Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Ηλίας Γ. Προβόπουλος ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΘΩΑ

 


ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΘΩΑ




Ο χρήστης Ηλίας Γ. Προβόπουλος είναι με το χρήστη Ιωάννης-Όμηρος Ντάφος και 

14 ακόμη
.

ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΘΩΑ
Προκαλεί εντύπωση και συζητιέται έντονα σε πολλά ημιορεινά χωριά η έκρηξη που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην ανθοφορία των κουτσουπιών στις εξοχές και κυρίως στα παρατημένα χωράφια. Είναι μάλιστα τόσο έντονη, που ολόκληρες περιοχές, τις τελευταίες ημέρες του Απρίλη, μοιάζουν να βυθίζονται μέσα στο μοβ χρώμα, ενώ πυκνή είναι σε ορισμένες συστάδες και η λευκή ανθοφορία των μέλεγων.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή, σχεδόν ειδυλλιακή. Όμως δεν είναι αθώα.
Τα δέντρα αυτά υπήρχαν πάντοτε στα δάση και στις άκρες των χωραφιών, αλλά συνήθως περνούσαν απαρατήρητα, καλυμμένα από μεγαλύτερα, πιο επιβλητικά είδη, χαμένα στη σκιά τους. Ξεχώριζαν μόνο για λίγο την άνοιξη, με την έντονη ανθοφορία τους, ή το φθινόπωρο, όταν τα φύλλα τους έπαιρναν εκείνο το ζεστό καφεκίτρινο χρώμα που δίνει τις πιο λεπτές αποχρώσεις στα δάση της ημιορεινής ζώνης, τον Οκτώβρη και τον Νοέμβρη.
Σήμερα, όμως, δεν ξεχωρίζουν απλώς — κυριαρχούν και αλλάζουν το τοπίο σε βαθμό που εντυπωσιάζουν τους παλιότερους και γι’ αυτό και συζητιούνται.
Η εντονότερη και ζωηρότερη παρουσία τους οφείλεται, όπως επισημαίνουν όσοι παρακολουθούν με προσοχή τις μεταβολές του τοπίου, στην εγκατάλειψη μεγάλων εκτάσεων της υπαίθρου. Όχι μόνο από τη γεωργία, αλλά και από την κτηνοτροφία — και κυρίως από την αιγοτροφία, που άλλοτε αποτελούσε τον βασικό «φραγμό» για κάθε νέο βλαστάρι. Οι κατσίκες δεν άφηναν τίποτα να σηκώσει κεφάλι· σήμερα, η απουσία τους αφήνει χώρο σε κάθε είδος να απλωθεί.
Ταυτόχρονα, έχει περιοριστεί δραστικά και η ανθρώπινη χρήση αυτών των φυτών. Τα νεαρά κλαδιά των μέλεγων, ευλύγιστα και ανθεκτικά, ήταν πολύτιμο υλικό: πλέκονταν με λάσπη και άχυρο για να φτιάξουν τοίχους σε καλύβια και μαντριά, γίνονταν φράχτες, στηρίγματα για καλλιέργειες, πρόχειρες αλλά απαραίτητες κατασκευές της καθημερινής ζωής.
Σήμερα, τέτοια ανάγκη δεν υπάρχει. Οι φράχτες έπαψαν να έχουν νόημα εκεί όπου έπαψαν να υπάρχουν και τα περιφραγμένα χωράφια. Η εγκατάλειψη δεν σημαίνει μόνο ότι σταμάτησε η καλλιέργεια — σημαίνει και ότι χάθηκε το ενδιαφέρον, η φροντίδα, η διαρκής μικρή παρέμβαση που κρατούσε το τοπίο «ανοιχτό».
Έτσι, οι κουτσουπιές και οι μέλεγοι πολλαπλασιάζονται ανενόχλητοι, μαζί με πλήθος άλλων ειδών, μετατρέποντας σταδιακά την ύπαιθρο σε μια ενιαία μάζα δασικής ύλης. Μια ύλη που, όσο όμορφη κι αν μοιάζει την άνοιξη, κρύβει μέσα της έναν διαφορετικό κίνδυνο: τους θερινούς μήνες μπορεί να μετατραπεί σε εύφλεκτο φορτίο, ικανό να τροφοδοτήσει καταστροφικές πυρκαγιές.
Τότε, η σημερινή εικόνα θα ξεχαστεί γρήγορα. Το μοβ της άνοιξης θα δώσει τη θέση του στο γκρι της στάχτης κάτι που δυστυχώς επαναλαμβάνεται κάθε καλοκαίρι.
Οι φωτογραφίες με τις κουτσουπιές προέρχονται από τις εξοχές του Αμαράντου Ιτάμου και της Ραχούλας Καρδίτσας, ενώ η καλύβα στη θέση «Λιβάδια» του Αμαράντου —κατασκευασμένη από πλεγμένες λούρες μέλεγου με λάσπη και άχυρο— είναι έργο του Μιχάλη Καπνογιάννη, πριν από περίπου 70 χρόνια.
Αμάραντος Καρδίτσας, Απρίλιος 2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)