Share |

Θεέ του ουρανού και του παντός,

αυτείν’ οι γραμματισμένοι,

αυτείν’ οι πολιτισμένοι,

έκαμαν και κάνουν αυτά τα λάθη…

Στρατηγός ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ


Expedia

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Γεώργιος Βυζηνός



1849 - 1896

Αποχαιρετισμός

Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή
με παίρνουν, μάνα, σαν φτερό, σαν πεταλούδα τρυφερή
και δεν μπορώ να κρατηθώ·
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

Βογγούν του κόσμου τα στοιχειά σηκώνουν κύμα βροντερό
θαρρείς ανάλυωσεν η γη, και τρέχ' η στράτα, σαν νερό
και γω το κύμα τ' ακλουθώ
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

Όσες γλυκάδες και χαρές μας περεχύν' ο ερχομός
τόσες πικράδες και χολές μας δίν' ο μαύρος χωρισμός
ωχ! Ας ημπόργα να σταθώ
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.

Πλάκωσε γύρω καταχνιά, κι ήρθε στα χείλη μ' η ψυχή
δος με την άγια σου δεξιά, δος με συντρόφισσαν ευχή
να με φυλάγη μη χαθώ,
μάνα μην κλαις, θα ξαναρθώ.


Σχόλιο :
Σε όποια εποχή, από όποια οπτική γωνία κι αν σταθούμε απέναντι στο συγγραφικό έργο του Γ. Βιζυηνού, δεν μπορεί παρά να δούμε το παιδί - αφηγητή με το πρόσωπό του στραμμένο στο πρόσωπο της μητέρας. 
Ο Βιζυηνός, στο κύριο σώμα του έργου του, ανοίγει δύο διάπλατα κι αχόρταγα παιδικά μάτια  προς αυτήν, που είναι ο σύνολος κόσμος. Μια αναζήτηση του προσώπου της, σε κάθε γωνία του, σε κάθε ριτίδα κι ανεπαίσθητη σκίαση. Γελάς;  θυμώνεις; κουράστηκες;  Πώς είναι εκεί πάνω που είσαι; Πες μου...  Ένα ψηλάφισμα που περιμένει ανταπόκριση. 

Έτσι θεμελιώνεται η κρυφή γλώσσα που απευθύνεται στο πρόσωπο της μητέρας και ξαναγυρνάει προς τα μέσα για να γίνει ο εαυτός που γνώσθηκε από κάποιον, ο εγνωσμένος εαυτός, η σκέψη που σκέφτεται.
Έτσι μιλάει ο ποιητής μέσα στο ποίημα: Το παιδί που βλέπει τους άγριους ανέμους, τον βοριά και τον θρακιά, τα στοιχειά του κόσμου και τις φρικτές του στράτες, γυρνάει και αναζητά το πρόσωπό της.
Ήταν αυτή που έριχνε γέφυρες και γεφύρωνε τα χάσματα που χώρισαν τον κόσμο και το βρέφος της, παίρνοντας πάντα το μέρος του, το μέρος του αδυνάτου,  με τις κραυγούλες, με τα έκπληκτα μάτια ή μιλώντας μωρουδίστικα, αγγίζοντας πιο μαλακά.
Αυτή που σύστησε τον κόσμο στο μωρό της και το μωρό της στον κόσμο. 
Θέτοντας για πάντα την σύνδεση με το ανθρώπινο γένος, τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του, τα πάθη και τις χαρές του, την συγχώρεση και την αναμονή, τον αγώνα. 

Είναι η κρυφή γλώσσα που ήξεραν οι γυναίκες από την αρχή του χρόνου και που αργότερα, πολύ αργότερα την είπαν εμπαθητική κατανόηση, την χαρτογράφησαν, την περιέλαβαν σε εγχειρίδια ψυχολογίας και την χρησιμοποίησαν πάσης φύσεως ανίδεοι ειδικοί. 
Έκλεψαν από τις σκυφτές - δούλες γυναίκες την γλώσσα τους και την αφυδάτωσαν. 
Γιατί από τους δούλους κι απ' αυτούς που δεν έχουν συνείδηση του είναι τους, κλέβουν...
Σε  αντάλλαγμα τους έδωσαν σύγχρονους τίτλους : εργαζόμενη, ανεξάρτητη, θεληματική, υπεύθυνη, χειραφετημένη...  Τόσα επίθετα κατάλληλα για τις διαφημίσεις και την κενότητά τους.
Και την άφησαν άφωνη. Κι αυτήν και το μωρό της. 
Ναι, οι μητέρες έχουν  χάσει αυτή την πρωταρχική τους ικανότητα, ν' ακούνε αυτές και μόνον αυτές την φωνή του παιδιού τους αδιαμεσολάβητα και χωρίς συμβουλές, από ένστικτο της ζωής και μόνον.
Κι οι άνθρωποι μόνοι εκεί έξω στις στράτες του κόσμου. Χωρίς να έχουν πού να πάνε. 
Τριγύρω όλοι οι δυνατοί, όλοι αυτοί που φωνάζουν, που απειλούν, που βρίζουν τον άνθρωπο, που τον υποβιβάζουν σε εμπόρευμα, σε άψυχο πράγμα, σε καταναλωτική μάζα, σε φοβισμένο υπήκοο.... η καταχνιά. 
Και έφτασε η ψυχή στο στόμα. 
Στο στόμα του ανθρώπου, που δεν έμαθε να μιλάει την κρυφή γλώσσα του κόσμου γιατί δεν βρέθηκε κανείς να του την διδάξει και γι' αυτό δεν μπορεί να φωνάξει τ' άδικο, να πει αυτό που τον πνίγει. Να κραυγάσει την λεηλασία της ζωής του και να του χαριστεί ο κόσμος....

Ξεχωριστή η στιγμή που ο Νίκος Ξυδάκης συνάντησε τον Γεώργιο Βιζυηνό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)