της ιστορίας, μια υπενθύμιση ότι ακόμη κι αν το κιβώτιο της εποχής μας μοιάζει απελπιστικά άδειο, η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να παραμείνει ανυπότακτη.


ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)