Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Αντώνης Ανδρουλιδάκης: O ΛΟΥΖΕΡ

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης ·

Ακολουθήστε

8 ώρ.  

O ΛΟΥΖΕΡ

Τι τύπος κι αυτός! Ούτε σχολειό της προκοπής δεν κατάφερε να τελειώσει. Για πανεπιστήμια και τέτοια, ούτε κουβέντα. Αυτοδίδακτος ήτανε. Αλλά τι να περιμένει κανείς από έναν πρόσφυγα που αγέννητος ακόμη, στην κοιλιά της μάνας του, τρέχει κυνηγημένος από τόπο σε τόπο. Στα γεννητούρια του, ούτε Γ’ θέση με ΙΚΑ σε κάποιο δημόσιο μαιευτήριο, ούτε μια μαία. Στα χωράφια και στα σπηλιαράκια τον γεννοβόλησε τον έρμο.

Μα κι αυτός, ούτε π’ ακούει κουβέντα για παντριές και τα ρέστα. Τον μουρμουράει η μάνα του να νοικοκυρευτεί. Να μη γυρίζει πέρα δώθε σαν τον αλήτη. Να βάλει τη ζωή του, κι αυτός, σε μια τάξη. Καημό το έχει η δύστυχη να τον δει τακτοποιημένο πριν κλείσει τα μάτια της. Να της φέρει και κανά εγγόνι να έχει να πορεύεται στα γεράματα της.

Εμ κι αυτός ο πατέρας του! Εξαφανισμένος. Στη δουλειά. Πού είναι; Στο μαγαζί. Πού τον χάνεις που τον βρίσκεις στο μαραγκούδικο. Στη δουλειά. Μα είναι καθώς πρέπει δουλειά κι αυτή; Τι να σου κάνει ύστερα και το παιδί! Τι να ‘τανε, ας πούμε, ένας έφορος ή ένας λογιστής ή ένας χωροφύλακας. Άνθρωπος του νόμου και της τάξης. Να ‘τανε νοικοκύρης κανονικός, να βρεί μια τάξη ύστερα να μοιάσει κι ο μικρός. Τι να σου κάνει και το παιδί! Για να μην πω και τ’ άλλο: αστεφάνωτη την είχε την έρμη ο κερατάς. Ναι, αστεφάνωτη. Όπως τ’ ακούς που στο λέω. Τι να σου κάνει ύστερα και το παιδί.

Γι’ αυτό σου λέω: δεν ήταν για καριέρες και τα τοιαύτα ετούτος. Βλέπεις άλλους και χαίρεσαι βρε παιδί μου. Λαμπρές καριέρες και σπουδαίες σταδιοδρομίες. Καμαρώνεις, όσο να πεις. Μα ετούτος εδώ, τραγικά ανεπαρκής. Λόου κουαλιφάιντ που λένε και στα μέρη μας. Πολύ λόου. Ανεπαρκέστατος. Κι’ ύστερα λένε πως δεν φταίνει οι γονείς. Πώς δεν φταίνε; Φταίνε και παραφταίνε!

Τον βλέπεις τώρα, ολόκληρος άντρας, να κυκλοφορεί με τριμμένα ρούχα. Επιτρέπεται; Δεν επιτρέπεται, Θέε μου συγχώρεσε με, μέρες που είναι. Μα φταίει κι αυτή. Πώς τον αφήνεις κυρά μου και κυκλοφορεί έτσι; Χάθηκε να βάλει ένα κοστούμι; Ένα σκαρπίνι; Ένα καλοσιδερωμένο λευκό πουκάμισο; Ομορφόπαιδο είναι, δεν λέω, μα χαράμι πάει η ομορφιά του μές στην αλουσιά. Άσε πια τα μαλλιά και τα γέννια. Αντάρτης σκέτος. Λες και κατέβηκε τώρα απ’ τα βουνά. Μα πού νομίζεις ότι ζεις άνθρωπε μου;

Κι από κοντά οι φίλοι του. Πα πα πα. Όλη αυτή η λετσαρία. Τέτοια μιζεραμπιλιά, ούτε στους Άθλιους του Ουγκώ, ρε παιδί μου. Γυρνούν από δω και από κει, πλάνητες. Σαν Αλβανοί όταν πρωτόρθαν στην Ελλάδα. Σαν τίποτα μετανάστες που μόλις περάσανε το φράχτη. Μες στη σκόνη και τη βρωμιά. Οι άπλυτοι.

Κι από πάνω το τραβάει κι αυτή η μάνα του στους γάμους και στα γλέντια. Πού το πας κυρά μου το παλληκάρι, έτσι όπως είναι; Ασουλούπωτος σαν τη μύγα μες στο γάλα. Τέτοια παραφωνία. Βλέπεις τον άλλο περιποιημένο με τα όμορφα μαλλιά και με τα ρουχαλάκια του και πας και κάθεσαι δίπλα του; Προς θεού, δηλαδή! Έλεος, ρε παιδί μου. Λίγη εκλεπτυσμένη ευγένεια ζητάμε κι εμείς. Εμείς τα παιδιά μας με το «σας» και με το «σείς», με τα κολλέγια, τα πιάνα και τα Γαλλικά κι εσείς τόσο, μα τόσο αγροίκοι! Τι να πω πιά!

Κι αυτό το θλιμμένο βλέμμα, τι σου λέει; Δεν μπορεί, κάτι θα ‘χει το παιδί. Καμιά κατάθλιψη, μπορεί καμιά διαταραχή. Πως το αφήνεις έτσι να κυκλοφορεί; Μα σάμπως υπάρχει και κράτος για να κάνει κάτι; Ποιός να μας προστατεύσει από κάτι τέτοιους; Κι αν έχει κάποιο νόσημα μεταδοτικό; Τρε μιζεράμπλ, τρε μιζεράμπλ.

Κι ύστερα, δεν κάθεται και στ’ αυγά του. Πάει και τα βάζει με τους εμπόρους στις τράπεζες και στις αγορές. Δεν κοιτάς τα χάλια σου, κακομοίρη μου, πας να μας πουλήσεις και το παραμύθι σου. Όχι κύριε, δεν είμαστε εμείς υποκριτές. Εσύ είσαι φτωχός και γύφτος. Ακούς εκεί. Θα μας κάνει μαθήματα και ο άπλυτος.

Απορώ, πώς τον ακούν όλοι αυτοί οι μισότρελλοι που τον ακολουθούν; Μαγεύτηκαν απ’ τα χαρίσματα του; Που μυρίζει το χνώτο του πείνα, μωρέ. Που δεν έχει δεύτερο βρακί να βάλει και θα μας κάνει και μαθήματα, αυτός;

Οι εφημερίδες γράφουν καθημερινά γι΄αυτόν. Δεν είναι μόνο η γειτονιά, τα χαχανητά των επιτυχημένων, η αυστηρότητα των αυτόκλητων ενόρκων. Το διαδίκτυο βουίζει για τα χάλια του. Είναι το πρότυπο της επίκρισης. Είναι, δεν είναι. Κάνει, δεν κάνει. Επικρίνεται, που είναι και που δεν είναι. Επικρίνεται, που κάνει και που δεν κάνει.

Νεαρός, αποτυχημένος, κοντά τριάντα χρονών. Νεαρός με αφειδώλευτα χαρίσματα. Άφραγκος, άνεργος και στα σίγουρα λούζερ. Ούτε μια δουλειά δεν καταφέρνει να στεριώσει. Εραστής των Άλλων. Χαρισμένος στους Άλλους για το «έτσι». Αφελής. Με ποιό αντάλλαγμα; Προς τι; Νεαρός, κοντά τριάντα χρονών, δεν κάθεται στ’ αυγά του. Γι’ αυτόν, δεν γράφεται κανένα σαξές στόρυ. Οι επιτυχημένοι νεκροζώντανοι τον χαιρετούν.

Νεαρός, αποτυχημένος, κοντά τριάντα χρονών, γεμίζει τη ζωή του με «Δεν». Δεν σπουδάζει, δεν παντρεύεται, δεν κάνει οικογένεια, δεν ντύνεται σωστά, δεν τρώει σωστά, δεν μιλάει σωστά, δεν δουλεύει σκληρά, δεν παράγει σωστά, δεν καταναλώνει πολλά, δεν πάει γυμναστήριο, δεν ανταγωνίζεται, δεν συναγωνίζεται, δεν πρωταγωνιστεί, δεν πάει διακοπές...δεν το βουλώνει! Γιατί δεν το βουλώνει; Μα επιτέλους, γιατί δεν το βουλώνει!

Νεαρός, κοντά τριάντα χρονών, νεαρός με κορμί τα ξερά κόκαλα. Μένει βουβός στα σχόλια της γειτονιάς, στις ειρωνίες του δρόμου, στο χλευασμό των “σίγουρων”, στην αλαζονεία των «φτιαγμένων», στον οίκτο των φιλανθρώπων, στην έπαρση των τακτοποιημένων, στην πονηράδα των σκεπτικιστών, στην ανεστραμμένη επιθετικότητα των ενόχων, αντιτάσσει ένα βλέμμα που μοιάζει θαμπό.

Νεαρός, με οριστικά ματαιωμένα όνειρα, δεν γυρεύει τα ρέστα. Δεν βγάζει τσιμουδιά. Νεαρός, αντιπρότυπο της εποχής. Ο κρυφός φόβος της κάθε μάνας για τον κανακάρη της. Η ντροπή του κάθε τσαμπουκαλεμένου πατέρα. Το όνειδος κάθε οικονομικής συνταγής. Το άγχος κάθε δασκαλάκου. Ο τρόμος του μάνατζερ. Η αδιαφορία του πολιτικάντη. Η απογοήτευση των επενδυτών. Η λύπη των τραπεζιτών. Η γκαντεμιά του δικηγορίσκου. Το «αμάν» του κάθε ανέραστου εραστή. Η «τσατίλα» του κάθε «νομοταγή» μπάτσου, του κάθε «αδέκαστου» δικαστή. Η απέχθεια του κάθε μικροαστού. Ο φόβος κάθε ευρωλάγνου «προοδευτικού».

Νεαρός, αποτυχημένος, με βλέμμα επικίνδυνο. Βλέμμα ερωτικό προσκλητήριο σε ολοκληρωτική σχέση αμοιβαίας αυτοκατάργησης. Άμα γουστάρεις. Εγώ είμαι «εδώ», ρε συ. Έτσι. Αυτός, είναι «εκεί», ρε συ.

Σε κάποιον αιώνα, τα «δεν», πλέκονται στεφάνι στο μέτωπο. Σε κάποιον αιώνα, τα «δεν», τα τόσα «δεν», σταυρώνονται. Νεαρός, αποτυχημένος, κοντά τριάντα χρονών, αρνείται να κατέβει απ’ το σταυρό. Τσάμπα μάγκας, του λένε, οι άλλοι. Νεαρός, τσάμπα μάγκας, Εραστής των Άλλων, δεν επιβάλλεται με το στανιό. Ερωτεύεται.

Νεαρός, ετών τριάντα τρία, ερωτεύεται πρώτος αυτός. Ερωτεύεται τον δηλωμένο αντίπαλο του. Τον εχθρό του. Και όχι μόνο τον ερωτεύεται, αλλά ατιμάζεται για χάρη του. Και ραπίζεται και σταυρώνεται και λογαριάζεται για νεκρός. Και με όλα αυτά, ζωγραφίζει τον έρωτα του.

Νεαρός, αποτυχημένος, νικάει το θάνατο με τον έρωτα του για σένα, ρε συ... Σιγά μην τον έχεις Θεό σου...

«Αυτός ημών ήράσθη πρώτος, ημών εχθρών και πολεμίων υπαρχόντων… Και ουκ ηράσθη μόνον, αλλά και ητιμάσθη υπέρ ημών, και ερραπίσθη και εσταυρώθη και εν νεκροίς ελογίσθη και δια τούτων απάντων τον περί ημάς αυτού παρέστησεν έρωτα»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)